3463

ΝΟΜΟΣ 3463/2006 – ΦΕΚ 114/Α’/8.6.2006

Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.

 

Αρθρο πρώτο

 

Κυρώνεται ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 76 του Συντάγματος, ο οποίος έχει συνταχθεί από την Επιτροπή, που συγκροτήθηκε, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3242/2004 (ΦΕΚ 102 Α), με την υπ’ αριθμ. 35442/6.9.2004 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ 1395 Β), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

 

 

Αρθρο 1

Πρώτος Βαθμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΔΗΜΟΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ-ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ

 

1.  Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, αποτελεί θεμελιώδη θεσμό του δημόσιου βίου των Ελλήνων, όπως αυτός κατοχυρώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 102 του Συντάγματος και του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας που κυρώθηκε με το ν. 1850/1989 (ΦΕΚ 144 Α’).

 

2.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες συγκροτούν τους Οργανισμούς του Πρώτου Βαθμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

 

 

Αρθρο 2

Δήμοι – Κοινότητες

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΣΥΣΤΑΣΗ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

 

1. Δήμοι είναι:

α) Όσοι έχουν ήδη συσταθεί με νόμο.

β) Όσοι προέρχονται από ένωση Δήμων ή Δήμων και Κοινοτήτων ή Κοινοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος.

γ) Όσες Κοινότητες έχουν πληθυσμό άνω των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) κατοίκων κατά την τελευταία απογραφή.

 

2.  Κοινότητες είναι όσες έχουν ήδη συσταθεί ή διατηρηθεί με νόμο.

 

3.  Οι Δήμοι διαιρούνται σε δημοτικά διαμερίσματα, σύμφωνα με το άρθρο 117.

 

4.  Στους Δήμους και στις Κοινότητες που συστήθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 2539/1997 (ΦΕΚ 244 Α), η εδαφική περιφέρεια κάθε Ο.Τ.Α. που καταργήθηκε και κάθε οι­κισμού που προσαρτήθηκε αποτελεί υποδιαίρεση της ενιαίας εδαφικής περιφέρειας του νέου Δήμου ή της Κοι­νότητας και ονομάζεται «Τοπικό Διαμέρισμα».

Τοπικά διαμερίσματα αποτελούν, επίσης, οι Δήμοι και οι Κοινότητες που καταργήθηκαν κατόπιν συνένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 1416/1984 (ΦΕΚ 18 Α’) και 1622/1986 (ΦΕΚ 92 Α).

 

 

Αρθρο 3

 

Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων

 

1.  Δήμοι ή Κοινότητες που συνορεύουν μπορούν να ενωθούν σε έναν Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως εξής:

α. Δύο ή περισσότεροι όμοροι Δήμοι μπορούν να ενωθούν και να αποτελέσουν ένα Δήμο μετά από αποφάσεις των δημοτικών τους συμβουλίων που λαμβάνονται, με πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) του συνολικού αριθμού των μελών κάθε συμβουλίου.

β. Μία ή περισσότερες Κοινότητες, που συνορεύουν με ένα Δήμο, μπορούν να ενωθούν με αυτόν, μετά από αποφάσεις των συμβουλίων τους και απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνονται με πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) του συνολικού αριθμού των μελών κάθε συμβουλίου.

γ. Δύο ή περισσότερες όμορες Κοινότητες μπορούν να ενωθούν και να αποτελέσουν ένα Δήμο, μετά από απο­φάσεις των συμβουλίων τους, που λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία.

 

2. Οι ενώσεις των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να γίνουν και κατόπιν τοπικού δημοψηφίσματος κατά τη διαδικασία του άρθρου 216.

 

3.  Με τις αποφάσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου προτείνεται το όνομα και η έδρα του νέου Οργανισμού.

 

4.  Οι Δήμοι που δημιουργούνται με τη διαδικασία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου λαμβάνουν οικονομική ενίσχυση, την οποία χρηματοδοτεί το Ειδικό Πρόγραμμα Ενώσεων (Ε.Π.Ε.), που δημιουργείται για το σκοπό αυτόν. Οι πόροι του προέρχονται είτε από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους είτε από άλλες, εθνικές ή κοινοτικές, πηγές χρηματοδότησης. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας, καταρτίζεται το Ειδικό Πρόγραμμα Ενώσεων (Ε.Π.Ε.) και καθορίζεται η διαδικασία, το ύψος και ο τρόπος κατανομής των πόρων του.

 

5.  Για το χρόνο που υπολείπεται μετά την ένωση και μέχρι τη λήξη της δημοτικής ή κοινοτικής περιόδου τα αιρετά όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων, για όλα τα σχετικά δικαιώματα τους, θεωρείται ότι εξαντλούν την τετραετία για την οποία έχουν εκλεγεί. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 23.

 

 

Αρθρο 4

 

Προσάρτηση τοπικών διαμερισμάτων – οικισμών

 

1. Τοπικό διαμέρισμα μπορεί να προσαρτηθεί σε άλλο Δήμο ή Κοινότητα, με τον οποίο ή με την οποία συνο­ρεύει, κατόπιν τοπικού δημοψηφίσματος, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 216 και εφόσον συναι­νέσει ο Δήμος ή η Κοινότητα στον οποίο ζητείται να γίνει η προσάρτηση, ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου του, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του. Για το σκοπό αυτόν θα πρέπει να ζητηθεί η γνώμη και του Δήμου από τον οποίο πρόκειται να αποσχισθεί το το­πικό διαμέρισμα, όταν δεν συντρέχει η προϋπόθεση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 216. Η γνώμη αυτή παρέχεται από το δημοτικό συμβούλιο με την από­λυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του.

 

2.  Δεν επιτρέπεται να προσαρτηθεί τοπικό διαμέρισμα σε άλλο Δήμο ή Κοινότητα, πριν περάσει μία πενταετία από τότε που συστήθηκε ή προσαρτήθηκε.

 

3.  Οικισμός, που δεν συνορεύει με το Δήμο ή την Κοι­νότητα στον οποίο υπάγεται διοικητικά, προσαρτάται σε έναν από τους Δήμους ή Κοινότητες με τους οποίους συνορεύει. Για την προσάρτηση εκδίδεται προεδρικό διάταγμα με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημό­σιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από γραπτό αίτημα που υποβάλλεται από τους μισούς τουλάχιστον κατοίκους του οικισμού, οι οποίοι είναι και εκλογείς, καθώς και γνώμη της οικείας Τοπικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων.

 

4.  Αν ο παραπάνω οικισμός δεν ανήκει στον ίδιο νομό με το Δήμο ή την Κοινότητα με τον οποίο συνορεύει και στον οποίο θα προσαρτηθεί, το προεδρικό διάταγμα εκ­δίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από γραπτό αίτημα που υποβάλλεται από τους μισούς τουλάχιστον κατοίκους του οικισμού, οι οποίοι είναι και εκλογείς, κα­θώς και γνώμη των οικείων Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Ε.Δ.Κ.).

 

 

Αρθρο 5

 

Τύπος για την ένωση Δήμων και Κοινοτήτων και τις μεταβολές

 

Για την ένωση Δήμων και Κοινοτήτων, καθώς και τις μεταβολές που προβλέπουν τα άρθρα 2, 3, 4 παρ. 1 και 36 εκδίδεται προεδρικό διάταγμα με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέ­ντρωσης, το οποίο δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ειδικά για όσες Κοινότητες συντρέχει η προϋπόθεση της περίπτωσης γ’ της παρ. 1 του άρθρου 2, η αναγνώριση τους σε Δήμους γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Αρθρο 6

 

Όνομα και έδρα των Δήμων και Κοινοτήτων

 

1.  Το όνομα και η έδρα του Δήμου ή της Κοινότητας ορίζεται με το νόμο ή με το προεδρικό διάταγμα ανα­γνώρισης του, σύμφωνα και με την πρόταση της παρα­γράφου 3 του άρθρου 3.

 

2.  Για τη μεταγραφή των ονομάτων με λατινικούς χα­ρακτήρες εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Εσωτερι­κών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Τυποποίησης Γεω­γραφικών Ονομάτων, η οποία συγκροτείται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Εθνικής Αμυνας και αποτελείται από υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, της Υδρο­γραφικής Υπηρεσίας του Ναυτικού και της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Οργανισμών Τοπικής Αυτο­διοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοί­κησης και Αποκέντρωσης. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ο πρόεδρος της, τα αναπληρωματικά μέλη και ο γραμμα­τέας και ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη λειτουργία της.

 

3. Έδρα είναι ο οικισμός, στον οποίον εγκαθίστανται οι κεντρικές υπηρεσίες του Δήμου ή της Κοινότητας.

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Τοπωνυμιών του άρθρου 7 και αίτημα του δημοτικού συμβουλίου, μπορεί να ορίζεται οικισμός ως ιστορική έδρα Δήμου, εφόσον συντρέχουν σχετικοί ιστορικοί λόγοι. Στην ιστορική έδρα μπορούν μετά από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου να πραγματοποιούνται συνεδριάσεις του δημοτικού συμ­βουλίου, καθώς και επίσημες εορτές και τελετές.

 

4.  Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο μπορεί να απο­φασίζει τη μεταφορά της έδρας του Δήμου ή της Κοινό­τητας με την πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνο­λικού αριθμού των μελών του. Αν κατά τον υπολογισμό των δύο τρίτων προκύπτει κλάσμα μικρότερο της μονά­δας, το κλάσμα αυτό στρογγυλοποιείται στην αμέσως μεγαλύτερη μονάδα. Η μεταφορά της έδρας συντελείται με την έκδοση προεδρικού διατάγματος με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέ­ντρωσης.

 

5. Σε περίπτωση που υπάρχει ανάγκη να μεταφερθεί η έδρα του Δήμου ή της Κοινότητας, εξαιτίας σεισμών, κα­τολισθήσεων ή άλλων φυσικών φαινομένων, ορίζεται υποχρεωτικά ως έδρα του Δήμου ή της Κοινότητας άλ­λος οικισμός, που υπάρχει ήδη ή νέος οικισμός που δη­μιουργήθηκε και βρίσκεται μέσα στη διοικητική περιφέ­ρεια του Δήμου ή της Κοινότητας, κατόπιν απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, η οποία δημο­σιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ύστερα από γνώμη του οικείου συμβουλίου, η οποία δίδεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός, αφό­του ζητηθεί.

 

 

Αρθρο 7

Μετονομασία Δήμων, Κοινοτήτων, τοπικών διαμερισμάτων, οικισμών και θέσεων

 

 

1. Η μετονομασία Δήμων, Κοινοτήτων, τοπικών διαμε­ρισμάτων και οικισμών γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από πρόταση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Τοπωνυμιών, που απο­τελείται από:

α) Τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ως Πρόεδρο, αναπληρούμενο σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος από τον Γενικό Διευθυντή Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Απο­κέντρωσης.

β) Τον Γενικό Διευθυντή Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με αναπληρωτή τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομι­κών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργεί­ου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

γ) Τον Διοικητή της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού ή τον Διευθυντή της Υδρογραφικής Υπηρεσίας Ναυτι­κού, όταν συζητούνται ονομασίες νήσων ή θαλάσσιων περιοχών.

δ) Καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστη­μίου Αθηνών, που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του από την οικεία Σχολή του Πανεπιστημίου.

ε) Καθηγητή αρχαιολογίας, που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του από το οικείο τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών.

στ) Υπάλληλο της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον

αρμόδιο Υπουργό.

ζ) Τρεις εκπροσώπους της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας, που ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από την Εκτελεστική Επιτροπή της.

Τα θέματα προς συζήτηση εισηγείται στο συμβούλιο ο Διευθυντής Οργάνωσης και Λειτουργίας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ή ο νόμιμος ανα­πληρωτής του.

Νέο αίτημα μετονομασίας είναι δυνατόν να υποβληθεί μετά την πάροδο διετίας από την παροχή αρνητικής γνώ­μης του ανωτέρω Συμβουλίου.

Χρέη γραμματείας του συμβουλίου εκτελούν δύο υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Ο.Τ.Α. που ορίζονται με τους αναπληρω­τές τους με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημό­σιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

 

2.  Οικισμοί που υπάρχουν ήδη ή δημιουργούνται για πρώτη φορά και δεν έχουν απογραφεί ως αυτοτελείς, αν δεν έχουν όνομα, μπορούν να αποκτήσουν όνομα με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Τοπωνυμιών.

Περίληψη της απόφασης αυτής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με παραγγελία του Γενι­κού Γραμματέα Περιφέρειας.

 

3.  Η μετονομασία θέσεων γίνεται με προεδρικό διά­ταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτε­ρικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από εισήγηση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Τοπωνυμιών.

Απαιτείται, επίσης, γνώμη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία υποβάλλεται στο Υπουργείο Εσω­τερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών, αφότου το δημοτικό ή το κοινοτικό συμβούλιο έλαβε το σχετικό ερώτημα. Αν η γνώμη δεν υποβληθεί μέσα σε αυτήν την προθεσμία, το προεδρικό διάταγμα εκδίδεται και χωρίς αυτήν.

 

 

Αρθρο 8

Ονομασία και μετονομασία συνοικιών, οδών και πλατειών

 

 

Η ονομασία συνοικιών, οδών και πλατειών γίνεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται ύστερα από εισήγηση του οικείου το­πικού συμβουλίου ή παρέδρου και σύμφωνη γνώμη επι­τροπής, στην οποία συμμετέχουν:

α. Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αυτοδιοίκησης και Αποκέντρωσης ή της Διεύθυνσης Τοπικής Αυτοδιοίκη­σης και Διοίκησης του νομού, ως πρόεδρος.

β. Δύο εκπρόσωποι της Τοπικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων, που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τη Διοικούσα Επιτροπή της και

γ. Δύο καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κλάδου ΠΕ 02, οι οποίοι ορίζονται, μαζί με τους αναπλη­ρωτές τους, από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμ­ματέα της οικείας Περιφέρειας. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ο γραμματέας και ο αναπληρωτής του, οι οποίοι είναι υπάλληλοι της Περιφέρειας του κλάδου Π Ε Διοικη­τικού.

Η μετονομασία επιτρέπεται, για εξαιρετικούς λόγους και γίνεται με την ίδια διαδικασία.

 

 

Αρθρο 9

 

Σφραγίδα και σήμα των Δήμων και Κοινοτήτων

 

1.  Η σφραγίδα των Δήμων και Κοινοτήτων είναι μελα­νού χρώματος και αποτελείται από τρεις ομόκεντρους κύκλους, από τους οποίους ο εξωτερικός έχει διάμετρο 0,04 μ.. Στον εσωτερικό κύκλο τίθεται το έμβλημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 48/1975 (ΦΕΚ 108 Α’). Στο δεύτερο κύκλο αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα το όνομα του Δήμου ή Κοινότη­τας και στον εξωτερικό οι λέξεις «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟ­ΚΡΑΤΙΑ» και «ΝΟΜΟΣ………………» την οποία ακολουθεί το όνομα του νομού στον οποίο ανήκει ο Δήμος ή η Κοι­νότητα.

 

2.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να κάνουν χρή­ση σήματος δηλωτικού της ιδιαιτερότητας του χώρου που αποτελεί τη διοικητική τους περιφέρεια. Το σήμα κα­θορίζεται με απόφαση του οικείου συμβουλίου κατά συ­νεκτίμηση στοιχείων, που σχετίζονται με την ιστορία, τη μυθολογία, και τα τοπικά χαρακτηριστικά της περιοχής, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Τοπωνυ­μιών.

 

 

Αρθρο 10

 

Εδαφική περιφέρεια Δήμων και Κοινοτήτων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

ΟΡΙΑ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

 

1.  Κάθε Δήμος και κάθε Κοινότητα έχει ενιαία εδαφική περιφέρεια. Κάθε τμήμα της Χώρας ανήκει στην περιφέ­ρεια ενός Δήμου ή Κοινότητας, όπως έχει, ήδη, καθορι­στεί.

 

2. Όταν η περιφέρεια του Δήμου ή της Κοινότητας συ­μπίπτει με τα φυσικά όρια του νησιού, δεν γίνεται καθο­ρισμός ορίων.

 

3.  Σε νησιωτικές περιοχές Δήμοι και Κοινότητες θεω­ρούνται όμοροι, εφόσον περιλαμβάνονται σε τοπικό σύ­μπλεγμα νησιών ή γειτνιάζουν μεταξύ τους.

 

 

Αρθρο 11

 

Επιτροπή ορίων

 

1.  Τα όρια της περιφέρειας κάθε Δήμου ή Κοινότητας καθορίζονται από επιτροπή που συγκροτεί ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερόμενων Δήμων ή Κοινο­τήτων.

 

2.  Για τον καθορισμό των ορίων λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η δημοτική και κοινοτική ιδιοκτησία, η ιδιοκτησία των κατοίκων και οι ιδιαίτερες ανάγκες των κατοίκων των οικισμών.

 

3.  Η επιτροπή της παρ. 1 αποτελείται από τον ειρηνο­δίκη ως πρόεδρο, τους δημάρχους ή προέδρους των εν­διαφερόμενων Δήμων ή Κοινοτήτων και ένα δημοτικό ή κοινοτικό σύμβουλο των ενδιαφερόμενων Δήμων ή Κοι­νοτήτων που υποδεικνύονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από τα οικεία δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια, κα­θώς και έναν εκπρόσωπο της Τοπικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων και δύο (2) μηχανικούς της Περιφέρειας, εκ των οποίων ο ένας με ειδικότητα τοπογράφου μηχανι­κού. Αν το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο αρνεί­ται να τους υποδείξει, οι σύμβουλοι ορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας.

Αν οι ενδιαφερόμενοι Δήμοι ή Κοινότητες υπάγονται σε περισσότερα ειρηνοδικεία της ίδιας Περιφέρειας ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας ορίζει έναν από τους ειρηνοδίκες ως πρόεδρο της επιτροπής. Αν υπάγονται σε περισσότερα Ειρηνοδικεία διαφόρων Περιφερειών, ο ειρηνοδίκης ορίζεται με κοινή απόφαση των Γενικών Γραμματέων των Περιφερειών αυτών, με την οποία συ­γκροτείται και η επιτροπή του πρώτου εδαφίου της πα­ρούσας.

Σε περίπτωση που μέλη της επιτροπής απουσιάζουν ή αρνούνται να λάβουν μέρος στις εργασίες της, η επιτρο­πή συνέρχεται και αποφασίζει νομίμως, εφόσον είναι πα­ρόντες τουλάχιστον ο πρόεδρος και δύο από τα μέλη της.

 

4. Θέματα που αφορούν στις συνεδριάσεις της επιτρο­πής, την επιτόπια μετάβαση των μελών της, καθώς και τη σύνταξη, την υποβολή και την κοινοποίηση της εκθέσε­ως, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερι­κών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

 

5.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά των εκθέσεων της επιτροπής ορίων στο τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο.

 

6.  Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής κατά της απόφασης της επιτροπής δεν αναστέλλουν την εκτέλε­ση της απόφασης αυτής.

 

 

Αρθρο 12

Διαφορές από την εφαρμογή της νομοθεσίας καθορισμού ορίων της εδαφικής περιφέρειας των Δήμων και Κοινοτήτων

 

 

Οι διοικητικές διαφορές ουσίας που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τον καθορι­σμό των ορίων της εδαφικής περιφέρειας των Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

 

 

Αρθρο 13

 

Νέος καθορισμός ορίων

 

1.  Δεν γίνεται νέος καθορισμός των ορίων Δήμων και Κοινοτήτων, εφόσον τα όρια αυτά έχουν καθορισθεί με έκθεση της Επιτροπής ορίων που δεν υπόκειται σε ένδι­κο μέσο ή με αμετάκλητη απόφαση του διοικητικού δικα­στηρίου ορίων ή του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου.

 

2.  Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να γίνει νέος καθορισμός ορίων εφόσον: α) έχει υπάρξει σημαντική μεταβολή της μορφολογίας του εδάφους από φυσικά ή τεχνικά αίτια, κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερόμενων Δήμων ή Κοινο­τήτων, β) έχει απολεσθεί η έκθεση της επιτροπής ή η σχετική δικαστική απόφαση, κατόπιν αιτήματος του Γενι­κού Γραμματέα της Περιφέρειας ή των ενδιαφερόμενων Δήμων ή Κοινοτήτων. Επίσης είναι επιτρεπτός ο καθορι­σμός ορίων κατόπιν αιτήματος του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας ή των ενδιαφερόμενων Δήμων ή Κοινο­τήτων, σε περίπτωση προσαρτήσεων τοπικών διαμερι­σμάτων και οικισμών κατά το άρθρο 4, εφόσον αυτά δεν έχουν καθοριστεί.

 

3.  Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην προηγού­μενη παράγραφο, η απώλεια της έκθεσης και της δικα­στικής απόφασης αποδεικνύεται, ιδίως με σχετική βεβαί­ωση του Ειρηνοδίκη ή του αρμόδιου τμήματος της Περι­φέρειας ή της οικείας υπηρεσίας του Υπουργείου Εσω­τερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

 

4. Σε περίπτωση που με την έκθεση της Επιτροπής ορί­ων ή την απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου ορίων ή του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου έχουν υπαχθεί στα διοικητικά όρια του Δήμου ή Κοινότητας οικισμοί, απογε­γραμμένοι ή μη, αυτοτελώς, οι οποίοι δεν αναφέρονται στο προεδρικό διάταγμα αναγνώρισης ή προσάρτησης του Δήμου ή της Κοινότητας, στα διοικητικά όρια του οποίου έχουν υπαχθεί, επιτρέπεται κατόπιν αιτήματος του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας νέος καθορι­σμός ορίων.

 

5. Επιτρέπεται κατόπιν αιτήματος του Γενικού Γραμμα­τέα Περιφέρειας ή κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόμε­νου Δήμου ή Κοινότητας νέος καθορισμός ορίων εφόσον έχει μεταφερθεί οικισμός στη διοικητική περιφέρεια άλ­λου όμορου Δήμου ή Κοινότητας.

 

 

Αρθρο 14

 

Δημοτικότητα

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

ΔΗΜΟΤΕΣ

 

Κάθε Έλληνας πολίτης είναι δημότης ενός μόνο Δήμου ή μιας μόνο Κοινότητας. Δημότες ενός Δήμου ή Κοινότη­τας είναι όσοι είναι εγγεγραμμένοι στο δημοτολόγιο.

 

 

Αρθρο 15

 

Κτήση δημοτικότητας

 

1.  Το τέκνο που γεννήθηκε σε γάμο των γονέων του είναι δημότης του Δήμου ή της Κοινότητας, όπου είναι γραμμένος ο πατέρας ή η μητέρα του. Οι γονείς υποχρε­ούνται, εντός της προθεσμίας προς δήλωση της γέννη­σης του πρώτου τέκνου τους, να προσδιορίσουν με αμε­τάκλητη δήλωση τους ενώπιον του ληξιάρχου του τόπου κατάρτισης της σχετικής ληξιαρχικής πράξης τη δημοτι­κότητα του. Η δήλωση αυτή προσδιορίζει τη δημοτι­κότητα και των τέκνων που θα γεννηθούν μεταγενέστε­ρα. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν γίνει η παραπάνω δή­λωση, το τέκνο αποκτά τη δημοτικότητα του πατέρα.

Αν η επιμέλεια περιέλθει στον έναν από τους γονείς, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται κατά την τακτική διαδικασία, το τέκνο αποκτά τη δημοτικότη­τα του γονέα αυτού.

 

2.  Το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του είναι δημότης του Δήμου ή της Κοινότητας όπου εί­ναι δημότης η μητέρα του.

Σε περίπτωση αναγνώρισης, ενώ ήταν ανήλικο, μπορεί να αποκτήσει με αμετάκλητη δήλωση των γονέων του στο ληξίαρχο του τόπου καταχώρισης της δήλωσης ανα­γνώρισης τη δημοτικότητα του πατέρα ή της μητέρας από τότε που έγινε η αναγνώριση. Σε περίπτωση, επί­σης, αναγνώρισης με δικαστική απόφαση, αν η δημοτικό­τητα δεν καθορίζεται με αυτήν αποκτά εκείνη της μητέ­ρας του.

 

3. Το τέκνο που με τη γέννηση του δεν αποκτά αλλο­δαπή ιθαγένεια ή είναι άγνωστης ιθαγένειας είναι δημό­της του Δήμου ή της Κοινότητας όπου γεννήθηκε ή βρέ­θηκε.

 

4.  Το πρόσωπο που υιοθετείται, ενώ είναι ανήλικος, αποκτά τη δημοτικότητα του θετού γονέα, αφότου υιο­θετήθηκε. Σε περίπτωση υιοθεσίας από συζύγους ή υιο­θεσίας από τον ένα σύζυγο του ανήλικου τέκνου του άλ­λου, εφαρμόζονται και για το θετό τέκνο ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 1.

 

5.  Ο ενήλικος Έλληνας πολίτης, που δεν είναι εγγεγραμμένος σε δημοτολόγιο και συντρέχει νόμιμη περί­πτωση εγγραφής του, γίνεται δημότης στο Δήμο ή την Κοινότητα της κατοικίας του ή καταγωγής του, και αν εί­ναι κάτοικος εξωτερικού, στο Δήμο ή την Κοινότητα που επιθυμεί.

 

6. Ο αλλοδαπός που έχει αποκτήσει την ελληνική ιθα­γένεια, με αίτηση του γίνεται δημότης στο Δήμο ή στην Κοινότητα της κατοικίας του ή αν είναι κάτοικος εξωτερι­κού στο Δήμο ή στην Κοινότητα που επιθυμεί.

 

7. Ο ενήλικος ή ο έγγαμος μπορεί με αίτηση του μετά από μία διετία να γίνει δημότης σε κάποιο Δήμο ή Κοινό­τητα, όταν αποκτά εκεί μόνιμη κατοικία. Αν ένας από τους γονείς μεταδημοτεύσει, οι γονείς προσδιορίζουν με αμετάκλητη δήλωση τους στο Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας από όπου μεταδημοτεύει, τη δημοτικό­τητα των ανήλικων τέκνων τους.

Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν γίνει η παραπάνω δή­λωση, τα ανήλικα τέκνα που έχουν τη δημοτικότητα αυ­τού που μεταδημοτεύει ακολουθούν τη νέα δημοτικότη­τα του, αν όμως δεν την έχουν, διατηρούν τη δημοτικό­τητα τους. Η διετία της μόνιμης κατοικίας που απαιτείται για τη μεταδημότευση, αποδεικνύεται με βεβαίωση του Δημάρχου που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 279.

 

8. Δεν απαιτείται η προϋπόθεση της διετούς κατοικίας για τη μεταδημότευση:

α) Του ενός των συζύγων για να αποκτήσει τη δημοτι­κότητα του άλλου.

β) Των πρώην συζύγων, λόγω λύσεως του γάμου, για να αποκτήσουν τη δημοτικότητα που είχαν πριν από το γάμο.

γ) Του ενήλικου, προκειμένου να αποκτήσει την αρχι­κή δημοτικότητα, που είχε ο ίδιος ή οι γονείς του. Η δυ­νατότητα αυτή παρέχεται για μια μόνο φορά.

 

 

Αρθρο 16

Μεταδημότευση υποψηφίων στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές

 

1.  Επιτρέπεται η μεταδημότευση χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 8 του άρθρου 15, όταν πρό­κειται μόνο για την υποβολή υποψηφιότητας σε δημοτι­κές και κοινοτικές εκλογές στους Δήμους και τις Κοινό­τητες των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης και στους Δήμους ή τις Κοινότητες των νομών, στην περιφέρεια των οποίων υπάγεται ο Δήμος ή η Κοινότητα που ο υπο­ψήφιος είναι ή ήταν πριν γραμμένος στα Μητρώα Αρρέ­νων ή στα δημοτολόγια ή στους εκλογικούς καταλό­γους.

 

2. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί από την 1η Αυ­γούστου του έτους διενέργειας των εκλογών μέχρι την προηγούμενη ημέρα της κατάθεσης στο αρμόδιο δικα­στήριο της δήλωσης κατάρτισης των συνδυασμών. Η απόφαση μεταδημότευσης εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα στην ίδια προθεσμία και είναι αμέσως εκτελεστή.

Η απόφαση μεταδημότευσης παύει να ισχύει μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ανακήρυξη των συν­δυασμών, εφόσον αυτός που μεταδημότευσε δεν ανακη­ρύχθηκε υποψήφιος. Σε αντίθετη περίπτωση εφαρμόζε­ται, κατά τα λοιπά, η παράγραφος 7 του προηγούμενου άρθρου.

 

 

Αρθρο 17

 

Απώλεια της δημοτικότητας

 

Η απώλεια της δημοτικότητας επέρχεται αυτοδίκαια ανεξαρτήτως του χρόνου που συντελείται η σχετική δια­γραφή:

α) Με την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας.

β) Με την απόκτηση νέας δημοτικότητας Δήμου ή Κοι­νότητας.

 

 

Αρθρο 18

 

Δημοτολόγιο

 

1.α. Δημοτολόγιο τηρείται σε κάθε Δήμο και Κοινότη­τα, στο οποίο καταχωρούνται, με αίτηση των ενδιαφερό­μενων ή αυτεπάγγελτα, οι δημότες και των δύο φύλων, κατά οικογένεια, με ιδιαίτερο, για κάθε οικογένεια, αύξο­ντα αριθμό (οικογενειακή μερίδα).

β. Οι εκλογικοί κατάλογοι των Δήμων και Κοινοτήτων καταρτίζονται με βάση τα στοιχεία των εγγραφών και μεταβολών, που καταχωρούνται στα αντίστοιχα δημοτο­λόγια.

γ. Το σύνολο των δημοτολογίων των Δήμων και Κοινο­τήτων της Χώρας με όλες τις εγγραφές και μεταβολές που καταχωρούνται σε αυτά συγκροτούν το Εθνικό Δη­μοτολόγιο.

 

2. Στους Δήμους και Κοινότητες που προέρχονται από ένωση καταργηθέντων Δήμων και Κοινοτήτων το δημο­τολόγιο είναι ενιαίο και τηρείται κατά τοπικό διαμέρισμα.

 

3.  Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου τα σχετικά με τη δημοτικότητα έγγραφα εκδίδονται στο όνομα του νέου Δήμου ή Κοινότητας και, παραλλήλως, μνημονεύεται και το όνομα του τοπικού διαμερίσματος στο οποίο ανήκει ή από το οποίο κατάγεται ο δημότης.

 

 

Αρθρο 19

 

Δημοτικές αρχές

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ – ΕΚΛΟΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

1.  Ο Δήμος διοικείται από το δημοτικό συμβούλιο, τη δημαρχιακή επιτροπή και τον Δήμαρχο.

 

2.  Το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από δεκατρία (13) μέλη σε Δήμους με πληθυσμό έως πέντε χιλιάδες (5.000) κατοίκους, δεκαεπτά (17) σε Δήμους με πληθυ­σμό από πέντε χιλιάδες έναν έως δέκα χιλιάδες (5.001-10.000) κατοίκους, είκοσι ένα (21) σε Δήμους με πληθυ­σμό από δέκα χιλιάδες έναν έως τριάντα χιλιάδες (10.001-30.000) κατοίκους, είκοσι επτά (27) σε Δήμους με πληθυσμό από τριάντα χιλιάδες έναν έως εξήντα χι­λιάδες (30.001-60.000) κατοίκους, τριάντα τρία (33) σε Δήμους με πληθυσμό από εξήντα χιλιάδες έναν έως εκα­τό χιλιάδες (60.001-100.000) κατοίκους, τριάντα επτά (37) σε Δήμους με πληθυσμό από εκατό χιλιάδες έναν έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (100.001-150.000) κατοί­κους, σαράντα ένα (41) σε Δήμους με πληθυσμό από εκατόν πενήντα χιλιάδες έναν έως πεντακόσιες χιλιάδες (150.001-500.000) κατοίκους και σαράντα πέντε (45) σε Δήμους με πληθυσμό πεντακοσίων χιλιάδων ενός κατοί­κων (500.001) και άνω. Στον αριθμό των συμβούλων δεν περιλαμβάνεται ο δήμαρχος.

 

 

Αρθρο 20

 

Κοινοτικές αρχές

 

1.  Η Κοινότητα διοικείται από το κοινοτικό συμβούλιο και τον πρόεδρο.

 

2.  Το κοινοτικό συμβούλιο αποτελείται από εννέα (9) μέλη, σε Κοινότητες με πληθυσμό έως δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους και έντεκα (11) σε Κοινότητες με πλη­θυσμό από δύο χιλιάδες έναν (2.001) κατοίκους και άνω.

 

3. Στον αριθμό των ανωτέρω συμβούλων περιλαμβάνε­ται και ο πρόεδρος.

 

Αρθρο 21

Δημοτικά διαμερίσματα – Όργανα

 

1. Όργανα του δημοτικού διαμερίσματος είναι:

α) Το συμβούλιο του διαμερίσματος.

β) Ο πρόεδρος του συμβουλίου του διαμερίσματος.

 

2.  Το συμβούλιο του διαμερίσματος αποτελείται από δεκαπέντε (15) μέλη, τα οποία εκλέγονται κάθε τέσσερα (4) χρόνια με άμεση καθολική και μυστική ψηφοφορία. Η εκλογή γίνεται την ίδια ημέρα που εκλέγεται το δημοτι­κό συμβούλιο και ο δήμαρχος, στα ίδια εκλογικά τμήμα­τα με τις ίδιες εφορευτικές επιτροπές, τους ίδιους αντι­προσώπους της δικαστικής αρχής και τους ίδιους εφό­ρους αντιπροσώπων.

 

3. Η εγκατάσταση των οργάνων κάθε δημοτικού διαμε­ρίσματος γίνεται τον ίδιο χρόνο και με τον ίδιο τρόπο που γίνεται η εγκατάσταση των δημοτικών αρχών. Σε κά­θε περίπτωση η θητεία του λήγει όταν λήξει η θητεία του δημοτικού συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 22

 

Τοπικά διαμερίσματα – Όργανα

 

1.  Όργανα του τοπικού διαμερίσματος του Δήμου εί­ναι:

α) το τοπικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου εκλέγο­νται με άμεση καθολική και μυστική ψηφοφορία, και

β) ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου.

 

2.  Το τοπικό συμβούλιο, το οποίο φέρει την ονομασία «Τοπικό Συμβούλιο…….» και στη συνέχεια το όνομα του Δήμου ή της Κοινότητας που καταργήθηκε με τη συνέ­νωση ή του οικισμού που προσαρτήθηκε, είναι επταμε­λές, προκειμένου για τοπικά διαμερίσματα με πληθυσμό δύο χιλιάδων ενός (2.001) κατοίκων και άνω, πενταμε­λές, προκειμένου για τοπικά διαμερίσματα με πληθυσμό πεντακοσίων ενός (501) έως δύο χιλιάδων (2.000) κατοί­κων και τριμελές, προκειμένου για τοπικά διαμερίσματα με πληθυσμό μέχρι πεντακόσιους (500) κατοίκους.

 

3.  Στα τοπικά διαμερίσματα που είναι έδρες των Δή­μων και έχουν πληθυσμό άνω των χιλίων (1.000) κατοί­κων, δεν συνιστώνται τοπικά συμβούλια.

 

4.  Όργανο κάθε τοπικού διαμερίσματος Κοινότητας, που έχει συσταθεί με το ν. 2539/1997, είναι ο πάρεδρος.

 

5.  Στα τοπικά διαμερίσματα της έδρας της Κοινότητας δεν εκλέγεται πάρεδρος.

 

 

 

Αρθρο 23

Διάρκεια δημοτικής και κοινοτικής περιόδου

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΕΚΛΟΓΕΣ – ΕΚΛΟΓΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΜΟΙ

 

1. Ο δήμαρχος, ο πρόεδρος της Κοινότητας και οι δη­μοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι του δημο­τικού διαμερίσματος, οι τοπικοί σύμβουλοι και οι πάρε­δροι εκλέγονται κάθε τέσσερα (4) χρόνια.

 

2. Η εκλογή γίνεται κάθε τέταρτο έτος, τη δεύτερη Κυ­ριακή του μηνός Νοεμβρίου του έτους αυτού.

 

3.  Η εγκατάσταση των αρχών που έχουν εκλεγεί γίνε­ται την 1 η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και η θητεία τους λήγει την 31η Δεκεμβρίου του τέταρτου έτους.

 

4. Αν σε ένα Δήμο ή σε μια Κοινότητα δεν επικυρώθη­κε τελεσίδικα η εκλογή έως την ημέρα της εγκατάστα­σης των δημοτικών και κοινοτικών αρχών, η εγκατάστα­ση των αρχών αυτών γίνεται μέσα σε προθεσμία δεκαπέ­ντε (15) ημερών από την επικύρωση και σε ημέρα που ορίζει ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας. Η θητεία των παλαιών αρχών παρατείνεται, ώσπου να εγκαταστα­θούν οι νέες.

 

5.  Η εκλογή των αρχών των Δήμων που αναγνωρίζο­νται έως το τέλος του μηνός Αυγούστου εντός των τριών πρώτων ετών της δημοτικής περιόδου γίνεται τη δεύτερη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου του έτους, κατά το οποίο έγινε η αναγνώριση. Η εγκατάσταση τους γίνε­ται την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Στους Δήμους που αναγνωρίζονται από την 1η Σεπτεμβρίου έως την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους της δη­μοτικής περιόδου, εκτός από το τρίτο έτος, η εκλογή των αρχών γίνεται τη δεύτερη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου του επόμενου έτους μετά την αναγνώριση και η εγκατάσταση τους την 1 η Ιανουαρίου του μεθεπόμενου έτους μετά την αναγνώριση.

 

6.  Αν η αναγνώριση ενός νέου Δήμου έγινε μετά τον Αύγουστο του τρίτου έτους της δημοτικής περιόδου και έως το τέλος του Αυγούστου του τέταρτου έτους της περιόδου αυτής, τα αποτελέσματα των μεταβολών αρχί­ζουν από τις αμέσως επόμενες γενικές δημοτικές εκλο­γές.

 

 

Αρθρο 24

 

Κανόνες διεξαγωγής των εκλογών

 

Για την οριοθέτηση των εκλογικών δαπανών, τη δημο­σιότητα και τον έλεγχο των οικονομικών των συνδυα­σμών και των υποψηφίων κατά τις δημοτικές εκλογές, για την προεκλογική προβολή των δημοτικών συνδυα­σμών, των υποψηφίων δημάρχων και δημοτικών συμβού­λων, για τις απαγορεύσεις κατά τη διάρκεια του εκλογι­κού αγώνα, για τη δημοσιότητα των οικονομικών των αντίστοιχων συνδυασμών και υποψηφίων, για τον έλεγ­χο των οικονομικών και των εκλογικών παραβάσεων τού­των, για τις αντίστοιχες διοικητικές κυρώσεις, για τη διε­νέργεια των δημοσκοπήσεων και για όλα τα συναφή θέ­ματα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 22 του ν. 3202/2003 (ΦΕΚ 284 Α’), όπως κάθε φορά ισχύει.

 

 

Αρθρο 25

 

Εκλογικό δικαίωμα

 

1.  Δικαίωμα να εκλέγουν τις δημοτικές ή κοινοτικές αρχές έχουν όλοι οι δημότες του Δήμου ή της Κοινότη­τας. Δικαίωμα να εκλέγουν τις δημοτικές ή κοινοτικές αρχές έχουν επίσης οι πολίτες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Για το όριο ηλικίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της νο­μοθεσίας περί εκλογής βουλευτών, όπως κάθε φορά ισχύουν. Η 1 η Ιανουαρίου κάθε έτους θεωρείται ημερο­μηνία γεννήσεως εκείνων που έχουν γεννηθεί το έτος αυτό.

 

2.  Οι στερήσεις του εκλογικού δικαιώματος που προ­βλέπει η νομοθεσία περί εκλογής βουλευτών ισχύουν και για την εκλογή των δημοτικών και κοινοτικών αρχών.

 

Αρθρο 26

 

Ασκηση του εκλογικού δικαιώματος

 

1. Το εκλογικό δικαίωμα ασκούν μόνο όσοι είναι γραμ­μένοι στους εκλογικούς καταλόγους και στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του Δήμου ή της Κοινότητας, κατά τις ειδικότερες διατάξεις της νομοθεσίας. Δικαίωμα συμμετοχής στην ψηφοφορία για την εκλογή των μελών των δημοτικών διαμερισμάτων, των μελών των τοπικών συμβουλίων, καθώς και των παρέδρων έχουν οι εκλογείς που είναι γραμμένοι στους αντίστοιχους εκλογικούς κα­ταλόγους.

 

2.  Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρε­ωτική. Η υποχρέωση αυτή δεν συντρέχει για τους κατοί­κους του εξωτερικού, για όσους έχουν υπερβεί το 70ό έτος της ηλικίας τους, καθώς και για όσους διαμένουν την ημέρα της ψηφοφορίας σε απόσταση μεγαλύτερη από 200 χιλιόμετρα από το εκλογικό τμήμα όπου ψηφί­ζουν.

 

3.  Στους δικαστικούς, στους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, στους στρατιωτικούς που υπηρετούν με οποιαδήποτε ιδιότητα στις ένοπλες δυνάμεις ή στην ελ­ληνική αστυνομία ή στο λιμενικό σώμα, καθώς και στους υπαλλήλους Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, νομι­κών προσώπων δημοσίου δικαίου, τραπεζών, δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, που την ημέρα της ψηφοφορίας δεν διαμένουν στο Δήμο ή στην Κοινότητα όπου ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα, χο­ρηγείται, εφόσον δεν παρεμποδίζεται η ομαλή λειτουρ­γία των υπηρεσιών, ειδική άδεια για να μεταβούν στο Δήμο ή στην Κοινότητα όπου δικαιούνται να ψηφίσουν.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και για το προ­σωπικό των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, ύστερα από σχετική απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας.

 

 

Αρθρο 27

Εκλογικοί κατάλογοι

 

1. Οι εκλογικοί κατάλογοι, που ισχύουν για τις βουλευ­τικές εκλογές, ισχύουν και για τις εκλογές των δημοτι­κών και κοινοτικών αρχών, των συμβουλίων των δημοτικών διαμερισμάτων, των τοπικών συμβουλίων και των παρέδρων με παράλληλη τήρηση των διατάξεων για την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

2. Κατά τις πρώτες εκλογές προς ανάδειξη των αρχών νέων Ο.Τ.Α. οι εκλογικοί τους κατάλογοι συντάσσονται κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 26 του π.δ. 351/2003 (ΦΕΚ316 Α’), όπως αυτό ισχύει.

 

 

Αρθρο 28

Προσόντα εκλογιμότητας

 

1.  Δήμαρχος, πρόεδρος Κοινότητας, δημοτικός ή κοι­νοτικός σύμβουλος, σύμβουλος δημοτικού διαμερίσμα­τος, τοπικός σύμβουλος ή πάρεδρος μπορεί να εκλεγεί ο δημότης που έχει την ικανότητα να εκλέγει και έχει συ­μπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της διενέργειας των εκλογών.

 

2.  Δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος, σύμβουλος δη­μοτικού διαμερίσματος, τοπικός σύμβουλος ή πάρεδρος μπορεί να εκλεγεί ο πολίτης κράτους-μέλους της Ευρω­παϊκής Ενωσης, εφόσον έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας.

 

 

Αρθρο 29

 

Κωλύματα και ασυμβίβαστα

 

1. Δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι δήμαρχοι, πρό­εδροι Κοινοτήτων, δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικού διαμερίσματος ή τοπικοί σύμβου­λοι και πάρεδροι:

α) Δικαστικοί λειτουργοί, αξιωματικοί των ενόπλων δυ­νάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και θρησκευτικοί λειτουργοί των γνωστών θρησκειών.

β) Γενικοί Γραμματείς Δήμων και υπάλληλοι Δήμων ή Κοινοτήτων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπου υπηρετούν, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, κα­θώς και υπάλληλοι των δημοτικών ή κοινοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων που έχουν συ­στήσει ή στα οποία συμμετέχουν οι ίδιοι Δήμοι ή Κοινό­τητες, όπου υπηρετούν με οποιαδήποτε σχέση εργασί­ας.

γ) Υπάλληλοι των Δήμων ή Κοινοτήτων, με οποιαδή­ποτε σχέση εργασίας και αν υπηρετούν, που συνενώνο­νται σε ένα Δήμο, στο νέο Δήμο που προκύπτει από τη συνένωση.

δ) Δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι των φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός είναι οριοθετημένος κατά το χρόνο διενέργειας των εκλογών, στους Δήμους ή τις Κοινότητες, στα διοικητικά όρια των οποίων άσκησαν κα­θήκοντα προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου Γε­νικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης, ένα έτος πριν από τη διενέργεια των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών.

 

2.  Κώλυμα εκλογιμότητας συντρέχει για όσους έχουν εκπέσει από το αιρετό αξίωμα τους, κατόπιν αμετάκλη­της καταδίκης, σύμφωνα με το άρθρο 146, για κακουργή­ματα, καθώς και για τα αδικήματα της παραχάραξης, της κιβδηλείας, της πλαστογραφίας, της δωροδοκίας, της εκβίασης, της κλοπής, της υπεξαίρεσης, της απιστίας, της απάτης, της καταπίεσης, της αιμομιξίας, της μαστροπείας, της σωματεμπορίας, της παράνομης διακίνησης αλλοδαπών, της νομοθεσίας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, καθώς και της λαθρεμπορίας. Το κώλυμα αυτό ισχύει για την επόμενη της έκπτωσης δημοτική ή κοινοτική περίοδο.

 

3. Δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι Δήμαρχοι, πρό­εδροι Κοινοτήτων, δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικού διαμερίσματος, τοπικοί σύμβουλοι ή πάρεδροι:

α. Όποιοι συνδέονται με το Δήμο ή την Κοινότητα ή τα νομικά τους πρόσωπα, εξαιρουμένων των συνδέσμων, με συμβάσεις προμήθειας, εκτέλεσης δημοτικού ή κοινο­τικού έργου, παροχής υπηρεσιών, παραχώρησης δικαιώματος εκμετάλλευσης δημοτικού έργου ή δημοτικής υπηρεσίας, ύψους άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ συνολικά ετησίως.

β. Μέλη διοικητικών συμβουλίων, διαχειριστές, μέτο­χοι και εταίροι κεφαλαιουχικών εταιρειών, που έχουν συμβληθεί με το Δήμο ή την Κοινότητα, εφόσον το πο­σοστό συμμετοχής τους στις εταιρείες υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού κεφαλαίου της εται­ρίας, εταίροι προσωπικών εταιριών, καθώς και κοινοπρακτούντα πρόσωπα, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της προηγούμενης περίπτωσης.

Αν Δήμος ή Κοινότητα συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην επιχείρηση που συμβάλλεται, δεν υπάρχει ασυμβίβαστο για τους αντιπροσώπους του Δήμου ή της Κοινότητας που μετέχουν στη διοίκηση δημόσιων επιχει­ρήσεων, καθώς και δημοτικών ή κοινοτικών επιχειρήσεων.

 

4.  Η ιδιότητα και το αξίωμα του δημάρχου, του προέ­δρου Κοινότητας, του προέδρου του συμβουλίου δημοτι­κού διαμερίσματος, του προέδρου του τοπικού συμβου­λίου, του παρέδρου ή οποιουδήποτε άλλου αιρετού αξιώματος σε όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώ­του βαθμού δεν αποτελεί λόγο ασυμβίβαστου ή αναστο­λής άσκησης του λειτουργήματος τους για τους:

α) Δικηγόρους και συμβολαιογράφους.

β) Μέλη Δ.Ε.Π. Πανεπιστημίων και Ε.Π. Τ.Ε.Ι., περι­λαμβανομένου και του ειδικού διδακτικού και επιστημο­νικού προσωπικού.

 

5.  Δεν αποτελεί ασυμβίβαστο η σύναψη σύμβασης αγοράς δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων, εφόσον η εκ­ποίηση έχει γίνει ύστερα από πλειοδοτική δημοπρασία.

 

6.  Δεν αποτελούν κώλυμα ή ασυμβίβαστο η ιδιότητα μέλους της διοίκησης και η ιδιότητα του υπαλλήλου δη­μοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφέλειας, που συνδέονται με το Δήμο ή την Κοινότητα με σύμβαση που είναι σχετική με το αντικείμενο της δραστηριότητας τους.

 

7.  Το κώλυμα που προβλέπεται στις περιπτώσεις α’ έως και γ’ της παραγράφου 1 παύει να υπάρχει, αν τα πρόσωπα στα οποία συντρέχει παραιτηθούν από τη θέση τους πριν από την ημέρα της ανακηρύξεως των υποψη­φίων. Η παραίτηση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ο οποίος την υποβάλλει αμέσως στην αρχή που είναι αρμόδια να την αποδεχθεί. Η παραίτηση θεωρείται ότι έχει γίνει δεκτή από την επίδοση της και δεν μπορεί να ανακληθεί. Ειδικές διατάξεις που απαγορεύουν την υποβολή ή την αποδοχή της παραίτησης των προσώπων που προβλέπει η παράγραφος 1 ή που περιορίζουν το δικαίωμα τους να παραιτηθούν ή την αρμοδιότητα της αρχής να αποδεχθεί την παραίτηση τους δεν θίγονται από τις διατάξεις αυτής της παραγράφου. Τα πρόσωπα της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 πρέπει επιπροσθέτως να μην έχουν υπη­ρετήσει στο Δήμο ή στην Κοινότητα που θα υποβάλουν υποψηφιότητα δύο (2) μήνες πριν τις εκλογές. Το πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου δεν ισχύει για τους θρη­σκευτικούς λειτουργούς.

 

8. Δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι νομικών προσώ­πων δημοσίου δικαίου, εάν εκλεγούν δήμαρχοι, πρόε­δροι Κοινοτήτων, δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι δεν μπορούν να ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης σε υπηρεσία που εδρεύει στο Δήμο ή στην Κοινότητα, στην οποία εξελέγησαν.

 

9. Δήμαρχοι, πρόεδροι Κοινοτήτων, δημοτικοί ή κοινο­τικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών διαμερισμάτων, τοπικοί σύμβουλοι και πάρεδροι που αποδέχονται οποιο­δήποτε από τα καθήκοντα ή τα έργα που συνιστούν ασυμβίβαστο ή αποκτούν δημοτικότητα σε άλλο Δήμο ή σε άλλη Κοινότητα εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίω­μα τους. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας με πρά­ξη του διαπιστώνει την ύπαρξη του ασυμβίβαστου και την έκπτωση από το αξίωμα.

 

10. Υποψηφιότητα και στους δύο βαθμούς Τοπικής Αυ­τοδιοίκησης δεν επιτρέπεται.

 

11.  Σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο της ιδιότητας αιρετού οργάνου του πρώτου βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του δεύτερου βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποκλείεται.

 

 

Αρθρο 30

Ασυμβίβαστο εξαιτίας οφειλών

 

1.  Δεν μπορούν να είναι δήμαρχοι, δημοτικοί σύμβου­λοι, σύμβουλοι δημοτικού διαμερίσματος και τοπικοί σύμβουλοι όποιοι είναι, από οποιαδήποτε αιτία, οφειλέτες του Δήμου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαί­ου του ίδιου Δήμου, καθώς και της δημοτικής επιχείρη­σης ύδρευσης και αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) και των δημο­τικών κοινωφελών επιχειρήσεων του Δήμου αυτού.

Δεν μπορούν να είναι πρόεδροι Κοινοτήτων, κοινοτικοί σύμβουλοι ή πάρεδροι πρόσωπα που είναι οφειλέτες της Κοινότητας.

 

2. Αν ένας οφειλέτης του Δήμου, των νομικών προσώ­πων της προηγούμενης παραγράφου ή της Κοινότητας, εκλεγεί δήμαρχος, πρόεδρος Κοινότητας, δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος, σύμβουλος δημοτικού διαμερί­σματος, τοπικός σύμβουλος ή πάρεδρος, οφείλει να εξο­φλήσει την οφειλή του έως την ημέρα της εγκατάστα­σης των δημοτικών και κοινοτικών αρχών.

Αν τα προαναφερόμενα πρόσωπα γίνουν οφειλέτες του Δήμου, των ανωτέρω νομικών προσώπων ή της Κοι­νότητας μετά την εκλογή τους, οφείλουν να εξοφλή­σουν την οφειλή τους μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών, αφότου κατέστη οριστική η βεβαίωση της οφειλής και έλαβαν γνώση αυτής ή σε περίπτωση άσκησης ενδίκων βοηθημάτων, αφότου εκδόθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Αν η εξόφληση δεν γίνει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, πλην της περίπτωσης διακανονισμού της οφειλής, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, εκπί­πτουν αυτοδικαίως από το αξίωμα τους. Ο Γενικός Γραμ­ματέας της Περιφέρειας με πράξη του διαπιστώνει την ύπαρξη του ασυμβίβαστου της προηγούμενης παραγρά­φου και την έκπτωση από το αξίωμα.

 

Αρθρο 31

Επαγγελματική δραστηριότητα του δημάρχου

 

Ο δήμαρχος μπορεί να ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα, εφόσον δεν παρακωλύεται η πλήρης εκτέλεση των δημαρχιακών του καθηκόντων.

 

 

 

Αρθρο 32

Αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής και έφοροι των αντιπροσώπων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΕΦΟΡΕΥΤΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

 

1.  Εφορος των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής είναι ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο Δήμος ή η Κοινότητα. Αυτός διο­ρίζει σε κάθε εκλογικό τμήμα της περιφέρειας του πρω­τοδικείου τον αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ψηφοφορία.

 

2. Αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής διορίζονται:

α) Οι πρωτοδίκες και αντεισαγγελείς πρωτοδικών, καθώς και οι αντίστοιχοι πάρεδροι.

β) Οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας.

γ) Οι πρωτοδίκες και οι πάρεδροι των διοικητικών πρωτοδικείων.

δ) Οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

ε) Οι ειρηνοδίκες και οι πταισματοδίκες,

στ) Οι σπουδαστές της Εθνικής Σχολής Δικαστών.

ζ) Οι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

η) Οι δικηγόροι.

θ) Οι ασκούμενοι δικηγόροι και οι υπάλληλοι με βαθμό Α’ και Β’ της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρα­τείας και όλων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών αυτών, των τακτικών διοικητικών δι­καστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των έμμισθων υπο­θηκοφυλακείων.

ι) Οι συμβολαιογράφοι,

ια) Οι έμμισθοι και άμισθοι υποθηκοφύλακες,

ιβ) Οι Επιμελητές Ανηλίκων με βαθμό Α’ και Β’ των Δικαστηρίων Ανηλίκων της Χώρας και οι υπάλληλοι με βαθμό Α’ και Β’ της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργεί­ου Δικαιοσύνης.

 

3.  Αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής δεν μπορεί να διοριστεί όποιος έχει υπερβεί το 67ο έτος της ηλικίας του.

 

4.  Σε περιπτώσεις εξαιρετικής ανάγκης ο διορισμός αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής μπορεί να γίνει και έως την πέμπτη ημέρα πριν από την ψηφοφορία.

 

5.  Αν τα πρόσωπα που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 4 του παρόντος δεν επαρκούν, ο έφορος ζητά από τον πρόεδρο πρωτοδικείου του κράτους, κατά προτίμηση του πλησιέστερου, να διορίσει ως αντιπροσώπους δικη­γόρους και συμβολαιογράφους που υπηρετούν στην πε­ριφέρεια του πρωτοδικείου.

Αν τα πρόσωπα που ορίζονται για να διορισθούν ως αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής, σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν επαρκούν, ο έφορος των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής μπορεί να διορίσει για συμπλήρω­ση του απαιτούμενου αριθμού, μόνιμους δημόσιους πο­λιτικούς υπαλλήλους ή μόνιμους υπαλλήλους της Νο­μαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που είναι πτυχιούχοι Νομικής με βαθμό τουλάχιστον Β’ ή πτυχιούχοι άλλων σχολών, και οι οποίοι κατέχουν θέση προϊσταμένου, τουλάχιστον τμήματος, αρκεί να μην υπηρετούν σε υπηρεσία εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου ή της Κοινότητας, σε εκλογικό τμήμα του οποίου διορίζονται.

 

6.  Πα την εφαρμογή των ανωτέρω οι Γενικοί Γραμμα­τείς Περιφερειών αποστέλλουν στους εφόρους των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, προέδρους των Πρωτοδικείων, ονομαστικές καταστάσεις όλων των μόνι­μων δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων της περιφέρειας τους, των μονίμων υπαλλήλων της Νομαρχιακής Αυτο­διοίκησης, που μπορούν, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να διοριστούν αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής. Για όσους υπηρετούν σε υπηρεσίες υπουργείων, κεντρικές ή περιφερειακές, οι καταστάσεις συντάσσονται από την αρμόδια κεντρική υπηρεσία κάθε υπουργείου και απο­στέλλονται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Διεύθυνση Εκλογών).

Οι καταστάσεις αυτές πρέπει να έχουν περιέλθει στους αποδέκτες οπωσδήποτε δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη διενέργεια της ψηφοφορίας.

 

7.  Οι δικηγόροι που είναι βουλευτές, καθώς και αυτοί που έχουν ανακηρυχθεί υποψήφιοι, δεν διορίζονται αντι­πρόσωποι.

 

8.  Οι αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής δεν ψηφί­ζουν, αν δεν είναι γραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου ή της Κοινότητας όπου ασκούν τα καθήκοντα τους.

 

9. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη των εφορευτι­κών επιτροπών κληρώνονται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών, δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη διενέργεια της ψηφοφορίας. Σε περίπτωση ματαίωσης κατά το άρθρο 48 ή επανάληψης της ψηφοφορίας κατά το άρθρο 59 οι εκλογές διεξάγο­νται με τα ίδια μέλη των εφορευτικών επιτροπών.

 

 

Αρθρο 33

 

Αποζημίωση των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής

 

Η ημερήσια αποζημίωση, οι ημέρες για τις οποίες πα­ρέχεται και τα οδοιπορικά έξοδα των αντιπροσώπων ορί­ζονται και καταβάλλονται σύμφωνα με τις σχετικές ρυθ­μίσεις για τις βουλευτικές εκλογές.

 

 

Αρθρο 34

Υποψηφιότητες

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ – ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

 

1.  Η εκλογή του δημάρχου, του προέδρου της Κοινό­τητας, των δημοτικών και κοινοτικών συμβούλων, των συμβούλων του δημοτικού διαμερίσματος, των τοπικών συμβούλων και του παρέδρου, γίνεται κατά συνδυασμούς. Υποψηφιότητες εκτός συνδυασμών αποκλείονται.

 

2.  Κάθε συνδυασμός περιλαμβάνει:

α. Έναν υποψήφιο δήμαρχο ή πρόεδρο Κοινότητας.

β. Υποψήφιους δημοτικούς ή κοινοτικούς συμβούλους. Ο αριθμός των υποψήφιων δημοτικών ή κοινοτικών συμ­βούλων πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσος με τον αριθμό των μελών που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 19 για τους Δήμους και του άρθρου 20 για τις Κοινότητες, μπορεί δε να αυξηθεί έως το πενήντα τοις εκατό (50%) του αριθμού αυτού. Η ίδια αύξηση μπορεί να γίνει και στον αριθμό των υποψήφιων συμβούλων των δημοτικών διαμερισμάτων. Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλο­ποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα, εφόσον το κλά­σμα είναι ίσο με μισό της μονάδας και άνω.

γ. Σε κάθε συνδυασμό υποψηφίων δημοτικών συμβούλων μπορεί να περιλαμβάνονται μέχρι δύο (2) υποψή­φιοι, οι οποίοι διετέλεσαν αιρετοί για τρεις περιόδους στο αξίωμα του Δημάρχου ή για μία περίοδο στο αξίωμα του Δημάρχου και τρεις περιόδους σε εκείνο του προέ­δρου Κοινότητας σε οποιονδήποτε Δήμο ή Κοινότητα του ίδιου νομού.

Για τους ανωτέρω υποψήφιους δεν απαιτείται σταυρός προτίμησης. Αν σημειωθεί, δεν συνεπάγεται ακυρότητα του ψηφοδελτίου.

δ. Υποψήφιους συμβούλους του δημοτικού διαμερί­σματος. Ο αριθμός των υποψήφιων συμβούλων του κάθε δημοτικού διαμερίσματος είναι ίσος τουλάχιστον με τον αριθμό των μελών του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος, με δυνατότητα προσαύξησης, σύμφωνα με την περίπτωση β’ αυτής της παραγράφου.

ε. Υποψήφιους τοπικούς συμβούλους. Ο αριθμός των υποψήφιων συμβούλων για κάθε τοπικό συμβούλιο, είναι επτά (7) για τα επταμελή, πέντε (5) για τα πενταμελή και τρεις (3) για τα τριμελή και μπορεί να αυξηθεί έως εννέα (9), επτά (7) και τέσσερα (4), αντιστοίχως.

στ. Υποψήφιους παρέδρους. Ο αριθμός των υποψή­φιων παρέδρων για κάθε τοπικό διαμέρισμα Κοινότητας ορίζεται μέχρι δύο (2).

 

3.  Ο αριθμός των υποψήφιων δημοτικών ή κοινοτικών συμβούλων, συμβούλων δημοτικού διαμερίσματος και τοπικών συμβούλων από κάθε φύλο πρέπει να ανέρχεται σε ποσοστό ίσο τουλάχιστον με το ένα τρίτο (1/3) του αριθμού των υποψήφιων συμβούλων. Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται διακεκριμένα για τα δημοτικά συμβούλια και για τα συμβούλια των δημοτικών διαμερισμάτων, με βάση τον αριθμό των συμβούλων, όπως αυτός προβλέπεται στα άρθρα 19 παρ. 2 και 21 παρ. 2. Ομοίως υπολογίζεται και για τα κοινοτικά συμβούλια, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2. Ειδικά για τους υποψήφιους τοπικούς συμβούλους το ποσοστό του ενός τρίτου (1/3) υπολογίζεται επί του συνολικού αριθμού των υποψήφιων της κα­τηγορίας αυτής που περιλαμβάνονται σε κάθε συνδυασμό. Ο συνολικός αριθμός των υποψήφιων των συνδυασμών, που αντιστοιχεί στο ένα τρίτο (1/3), όπως αυτό έχει υπολογιστεί κατά τα ανωτέρω εδάφια, αρκεί να υφί­σταται για το σύνολο των υποψηφίων κάθε συνδυασμού, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιμερίζεται ισομερώς σε κα­θεμία από τις ανωτέρω κατηγορίες υποψήφιων. Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα, εφόσον το κλάσμα είναι ίσο με μισό της μονάδας και άνω.

 

4.  Υποψηφιότητα από το ίδιο πρόσωπο και για την εκλογή του ως δημάρχου ή προέδρου Κοινότητας, ως μέλους δημοτικού συμβουλίου, ως μέλους άλλου τοπι­κού συμβουλίου και ως παρέδρου δεν επιτρέπεται.

 

5.  Κανείς δεν μπορεί να μετέχει σε περισσότερους από έναν συνδυασμούς.

 

 

Αρθρο 35

 

Κατάρτιση συνδυασμών

 

 

1.α) Ο συνδυασμός καταρτίζεται με γραπτή δήλωση, που υπογράφουν όλοι οι υποψήφιοι που τον αποτελούν. Στη δήλωση του συνδυασμού, στην οποία πρέπει να ανα­γράφεται ρητά και το πατρώνυμο των υποψηφίων, η σει­ρά των υποψηφίων καθορίζεται με τον εξής τρόπο:

α1. Πρώτο γράφεται το επώνυμο και το όνομα του υποψήφιου δημάρχου ή προέδρου της Κοινότητας.

α2. Ακολουθούν τα ονοματεπώνυμα των υποψηφίων της περίπτωσης γ’ της παρ. 2 του προηγούμενου άρ­θρου με την παράπλευρη σημείωση («χωρίς σταυρό προ­τίμησης») και έπονται με αλφαβητική σειρά, τα επώνυμα και ονόματα των λοιπών υποψήφιων δημοτικών ή κοινο­τικών συμβούλων του συνδυασμού.

α3. Μετά τα επώνυμα και τα ονόματα του υποψήφιου δημάρχου και των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων, αναγράφεται με αλφαβητική σειρά το επώνυμο και το όνομα των υποψήφιων μελών του συμβουλίου του πρώ­του δημοτικού διαμερίσματος. Κατά τον ίδιο τρόπο ανα­γράφονται στη συνέχεια τα επώνυμα και ονόματα των υποψήφιων μελών του συμβουλίου, καθενός από τα λοι­πά δημοτικά διαμερίσματα (δεύτερου, τρίτου κ.λπ.).

α4. Μετά τα επώνυμα και τα ονόματα του υποψήφιου δημάρχου και των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων και κάτω από την ονομασία του τοπικού συμβουλίου, ανα­γράφεται με αλφαβητική σειρά το επώνυμο και το όνομα των υποψήφιων μελών του κάθε τοπικού συμβουλίου. Τα τοπικά συμβούλια αναγράφονται επίσης με την αλφαβη­τική σειρά της ονομασίας τους.

α5. Μετά τα επώνυμα και τα ονόματα του υποψήφιου προέδρου της Κοινότητας και των υποψήφιων κοινοτι­κών συμβούλων και κάτω από την ονομασία του τοπικού διαμερίσματος αναγράφονται με αλφαβητική σειρά τα επώνυμα και τα ονόματα των υποψήφιων παρέδρων.

Η δήλωση του συνδυασμού είναι νόμιμη:

ι) Αν περιλαμβάνονται σε αυτήν υποψήφιοι τουλάχι­στον για το τριάντα τοις εκατό (30%) του συνόλου των επταμελών και πενταμελών τοπικών συμβουλίων του Δήμου και το τριάντα τοις εκατό (30%) του συνόλου των τριμελών. Το τυχόν κλάσμα που προκύπτει παραλείπεται.

ιι) Αν οι υποψήφιοι τοπικοί σύμβουλοι δεν είναι λιγότε­ροι από τέσσερις (4) για τα επταμελή και από τρεις (3) για τα πενταμελή και τριμελή τοπικά συμβούλια.

iii) Αν δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν υποψήφιοι πάρε­δροι για όλα τα τοπικά διαμερίσματα.

Η μη ύπαρξη υποψήφιων συμβούλων για τα δημοτικά διαμερίσματα δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της δήλωσης του οικείου συνδυασμού.

β) Για τις γυναίκες μπορεί να χρησιμοποιηθεί, πέραν του ονοματεπώνυμου με το οποίο είναι γραμμένες στην οικογενειακή τους μερίδα, το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά την αλφαβητική αναγραφή των υποψήφιων στη δή­λωση κατάρτισης συνδυασμού, ως δεύτερο επώνυμο:

β1. το επώνυμο του συζύγου τους, στην περίπτωση που στην οικογενειακή τους μερίδα είναι γραμμένες με το πατρικό τους επώνυμο και

β2. το πατρικό τους επώνυμο, στην περίπτωση που στην οικογενειακή τους μερίδα είναι γραμμένες με το επώνυμο του συζύγου τους.

γ) Δίπλα ή κάτω από το όνομα του υποψήφιου δημάρ­χου ή του υποψήφιου προέδρου της Κοινότητας γράφο­νται οι αντίστοιχες ενδείξεις. Αν λείπουν οι ενδείξεις αυ­τές στους συνδυασμούς των Δήμων όποιος είναι γραμ­μένος πρώτος θεωρείται «υποψήφιος δήμαρχος» και στους συνδυασμούς των Κοινοτήτων, όποιος είναι γραμ­μένος πρώτος θεωρείται «υποψήφιος πρόεδρος της Κοι­νότητας».

 

2. Η δήλωση μπορεί να υποβληθεί και από έναν από τους υποψήφιους που περιλαμβάνονται σε αυτήν ή από τρεις (3) τουλάχιστον εκλογείς που είναι γραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου ή της Κοινότητας. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται γραπτή αποδοχή κάθε προσώπου που προτείνεται με τη δήλωση.

 

3.  Στη δήλωση επισυνάπτεται για κάθε υποψήφιο του συνδυασμού:

α) Πιστοποιητικό εγγραφής στο δημοτολόγιο του Δή­μου ή της Κοινότητας, όπου είναι υποψήφιος.

β) Υπεύθυνη δήλωση του υποψήφιου ότι δεν έχει στε­ρηθεί κανένα πολιτικό του δικαίωμα ή ότι έληξε η πρό­σκαιρη αποστέρηση των δικαιωμάτων αυτών ή θα έχει λήξει την ημέρα της εκλογής, καθώς και ότι δεν συντρέ­χουν τα κωλύματα εκλογιμότητας του άρθρου 29.

γ) Αποδεικτικό είσπραξης Δ.Ο.Υ., από το οποίο προκύ­πτει ότι κάθε υποψήφιος δήμαρχος, δημοτικός σύμβου­λος και σύμβουλος δημοτικού διαμερίσματος, πρόεδρος Κοινότητας και κοινοτικός σύμβουλος έχει καταθέσει υπέρ του Δημοσίου, αντίστοιχα, το ποσό των εκατό ευρώ (100), πενήντα ευρώ (50), πενήντα ευρώ (50) και τριάντα ευρώ (30). Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να γίνει αναπροσαρ­μογή των ποσών αυτών. Αντίστοιχο αποδεικτικό Δ.Ο.Υ. δεν απαιτείται προκειμένου για Κοινότητες που έχουν πληθυσμό έως χίλιους (1.000) κατοίκους, καθώς και σε περίπτωση υποψηφιότητας για το αξίωμα του μέλους του τοπικού συμβουλίου και του παρέδρου.

δ) Υπεύθυνη δήλωση του υποψήφιου συμβούλου του δημοτικού διαμερίσματος ότι είναι κάτοικος της περιφέ­ρειας του δημοτικού διαμερίσματος για το οποίο είναι υποψήφιος.

 

4.  Η δήλωση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, ύστε­ρα από παραγγελία των προσώπων που την υποβάλλουν ή ενός εκλογέα δημότη ή παραδίδεται με απόδειξη στον πρόεδρο του πρωτοδικείου, αν πρόκειται για Δήμο και στον ειρηνοδίκη, αν πρόκειται για Κοινότητα, είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες, πριν από την ψηφοφορία.

Έως τη λήξη αυτής της προθεσμίας, επιτρέπεται μόνο να συμπληρωθεί ο συνδυασμός έως τον επιτρεπόμενο αριθμό των υποψήφιων συμβούλων με συμπληρωματική δήλωση του υποψήφιου δημάρχου ή προέδρου Κοινότη­τας. Στη δήλωση αυτή επισυνάπτονται τα στοιχεία που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος, καθώς και γρα­πτή αποδοχή του προσώπου, που προτείνεται. Μετά τη λήξη της εικοσαήμερης προθεσμίας, που απαιτείται για την επίδοση ή την παράδοση στο αρμόδιο δικαστήριο, καμία μεταβολή της δηλώσεως δεν επιτρέπεται, εκτός από την αντικατάσταση προσώπων που πέθαναν, σύμ­φωνα με το άρθρο 38.

 

5.  Στη δήλωση μπορεί να ορίζεται όνομα και έμβλημα του συνδυασμού. Απαγορεύεται να ορίζεται ή να χρησι­μοποιείται ως όνομα ή ως έμβλημα σύμβολο θρησκευτι­κής λατρείας, η σημαία ή άλλο παρόμοιο σύμβολο κρά­τους ή σημείο ιδιαίτερης ευλάβειας, στέμμα, όνομα ή έμ­βλημα πολιτικής οργανώσεως, φωτογραφία προσώπου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό, έμβλημα κράτους, που ίσχυε παλαιότερα ή ισχύει ακόμη, καθώς και συμβό­λων ή εμβλημάτων του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 ή φωτογραφιών προσώπων που έχουν καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους σε αυτό. Αν γίνουν περισσότερες δηλώσεις με το ίδιο όνομα ή έμ­βλημα, δικαίωμα χρήσης έχει όποιος το έχει δηλώσει πρώτος. Αν γίνει παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου και η παράβαση βεβαιωθεί από το αρμόδιο δικαστήριο, η δήλωση είναι απαράδεκτη.

 

6.  Αν δεν έχει τηρηθεί κάποια από τις διατυπώσεις ή δεν υπάρχει κάποια από τις προϋποθέσεις ή κάποιο από τα στοιχεία που προβλέπουν οι παράγραφοι 1, 2 και 3 και αυτό βεβαιωθεί από το δικαστήριο η δήλωση είναι απα­ράδεκτη. Ειδικότερα, αν έχει συνταχθεί η δήλωση του συνδυασμού που προβλέπει η παράγραφος 1, με διαφορετικό τρόπο, δεν είναι απαράδεκτη, εφόσον περιλαμβάνει ρητή δήλωση που ορίζει τον υποψήφιο δήμαρχο ή πρόεδρο Κοινότητας, καθώς και τους υποψήφιους συμβούλους χωρίς σταυρό προτίμησης. Απαράδεκτη είναι και η εκπρόθεσμη δήλωση, καθώς και η δήλωση που περιλαμβάνει λιγότερους υποψήφιους από τα ελάχιστα όρια των παραγράφων 2 περιπτώσεις α’, β’ και δ’ και 3 του άρθρου 34.

 

 

Αρθρο 36

Κατάργηση Κοινότητας και Τοπικού Διαμερίσματος σε περίπτωση που δεν υποβάλλεται δήλωση συνδυασμού

 

Αν σε μία Κοινότητα ματαιωθεί η εκλογή συμβούλων, επειδή δεν έχει υποβληθεί δήλωση συνδυασμού υποψη­φίων, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας εκδίδει αμέσως πρόγραμμα για την επανάληψη της εκλογής. Αν και κατά τη νέα εκλογή δεν δηλωθεί συνδυασμός υπο­ψηφίων, η Κοινότητα ενώνεται με το Δήμο ή την Κοινό­τητα που εδρεύει πλησιέστερα προς την έδρα της, με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η ανωτέρω ρύθμιση ισχύει, χωρίς τη διαδικασία επα­νάληψης και για τα τοπικά διαμερίσματα, αν δεν δηλωθεί συνδυασμός για τα τοπικά συμβούλια ή τον πάρεδρο. Στην περίπτωση αυτή το τοπικό διαμέρισμα καταργείται.

 

 

Αρθρο 37

 

Ανακήρυξη και κοινοποίηση συνδυασμών

 

1.  Τη δεκάτη πέμπτη ημέρα πριν από την ψηφοφορία το πρωτοδικείο, αν πρόκειται για Δήμο και το ειρηνοδι­κείο αν πρόκειται για Κοινότητα, ανακηρύσσει σε δημό­σια συνεδρίαση τους συνδυασμούς που έχουν δηλωθεί νόμιμα.

 

2. Ο πρόεδρος του πρωτοδικείου και ο ειρηνοδίκης κοι­νοποιούν αμέσως στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέ­ρειας τις σχετικές αποφάσεις.

 

3.  Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας κυρώνει και στέλνει αμέσως σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα πίνακα των συνδυασμών που έχουν ανακηρυχθεί.

 

4.  Μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την ανακήρυξη της παραγράφου 1 μπορεί να ασκηθεί ένσταση για παράβα­ση του νόμου κατά την ανακήρυξη των συνδυασμών ή για έλλειψη νομίμων προσόντων ή για ύπαρξη κωλυμά­των των υποψήφιων.

 

 

Αρθρο 38

Αντικατάσταση υποψηφίων που παραιτήθηκαν ή πέθαναν

 

1.  Ο υποψήφιος δήμαρχος ή πρόεδρος Κοινότητας μπορεί να παραιτηθεί από την υποψηφιότητα του. Η πα­ραίτηση γίνεται με γραπτή δήλωση του που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή ή παραδίδεται με απόδειξη στον πρόεδρο του πρωτοδικείου ή στον ειρηνοδίκη την όγδοη ημέρα, το αργότερο, πριν τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας.

 

2.  Σε περίπτωση παραίτησης ή θανάτου του υποψή­φιου δημάρχου ή προέδρου Κοινότητας, τη θέση του στο συνδυασμό καταλαμβάνει είτε νέος υποψήφιος είτε ένας από τους υποψήφιους δημοτικούς ή κοινοτικούς συμβούλους του συνδυασμού, ύστερα από δήλωση της πλειοψηφίας των υποψηφίων. Στη δήλωση επισυνάπτονται τα στοιχεία που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 35, καθώς και η γραπτή αποδοχή του προσώπου που προτείνεται. Το αρμόδιο δικαστήριο ανακηρύσσει αμέσως τον αντικαταστάτη υποψήφιο.

Αν δεν έγινε αντικατάσταση, τη θέση του δημάρχου ή προέδρου Κοινότητας παίρνει όποιος δημοτικός ή κοινο­τικός σύμβουλος του συνδυασμού λάβει τις περισσότε­ρες ψήφους προτίμησης.

 

3.  Σε περίπτωση παραίτησης ή ανακήρυξης του ως υποψήφιου δημάρχου σε αντικατάσταση παραιτηθέντος ή θανόντος κατά την προηγούμενη παράγραφο ή θανά­του υποψήφιου δημοτικού ή κοινοτικού συμβούλου, υπο­ψήφιου συμβούλου του δημοτικού διαμερίσματος ή υπο­ψήφιου τοπικού συμβούλου ή υποψήφιου παρέδρου, τη θέση του μπορεί να καταλάβει νέος υποψήφιος, ύστερα από δήλωση του υποψήφιου δημάρχου ή προέδρου Κοι­νότητας ακόμη και αν έχει περάσει η προθεσμία της παρ. 4 του άρθρου 35. Στη δήλωση επισυνάπτονται τα στοι­χεία που ορίζει το άρθρο 35, καθώς και η γραπτή αποδο­χή του προσώπου που προτείνεται. Για την παραίτηση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 1. Το αρμόδιο δικαστήριο ανακηρύσσει αμέσως τον αντι­καταστάτη υποψήφιο.

 

4. Συνδυασμός, που περιέχει αριθμό υποψήφιων δημο­τικών ή κοινοτικών συμβούλων ή συμβούλων δημοτικού διαμερίσματος ή τοπικών συμβούλων ή παρέδρων μικρό­τερο από το ελάχιστο όριο της παρ. 2 του άρθρου 34, εξαιτίας παραίτησης ή θανάτου υποψήφιων του, για τους οποίους δεν δηλώθηκε αντικατάσταση, θεωρείται νόμι­μος και μετέχει στην εκλογή.

 

 

Αρθρο 39

 

Δικαιώματα συνδυασμών

 

1.  Κάθε συνδυασμός έχει δικαίωμα να διορίσει έναν αντιπρόσωπο και έναν αναπληρωτή του σε κάθε εκλογι­κό τμήμα, με γραπτή δήλωση του υποψήφιου δημάρχου ή προέδρου Κοινότητας.

 

2.  Επίσης κάθε συνδυασμός έχει δικαίωμα να διορίζει πληρεξούσιο με συμβολαιογραφική δήλωση του υποψή­φιου δημάρχου ή προέδρου Κοινότητας. Ο πληρεξού­σιος ενεργεί για λογαριασμό του συνδυασμού οτι­δήποτε μπορεί να ενεργήσει, σύμφωνα με το νόμο, ο υποψήφιος δήμαρχος ή πρόεδρος Κοινότητας, κατά τη διεξαγωγή της εκλογής.

 

3.  Σε περίπτωση που ο υποψήφιος δήμαρχος ή πρόε­δρος Κοινότητας έχει αποβιώσει ή παραιτηθεί, ο διορι­σμός των αντιπροσώπων και του πληρεξουσίου γίνεται με δήλωση της πλειοψηφίας των υποψήφιων του οικείου συνδυασμού.

 

4. Οι υποψήφιοι, οι αντιπρόσωποι των συνδυασμών και οι αναπληρωτές τους έχουν δικαίωμα να είναι παρόντες κατά τη διάρκεια όλης της διαδικασίας της εκλογής, ώσπου να σφραγιστούν οι σάκοι και να υποβάλουν κάθε είδους παρατηρήσεις και ενστάσεις.

 

5.  Δεν μπορούν να διοριστούν αντιπρόσωποι, αναπλη­ρωτές ή πληρεξούσιοι συνδυασμών ο δήμαρχος, ο πρόε­δρος της Κοινότητας, οι δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβου­λοι, οι σύμβουλοι του δημοτικού διαμερίσματος, οι τοπι­κοί σύμβουλοι και οι πάρεδροι, όποιοι δεν έχουν το δικαίωμα να εκλέγουν και όλοι όσοι δεν μπορούν να εκλεγούν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 29, εκτός αν παραιτηθούν από τη θέση τους πριν από την ημέρα της ανακήρυξης των συνδυασμών. Για την παραίτηση και την αποδοχή της εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 29.

 

 

Αρθρο 40

 

Πρόγραμμα της εκλογής

 

1.  Ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της Κοινότητας εκδίδει και δημοσιεύει, με τοιχοκόλληση, σε όλες τις συνοικίες της πόλεως, σε όλα τα χωριά και τους οικισμούς του Δή­μου ή της Κοινότητας τρεις (3) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ψηφοφορία, πρόγραμμα που αναφέρει ακριβώς την ημέρα της ψηφοφορίας, τις ώρες που αρχίζει και τε­λειώνει, τον τόπο και το κατάστημα της ψηφοφορίας, τις έδρες για τις οποίες γίνεται η εκλογή και τους συνδυα­σμούς μαζί με τα ονόματα των υποψηφίων, που συγκρο­τούν κάθε συνδυασμό, όπως είναι γραμμένα στον πίνακα που έχει στείλει ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας.

 

2.  Το πρόγραμμα της πρώτης εκλογής σε νέο Δήμο ή Κοινότητα εκδίδεται και δημοσιεύεται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

 

 

Αρθρο 41

 

Υπολογισμός προθεσμιών

 

1.  Στις προθεσμίες που ορίζονται κατά τη διαδικασία εκλογής των δημοτικών και κοινοτικών αρχών, δεν υπο­λογίζεται η ημέρα της ψηφοφορίας.

 

2.  Η προθεσμία λήγει, μόλις παρέλθει και η τελευταία ημέρα της, έστω και αν είναι ημέρα αργίας.

 

 

 

 

Αρθρο 42

Μορφή των ψηφοδελτίων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΑ – ΦΑΚΕΛΟΙ – ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

 

1. Τα ψηφοδέλτια κατασκευάζονται από λευκό χαρτί.

 

2. Τα ψηφοδέλτια, για όλη την επικράτεια, έχουν σχή­μα ορθογώνιο. Οι διαστάσεις των ψηφοδελτίων ορίζο­νται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

3.  Η εκτύπωση των εντύπων ψηφοδελτίων πρέπει να είναι με μαύρη απόχρωση.

 

 

Αρθρο 43

 

Εκτύπωση και διανομή των ψηφοδελτίων

 

1. Οι συνδυασμοί οφείλουν να τυπώσουν τα ψηφοδέλ­τια και να παραδώσουν, με απόδειξη, στον δήμαρχο ή στον πρόεδρο της Κοινότητας, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ψηφοφορία, ψηφοδέλτια σε αριθμό επαρκή για τις ανάγκες των εκλογικών τμημάτων της πε­ριφέρειας τους.

 

2.  Ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της Κοινότητας οφείλει να εφοδιάσει κάθε εκλογικό τμήμα της περιφέρειας του με ψηφοδέλτια, κατά είκοσι τοις εκατό (20%), τουλάχι­στον, περισσότερα από τους εκλογείς του τμήματος.

 

 

Αρθρο 44

 

Περιεχόμενο των ψηφοδελτίων

 

1.  Στο επάνω μέρος όλων των ψηφοδελτίων σημειώ­νονται το έμβλημα και το όνομα του συνδυασμού, που έχουν τυχόν δηλωθεί και κάτω από αυτά τα ονόματα των υποψηφίων κατά το άρθρο 35.

α. Για κάθε δημοτικό διαμέρισμα εκτυπώνεται ιδιαίτε­ρο ψηφοδέλτιο, στο οποίο περιλαμβάνονται το επώνυμο και το όνομα του υποψήφιου δημάρχου και των υποψή­φιων δημοτικών συμβούλων. Ακολουθεί η ονομασία του δημοτικού διαμερίσματος και στη συνέχεια αναγράφο­νται τα ονόματα των υποψήφιων συμβούλων αυτού.

β. Για κάθε τοπικό διαμέρισμα Δήμου ή Κοινότητας εκτυπώνεται, επίσης, ιδιαίτερο ψηφοδέλτιο, στο οποίο περιλαμβάνονται το επώνυμο, το όνομα του υποψήφιου δημάρχου ή προέδρου της Κοινότητας και υποψήφιων δημοτικών ή κοινοτικών συμβούλων. Ακολουθεί η ονομα­σία του τοπικού συμβουλίου ή του τοπικού διαμερίσμα­τος Κοινότητας και στη συνέχεια αναγράφονται τα ονό­ματα των υποψήφιων τοπικών συμβούλων ή παρέδρων, αντιστοίχως.

 

2.  Εγγραφές και διαγραφές δεν επιτρέπονται, και αν γίνουν, έχουν ως αποτέλεσμα την ακυρότητα του ψηφο­δελτίου.

 

3.  Η προτίμηση του εκλογέα εκφράζεται με σταυρό που σημειώνεται με στυλογράφο μαύρης ή κυανής από­χρωσης δίπλα στο ονοματεπώνυμο κάθε υποψηφίου, με εξαίρεση τους τυχόν υποψήφιους της περίπτωσης γ’ της παρ. 2 του άρθρου 34 για τους οποίους και δεν απαι­τείται σταυρός προτίμησης. Τυχόν θέση σταυρού σε αυ­τούς δεν επάγεται ακυρότητα.

 

4. Σταυρός προτίμησης που σημειώνεται με διαφορετι­κό τρόπο θεωρείται ότι δεν είναι γραμμένος και η εγκυ­ρότητα του ψηφοδελτίου ελέγχεται, σύμφωνα με τη διά­ταξη της περιπτώσεως γ’ της παρ. 1 του άρθρου 45.

 

5.  Ο εκλογέας μπορεί να εκφράσει την προτίμηση του προς έναν υποψήφιο κοινοτικό σύμβουλο, σημειώνοντας σταυρό δίπλα στο όνομα του στο ψηφοδέλτιο του συν­δυασμού. Στους Δήμους ο εκλογέας μπορεί να εκφράσει την προτίμηση του υπέρ ενός ή υπέρ δύο υποψηφίων δημοτικών συμβούλων, πλην των Δήμων Αθηναίων, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς, στους οποίους ο εκλογέας μπορεί να εκφράσει την προτίμηση του υπέρ ενός, υπέρ δύο ή υπέρ τριών υποψηφίων. Ψηφοδέλτιο συνδυασμού με πε­ρισσότερους σταυρούς προτίμησης από τους ανωτέρω κατά περίπτωση οριζόμενους είναι έγκυρο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη κανένας σταυρός προτίμησης.

 

6.  Ο εκλογέας μπορεί να εκφράσει την προτίμηση του υπέρ ενός ή υπέρ δύο υποψήφιων συμβούλων δημοτικού διαμερίσματος με εξαίρεση τα δημοτικά διαμερίσματα των Δήμων Αθηναίων,  Θεσσαλονίκης και  Πειραιώς στους οποίους ο εκλογέας μπορεί να εκφράσει την προ­τίμηση του υπέρ ενός, υπέρ δύο ή υπέρ τριών υποψηφί­ων. Ο εκλογέας μπορεί να εκφράσει την προτίμηση του προς έναν μόνο υποψήφιο τοπικού διαμερίσματος και πάρεδρο. Η προτίμηση αποτυπώνεται με τη σημείωση σταυρού παραπλεύρως των ονομάτων των υποψηφίων στο ψηφοδέλτιο του οικείου συνδυασμού.

 

7.  Για τον υποψήφιο δήμαρχο και τον υποψήφιο πρόε­δρο της Κοινότητας δεν χρειάζεται σταυρός προτίμησης και αν σημειωθεί, δεν συνεπάγεται ακυρότητα του ψη­φοδελτίου.

 

 

Αρθρο 45

 

Ακυρα ψηφοδέλτια

 

1. Εκτός από την περίπτωση ακυρότητας κατά την πα­ράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου, το ψηφοδέλτιο είναι άκυρο μόνον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Αν έχει σχήμα ή διαστάσεις που διαφέρουν κατά τρόπο εμφανή από αυτά που ορίζει η απόφαση που προ­βλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 42.

β) Αν έχει τυπωθεί σε χαρτί ή με μελάνι που το χρώμα του διαφέρει κατά τρόπο εμφανή από αυτό που ορίζεται στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 42.

γ) Αν έχουν σημειωθεί σε οποιαδήποτε πλευρά του λέ­ξεις, φράσεις, υπογραμμίσεις, στίγματα ή άλλα σημεία, εφόσον αποτελούν διακριτικά γνωρίσματα που παραβιά­ζουν με τρόπο προφανή το απόρρητο της ψηφοφορίας.

δ) Αν βρεθεί στο φάκελο με ένα ή περισσότερα άλλα έγκυρα ή άκυρα ψηφοδέλτια του ίδιου ή διαφορετικού συνδυασμού ή με λευκά και

ε) Αν βρεθεί μέσα σε φάκελο που δεν είναι σύμφωνος με τις ρυθμίσεις του επόμενου άρθρου.

 

 

Αρθρο 46

 

Εκλογικοί φάκελοι

 

1.  Οι φάκελοι, μέσα στους οποίους κλείνονται τα ψη­φοδέλτια, κατασκευάζονται για όλη την επικράτεια με φροντίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, από χαρτί αδιαφανές σε λευκή απόχρωση και έχουν στην εμπρός πλευρά έντυπο γνώρισμα. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι διαστάσεις των φακέλων και το έντυπο γνώρισμα τους.

 

2.  Το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης φροντίζει να αποστέλλεται, εγκαίρως, στους Γενικούς Γραμματείς των Περιφερειών επαρκής αριθμός φακέλων. Οι Γενικοί Γραμματείς των Περιφερειών φροντίζουν να διαβιβάζονται, εγκαίρως, οι φάκελοι αυτοί στις δημοτικές και κοινοτικές αρχές, που εφοδιάζουν τις εφορευτικές επιτροπές κάθε εκλογικού τμήματος της χωρικής αρμοδιότητας τους.

 

3.  Αν δεν υπάρχουν οι ανωτέρω φάκελοι, η εφορευτική επιτροπή πιστοποιεί την έλλειψη και προμηθεύεται άλλους φακέλους, ομοιόμορφους.

 

4.  Εκτός από το έντυπο γνώρισμα, τίποτε άλλο δεν αναγράφεται πάνω στο φάκελο. Αν σημειωθούν πάνω στο φάκελο στίγματα, σημεία ή λέξεις, μπορούν να θεω­ρηθούν διακριτικά γνωρίσματα που παραβιάζουν με τρό­πο προφανή το απόρρητο της ψηφοφορίας.

 

 

Αρθρο 47

 

Έναρξη και λήξη της ψηφοφορίας

 

Η ψηφοφορία αρχίζει την 07.00′ και λήγει την 19.00′ ώρα της ίδιας ημέρας.

 

 

Αρθρο 48

 

Ματαίωση της ψηφοφορίας

 

Αν κατά την ημέρα της διενέργειας των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών, σε έναν Δήμο ή σε μία Κοινότητα ή σε ένα ή περισσότερα εκλογικά τμήματα τους, δεν διε­ξήχθη η ψηφοφορία, αυτή γίνεται την επόμενη Τετάρτη.

 

 

Αρθρο 49

Εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών

 

1. Οι διατάξεις της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευ­τών εφαρμόζονται αναλόγως και κατά τη διενέργεια των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών για όσα θέματα δεν υφίσταται ειδική πρόβλεψη στις ρυθμίσεις του παρό­ντος.

 

2. Όπου στις διατάξεις της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών αναφέρεται ο Νομάρχης, προκειμένου για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές νοείται ο Γενικός Γραμ­ματέας της οικείας Περιφέρειας.

 

 

 

Αρθρο 50

Επιτυχών – Επιλαχόντες συνδυασμοί – Εκλογή Δημάρχου, Προέδρου Κοινότητας και Προέδρου Τοπικού Συμβουλίου

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

 

1. Στις εκλογές των δημάρχων και δημοτικών συμβού­λων θεωρείται επιτυχών συνδυασμός αυτός που πλειο­ψήφησε με ποσοστό τουλάχιστον σαράντα δύο τοις εκα­τό (42%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων και επιλαχόντες, όσοι συνδυασμοί έλαβαν έστω και μία έδρα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 51, 57, και 59.

Στις Κοινότητες θεωρείται επιτυχών ο συνδυασμός που συγκέντρωσε έστω και τη σχετική πλειοψηφία και επιλα­χόντες όσοι συνδυασμοί έλαβαν έστω και μια έδρα, σύμ­φωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 51, 57 και 59.

 

2.  Δήμαρχος ή πρόεδρος της Κοινότητας εκλέγεται ο επικεφαλής του επιτυχόντος συνδυασμού.

 

3.  Πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου του τοπικού διαμερίσματος είναι ο υποψήφιος σύμβουλος του πλειοψηφήσαντος στο τοπικό διαμέρισμα συνδυασμού, σύμφω­να με την παρ. 1 του άρθρου 128.

 

4.  Πάρεδροι στα τοπικά διαμερίσματα των Κοινοτήτων εκλέγονται οι υποψήφιοι του επιτυχόντος συνδυασμού. Αν ο επιτυχών συνδυασμός δεν έχει υποψηφίους, πάρε­δρος εκλέγεται ο υποψήφιος που πλειοψήφησε έναντι του αμέσως επόμενου, από πλευράς εκλογικής δύναμης, συνδυασμού.

 

 

Αρθρο 51

Κατανομή των εδρών των δημοτικών και κοινοτικών συμβούλων

 

1. Από το σύνολο των εδρών των δημοτικών ή κοινοτι­κών συμβούλων, τα τρία πέμπτα (3/5) ανήκουν στον επι­τυχόντα συνδυασμό και τα δύο πέμπτα (2/5) στους επι­λαχόντες, ανάλογα με τον αριθμό των έγκυρων ψηφο­δελτίων, που έλαβε καθένας από αυτούς, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 4.

 

2.  Αν ο πρώτος συνδυασμός, σε όλους γενικά τους Δήμους, ανεξάρτητα από τον πληθυσμό τους, καθώς και στις Κοινότητες, συγκεντρώνει ποσοστό έγκυρων ψηφο­δελτίων πάνω από εξήντα τοις εκατό (60%), τότε η κατα­νομή όλων των εδρών γίνεται αναλογικά μεταξύ όλων των συνδυασμών που συμμετέχουν στις εκλογές, σύμ­φωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 5.

 

3.  Αν κατά τον υπολογισμό των τριών πέμπτων (3/5) και των δύο πέμπτων (2/5) του αριθμού των εδρών προ­κύπτει κλάσμα μικρότερο του ημίσεως της μονάδας, δεν υπολογίζεται, ενώ, στην περίπτωση που προκύπτει κλά­σμα μεγαλύτερο του ημίσεως, στρογγυλοποιείται στην επόμενη μονάδα.

Οι έδρες που αναλογούν στα τρία πέμπτα (3/5) και στα δύο πέμπτα (2/5) των δημοτικών συμβούλων έχουν, αντί­στοιχα, ως εξής:

Στα 13μελή συμβούλια   8 και 5.

Στα 17μελή συμβούλια 10 και 7.

Στα 21 μελή συμβούλια 13 και 8.

Στα 27μελή συμβούλια 16 και 11.

Στα 33μελή συμβούλια 20 και 13.

Στα 37μελή συμβούλια 22 και 15.

Στα 41 μελή συμβούλια 25 και 16.

Στα 45μελή συμβούλια 27 και 18.

Οι έδρες των κοινοτικών συμβούλων έχουν αντίστοιχα ως εξής:

Στα 9μελή συμβούλια 5 και 4.

Στα 11 μελή συμβούλια 7 και 4.

 

4.  Η αναλογική κατανομή των εδρών στην περίπτωση της παραγράφου 1 γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβαν σε όλα τα εκλογικά τμήματα, σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα, όλοι μαζί οι συνδυασμοί, που συμμετείχαν στις εκλογές, εκτός από τον επιτυχόντα, διαιρείται με τον αριθμό των εδρών που αντιστοιχεί στα δυο πέμπτα (2/5), αυξημένο κατά μία μονάδα. Το πηλίκο που προκύπτει, παραλειπό­μενου του κλάσματος, αποτελεί το εκλογικό μέτρο.

Ο αριθμός των έγκυρων ψηφοδελτίων κάθε συνδυα­σμού διαιρείται στη συνέχεια με το εκλογικό μέτρο και κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες έδρες όσο το ακέραιο πηλίκο αυτής της διαίρεσης.

Εάν οι έδρες που καταλαμβάνουν οι διάφοροι επιλα­χόντες συνδυασμοί με την προηγούμενη διαδικασία εί­ναι λιγότερες από τις προς διάθεση έδρες, οι έδρες που απομένουν διανέμονται ανά μία μεταξύ των επιλαχό­ντων συνδυασμών που έχουν καταλάβει τουλάχιστον μία έδρα, κατά σειρά, ανάλογα με τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα που έχουν. Αν οι συνδυασμοί αυτοί έχουν ίσο αριθμό αχρησιμοποίητων υπολοίπων γίνεται κλήρωση. Αν και μετά τη διανομή εδρών με βάση τα αχρησιμοποίη­τα υπόλοιπα, παραμένουν αδιάθετες έδρες, αυτές κατα­νέμονται ανά μία κατά σειρά, ανάλογα με το συνολικό αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε επι­λαχών συνδυασμός. Αν έχει απομείνει προς διάθεση μία μόνο έδρα, την έδρα αυτή καταλαμβάνει ο επιλαχών συνδυασμός που έχει καταλάβει τουλάχιστον μία έδρα και παρουσιάζει το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο υπόλοι­πο.

Αν οι έδρες που καταλαμβάνουν οι συνδυασμοί με το εκλογικό μέτρο είναι περισσότερες από τις προς διάθε­ση έδρες, η πλεονάζουσα έδρα δεν δίδεται στο συνδυα­σμό που έχει το μικρότερο σχετικώς υπόλοιπο έγκυρων ψηφοδελτίων. Σε περίπτωση ίσου αριθμού έγκυρων ψη­φοδελτίων δύο ή και περισσότερων συνδυασμών, ενερ­γείται μεταξύ αυτών κλήρωση από το αρμόδιο πρωτοδι­κείο ή ειρηνοδικείο.

 

5.  Η αναλογική κατανομή των εδρών στην περίπτωση της παραγράφου 2 γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβαν σε όλα τα εκλογικά τμήματα σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα, όλοι μαζί οι συνδυασμοί που συμμετείχαν στις εκλογές, διαιρείται με τον αριθμό των εδρών που αντιστοιχούν σε κάθε δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αυξημένο κατά μία μονάδα. Το πηλίκο που προκύπτει, παραλειπομένου του κλάσματος, αποτελεί το εκλογικό μέτρο.

Ο αριθμός των έγκυρων ψηφοδελτίων κάθε συνδυα­σμού διαιρείται στη συνέχεια με το εκλογικό μέτρο και κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες έδρες όσο και το ακέραιο πηλίκο αυτής της διαίρεσης.

Στην περίπτωση αυτή ο επιτυχών συνδυασμός μπορεί να λάβει αριθμό εδρών που ξεπερνά το ποσοστό των τριών πέμπτων (3/5). Συνδυασμός που δεν συγκεντρώνει το εκλογικό μέτρο δεν παίρνει έδρα. Εάν οι έδρες που καταλαμβάνουν οι συνδυασμοί που συμμετέχουν στην κατανομή με την προηγούμενη διαδικασία είναι λιγότε­ρες από τις προς διάθεση έδρες, οι έδρες που απομέ­νουν διανέμονται ανά μία μεταξύ όλων αυτών των συν­δυασμών ανάλογα με τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα που έχουν.

Αν οι συνδυασμοί αυτοί ή μερικοί από αυτούς έχουν ίσο αριθμό αχρησιμοποίητων υπολοίπων, γίνεται κλήρω­ση. Αν και μετά τη διανομή των εδρών με βάση τα αχρη­σιμοποίητα υπόλοιπα παραμένουν αδιάθετες έδρες, αυ­τές κατανέμονται ανά μία, ανάλογα με το συνολικό αριθ­μό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε συνδυα­σμός.

Αν οι έδρες που καταλαμβάνουν οι συνδυασμοί με το εκλογικό μέτρο είναι περισσότερες από τις προς διάθε­ση έδρες, η πλεονάζουσα έδρα αφαιρείται από το συν­δυασμό που έχει το μικρότερο σχετικώς υπόλοιπο έγκυ­ρων ψηφοδελτίων. Σε περίπτωση ίσου αριθμού έγκυρων ψηφοδελτίων δύο ή και περισσότερων συνδυασμών, ενεργείται μεταξύ αυτών κλήρωση από το αρμόδιο πρω­τοδικείο ή ειρηνοδικείο.

 

6. Σε περίπτωση που έχει ανακηρυχθεί ένας μόνο συν­δυασμός υποψηφίων, ο δήμαρχος, ο πρόεδρος Κοινότη­τας και οι δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι εκλέγονται από το μοναδικό αυτό συνδυασμό. Οι πρώτοι κατά σειρά, σε ψήφους προτιμήσεως, μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθ­μός των εδρών του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εκλέγονται τακτικοί σύμβουλοι και οι υπόλοιποι αναπλη­ρωματικοί.

 

 

Αρθρο 52

Κατανομή εδρών των συμβούλων του δημοτικού διαμερίσματος

 

 

1.  Για την εκλογή των συμβούλων των δημοτικών δια­μερισμάτων εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρ­θρων 50, 51, 55, 57, 58, 59 και 60.

 

2.  Ο συνδυασμός του επιτυχόντος δημάρχου στις δη­μοτικές εκλογές λαμβάνει τα τρία πέμπτα (3/5) του συνό­λου των εδρών των συμβούλων σε κάθε δημοτικό διαμέ­ρισμα και τα δύο πέμπτα (2/5) οι επιλαχόντες συνδυα­σμοί, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 51, 57 και 59.

 

3.  Για την κατανομή των εδρών των συμβούλων των δημοτικών διαμερισμάτων σε κάθε διαμέρισμα λαμβάνε­ται υπόψη το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε συνδυασμός υποψήφιου δημάρχου σε όλα τα εκλογικά τμήματα του Δήμου.

 

 

Αρθρο 53

 

Κατανομή εδρών των τοπικών συμβούλων

 

1. Στις εκλογές των τοπικών συμβουλίων, σε κάθε το­πικό διαμέρισμα η κατανομή των εδρών γίνεται αναλογικά, μεταξύ όλων των συνδυασμών που συμμετέχουν στις εκλογές και έχουν υποψηφίους για το τοπικό συμ­βούλιο του τοπικού διαμερίσματος, με τον ακόλουθο τρόπο:

Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβαν σε όλο το τοπικό διαμέρισμα όλοι μαζί οι συνδυασμοί που συμμετείχαν στις εκλογές και είχαν υποψήφιους για το τοπικό συμβούλιο του τοπικού διαμερίσματος, διαιρείται με τον αριθμό των εδρών του τοπικού συμβουλίου, αυξη­μένο κατά μια μονάδα. Το πηλίκο που προκύπτει παρα­λειπομένου του κλάσματος αποτελεί το εκλογικό μέτρο.

Ο αριθμός των έγκυρων ψηφοδελτίων κάθε συνδυα­σμού διαιρείται στη συνέχεια με το εκλογικό μέτρο και κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες έδρες, όσο και το ακέραιο πηλίκο αυτής της διαίρεσης.

Συνδυασμός που δεν συγκεντρώνει το εκλογικό μέτρο δεν παίρνει έδρα. Εάν οι έδρες που καταλαμβάνουν οι συνδυασμοί που συμμετέχουν στην κατανομή με την προηγούμενη διαδικασία είναι λιγότερες από τις προς διάθεση έδρες, οι έδρες που απομένουν διανέμονται ανά μια μεταξύ όλων αυτών των συνδυασμών, ανάλογα με τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα που έχουν.

Αν οι συνδυασμοί αυτοί ή μερικοί από αυτούς έχουν ίσο αριθμό αχρησιμοποίητων υπολοίπων γίνεται κλήρω­ση. Αν και μετά τη διανομή των εδρών με βάση τα αχρη­σιμοποίητα υπόλοιπα παραμένουν αδιάθετες έδρες, αυ­τές κατανέμονται ανά μία, ανάλογα με το συνολικό αριθ­μό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε συνδυα­σμός.

Αν οι έδρες που καταλαμβάνουν οι συνδυασμοί με το εκλογικό μέτρο είναι περισσότερες από τις προς διάθε­ση έδρες, η πλεονάζουσα έδρα αφαιρείται από το συν­δυασμό που έχει το μικρότερο σχετικώς υπόλοιπο έγκυ­ρων ψηφοδελτίων. Σε περίπτωση ίσου αριθμού έγκυρων ψηφοδελτίων δύο ή και περισσοτέρων συνδυασμών, ενεργείται μεταξύ αυτών κλήρωση από το αρμόδιο πρω­τοδικείο.

 

2. Σε περίπτωση που έχει ανακηρυχθεί ένας μόνο συν­δυασμός για το τοπικό συμβούλιο, ο πρόεδρος του τοπι­κού συμβουλίου και οι τοπικοί σύμβουλοι εκλέγονται από το μοναδικό αυτό συνδυασμό. Οι πρώτοι κατά σειρά σε ψήφους προτιμήσεως, μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθ­μός των εδρών του τοπικού συμβουλίου, εκλέγονται τα­κτικοί σύμβουλοι και οι υπόλοιποι αναπληρωματικοί.

 

3.  Αν έχουν ανακηρυχθεί δύο μόνο συνδυασμοί για το τοπικό συμβούλιο τοπικού διαμερίσματος και ισοψηφή­σουν, το πρωτοδικείο ενεργεί κλήρωση για ανάδειξη του πλειοψηφούντος συνδυασμού. Οι έδρες των τοπικών συμβούλων στην περίπτωση αυτή κατανέμονται στον πλειοψηφούντα και στον επιλαχόντα συνδυασμό, αντί­στοιχα, ως εξής: στα επταμελή τέσσερις και τρεις (4 και 3), στα πενταμελή τρεις και δύο (3 και 2) και στα τριμελή δύο και μία (2 και 1).

 

4. Αν ισοψηφήσουν περισσότεροι από δύο συνδυασμοί το πρωτοδικείο ενεργεί κλήρωση. Ο πρώτος συνδυα­σμός στα επταμελή τοπικά συμβούλια εκλέγει τον πρόε­δρο του τοπικού συμβουλίου και δύο ακόμη τοπικούς συμβούλους, ο δεύτερος συνδυασμός εκλέγει δύο τοπι­κούς συμβούλους και ο τρίτος συνδυασμός εκλέγει δύο τοπικούς συμβούλους.

Στα πενταμελή εκλέγουν αντίστοιχα τον πρόεδρο και έναν τοπικό σύμβουλο, δύο τοπικούς συμβούλους και έναν τοπικό σύμβουλο.

Στα τριμελή ο πρώτος συνδυασμός εκλέγει τον πρόεδρο και οι άλλοι δύο συνδυασμοί από έναν τοπικό σύμ­βουλο.

Αν υποψήφιοι του ίδιου συνδυασμού ισοψηφήσουν, το πρωτοδικείο ενεργεί κλήρωση.

 

 

Αρθρο 54

Τακτικοί και αναπληρωματικοί δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι – Ισοψηφία

 

1. Τακτικοί δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι εκλέγο­νται, από τους υποψηφίους καθενός από τους συνδυα­σμούς του άρθρου 50, κατά σειρά, οι τυχόν υποψήφιοι της περίπτωσης γ’ της παρ. 2 του άρθρου 34 και έπονται αυτοί που έλαβαν τις περισσότερες ψήφους προτίμησης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 60.

Οι υποψήφιοι δήμαρχοι ή πρόεδροι Κοινοτήτων των επιλαχόντων συνδυασμών θεωρούνται πρώτοι επιτυχό­ντες σύμβουλοι των συνδυασμών τους.

 

2. Οι λοιποί υποψήφιοι του επιτυχόντος και των επιλα­χόντων συνδυασμών είναι αναπληρωματικοί των τακτι­κών συμβούλων τους, με τη σειρά των ψήφων προτίμη­σης.

 

3.  Αν οι υποψήφιοι του ίδιου συνδυασμού ισοψηφή­σουν, το πρωτοδικείο ή το ειρηνοδικείο ενεργεί κλήρωση.

 

 

Αρθρο 55

Τακτικοί και αναπληρωματικοί σύμβουλοι του δημοτικού διαμερίσματος – Ισοψηφία

 

1.  Τακτικοί σύμβουλοι των δημοτικών διαμερισμάτων εκλέγονται από τους υποψήφιους καθενός από τους συνδυασμούς των υποψήφιων δημάρχων, κατά σειρά, αυτοί που έλαβαν τις περισσότερες ψήφους προτίμησης.

 

2. Οι λοιποί υποψήφιοι των συνδυασμών είναι αναπλη­ρωματικοί των τακτικών συμβούλων του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος με τη σειρά των ψήφων προτί­μησης.

 

3.  Αν οι υποψήφιοι του ίδιου συνδυασμού ισοψηφή­σουν, το πρωτοδικείο ενεργεί κλήρωση.

 

 

Αρθρο 56

Τακτικοί και αναπληρωματικοί τοπικοί σύμβουλοι -Ισοψηφία

 

1.  Τακτικοί σύμβουλοι του τοπικού συμβουλίου εκλέ­γονται από τους υποψηφίους κάθε συνδυασμού, κατά σειρά, αυτοί που έλαβαν τις περισσότερες ψήφους προ­τίμησης.

 

2. Οι λοιποί υποψήφιοι των συνδυασμών είναι αναπλη­ρωματικοί των τακτικών συμβούλων του τοπικού συμ­βουλίου και του παρέδρου με τη σειρά των ψήφων προτί­μησης.

 

3.  Αν οι υποψήφιοι του ίδιου συνδυασμού, περιλαμβα­νομένων και των παρέδρων, ισοψηφήσουν, το πρωτοδι­κείο ενεργεί κλήρωση.

 

 

Αρθρο 57

 

Περιπτώσεις ισοψηφίας συνδυασμών

 

1. Αν έχουν ανακηρυχθεί δύο μόνο συνδυασμοί και ισοψηφήσουν, το πρωτοδικείο ή το ειρηνοδικείο ενεργεί κλήρωση για ανάδειξη του επιτυχόντος συνδυασμού. Οι έδρες των συμβούλων στην περίπτωση αυτή κατανέμο­νται κατά τα τρία πέμπτα (3/5) στον επιτυχόντα συνδυασμό και κατά τα δυο πέμπτα (2/5) στον επιλαχόντα συνδυασμό.

 

2.  Αν ισοψηφήσουν δύο ή περισσότεροι συνδυασμοί σε Κοινότητες, την κλήρωση ενεργεί το ειρηνοδικείο. Οι έδρες των συμβούλων στην περίπτωση αυτή κατανέμο­νται κατά τα τρία πέμπτα (3/5) στον επιτυχόντα συνδυα­σμό και τα δύο πέμπτα (2/5) αναλογικά στους επιλαχό­ντες συνδυασμούς με τον τρόπο που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 51.

 

3.  Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 51 και του άρθρου 54.

 

 

Αρθρο 58

Εξαγωγή και δημοσίευση των αποτελεσμάτων της εκλογής

 

1.  Σε Κοινότητες όπου υπάρχει μόνο ένα εκλογικό τμήμα, η εφορευτική επιτροπή εξάγει το αποτέλεσμα της εκλογής και το δημοσιεύει αμέσως, με τοιχοκόλληση στο κοινοτικό κατάστημα.

 

2. Σε Δήμους και Κοινότητες όπου υπάρχουν περισσό­τερα από ένα, αλλά όχι περισσότερα από πέντε, εκλογι­κά τμήματα, οι εφορευτικές επιτροπές συνεδριάζουν με­τά το τέλος της διαλογής στην έδρα του Δήμου ή της Κοινότητας και, σύμφωνα με τα πρακτικά της ψηφοφορί­ας των τμημάτων, εξάγουν το γενικό αποτέλεσμα, που δημοσιεύεται αμέσως, με τοιχοκόλληση, στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα.

 

3.  Στους Δήμους και στις Κοινότητες όπου υπάρχουν περισσότερα από πέντε εκλογικά τμήματα οι αντιπρόσω­ποι της δικαστικής αρχής στέλνουν με ασφαλή τρόπο τα εκλογικά στοιχεία στον πρόεδρο του πρωτοδικείου, αν πρόκειται για Δήμο και στον ειρηνοδίκη, αν πρόκειται για Κοινότητα. Αφού συγκεντρωθούν τα στοιχεία όλων των εκλογικών τμημάτων του Δήμου ή της Κοινότητας, ο πρόεδρος του πρωτοδικείου ή ο ειρηνοδίκης εξάγει το γενικό αποτέλεσμα, το οποίο δημοσιεύει αμέσως με τοι­χοκόλληση στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα της έδρας του δικαστηρίου.

 

4.  Η τοιχοκόλληση και η δημοσίευση των προηγούμε­νων παραγράφων περιλαμβάνει πίνακα των αποτελε­σμάτων της ψηφοφορίας, ο οποίος καταρτίζεται από το όργανο που είναι αρμόδιο για τη δημοσίευση των αποτε­λεσμάτων της ψηφοφορίας. Ο πίνακας αυτός περιέχει: α) τον αριθμό των γραμμένων εκλογέων, β) το συνολικό αριθμό ψηφισάντων, γ) τον αριθμό των έγκυρων ψηφο­δελτίων, δ) τον αριθμό των άκυρων ψηφοδελτίων, ε) τον αριθμό των λευκών ψηφοδελτίων και στ) την εκλογική δύναμη κάθε συνδυασμού, δηλαδή το σύνολο των έγκυ­ρων ψηφοδελτίων τα οποία έλαβε κάθε συνδυασμός.

 

5. Οι εφορευτικές επιτροπές και ο πρόεδρος του πρω­τοδικείου ή ο ειρηνοδίκης γνωστοποιούν αμέσως το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

 

 

Αρθρο 59

 

Επανάληψη της ψηφοφορίας

 

1. Στους Δήμους, αν κανένας συνδυασμός δεν συγκε­ντρώσει το ποσοστό, που απαιτεί το άρθρο 50 παρ. 1, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή μό­νο ανάμεσα στους υποψήφιους δημάρχους των δύο συν­δυασμών που έλαβαν τις περισσότερες ψήφους. Επίσης η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή και στην περίπτωση που δύο από τους ανακηρυχθέντες συνδυασμούς ισοψηφήσουν συγκεντρώνοντας ο καθέ­νας ποσοστό τουλάχιστον σαράντα δύο τοις εκατό (42%). Επιτυχών θεωρείται ο υποψήφιος δήμαρχος και ο συνδυασμός του που συγκέντρωσε στην επαναληπτική ψηφοφορία την απόλυτη πλειοψηφία ολόκληρου του αριθμού των έγκυρων ψηφοδελτίων. Αν στην επαναλη­πτική ψηφοφορία οι δύο αυτοί συνδυασμοί ισοψηφή­σουν, το πρωτοδικείο ενεργεί κλήρωση για την ανάδειξη του επιτυχόντος συνδυασμού.

 

2.  Οι έδρες των δημοτικών συμβουλίων διανέμονται, σε περίπτωση επαναληπτικής ψηφοφορίας, στους συν­δυασμούς που συμμετέχουν στις εκλογές, σε δύο φά­σεις, που ονομάζονται κατανομές.

Στην πρώτη (Α) κατανομή διανέμονται οι μισές έδρες του δημοτικού συμβουλίου. Το κλάσμα που προκύπτει στρογγυλοποιείται στην αμέσως μεγαλύτερη μονάδα. Στη δεύτερη (Β) κατανομή διανέμονται οι υπόλοιπες. Με βάση τον αριθμό των εδρών των δημοτικών συμ­βουλίων οι έδρες που αναλογούν σε καθεμία από τις δύο αυτές κατανομές έχουν ως εξής: για τα 13μελή συμβούλια 7 και   6 αντίστοιχα για τα 17μελή συμβούλια 9 και   8 αντίστοιχα για τα 21 μελή συμβούλια 11 και 10 αντίστοιχα για τα 27μελή συμβούλια 14 και 13 αντίστοιχα για τα 33μελή συμβούλια 17 και 16 αντίστοιχα για τα 37μελή συμβούλια 19 και 18 αντίστοιχα για τα 41 μελή συμβούλια 21 και 20 αντίστοιχα για τα 45μελή συμβούλια 23 και 22 αντίστοιχα.

 

3.  Οι έδρες της Α’ κατανομής διανέμονται αναλογικά στους συνδυασμούς που συμμετέχουν στις εκλογές με την ακόλουθη διαδικασία: Το σύνολο των έγκυρων ψη­φοδελτίων που έλαβαν σε όλα τα εκλογικά τμήματα, σε κάθε Δήμο, όλοι μαζί οι συνδυασμοί που συμμετείχαν στις εκλογές στην αρχική ψηφοφορία, διαιρείται με τον αριθμό των εδρών της Α’ κατανομής αυξημένο κατά μία μονάδα. Το πηλίκο που προκύπτει, παραλειπόμενου του κλάσματος, αποτελεί το εκλογικό μέτρο της Α’ κατανο­μής. Ο αριθμός των έγκυρων ψηφοδελτίων κάθε συνδυα­σμού διαιρείται στη συνέχεια με το εκλογικό μέτρο και κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες έδρες όσο είναι το ακέραιο πηλίκο αυτής της διαίρεσης. Εάν οι έδρες που καταλαμβάνουν οι διάφοροι συνδυασμοί με την προηγούμενη διαδικασία είναι λιγότερες από τις προς διάθεση έδρες της Α’ κατανομής, οι έδρες που απομέ­νουν διανέμονται ανά μία μεταξύ των συνδυασμών που έχουν καταλάβει τουλάχιστον μία έδρα, κατά σειρά, ανάλογα με τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα που έχουν. Αν οι συνδυασμοί αυτοί έχουν ίσο αριθμό αχρησιμοποίητων υπολοίπων, γίνεται κλήρωση. Αν και μετά τη διανομή εδρών με βάση τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα παραμέ­νουν αδιάθετες έδρες, αυτές κατανέμονται ανά μία κατά σειρά, ανάλογα με το συνολικό αριθμό των έγκυρων ψη­φοδελτίων που έλαβε κάθε συνδυασμός. Αν έχει απομεί­νει προς διάθεση μία μόνο έδρα, την έδρα αυτή κατα­λαμβάνει ο συνδυασμός που έχει καταλάβει τουλάχι­στον μία έδρα και παρουσιάζει το μεγαλύτερο αχρησιμο­ποίητο υπόλοιπο.

 

4.  Για τη διανομή των εδρών της Β’ κατανομής, υπο­λογίζεται, αρχικά, πόσες από τις έδρες αυτές πρέπει να προσκυρωθούν στον επιτυχόντα συνδυασμό, έτσι ώστε να συγκεντρώσει συνολικά, συνυπολογιζομένων και των εδρών που του απονεμήθηκαν από την Α’ κατανομή, τα τρία πέμπτα (3/5) του όλου αριθμού των εδρών. Οι έδρες της Β’ κατανομής που θα απομείνουν προς διάθεση, με­τά την παραχώρηση των εδρών στον επιτυχόντα συν­δυασμό, παραχωρούνται στο δεύτερο συνδυασμό που πήρε μέρος στην επαναληπτική ψηφοφορία.

Στην περίπτωση όπου λόγω του μικρού αριθμού εδρών που τους έχουν απονεμηθεί από την Α’ κατανομή ο επι­τυχών συνδυασμός δεν μπορεί να συμπληρώσει τον αριθμό των τριών πέμπτων (3/5) του συνόλου των εδρών, προσκυρώνονται σε αυτόν όλες οι έδρες της Β’ κατανομής και δεν γίνεται καμία μεταβολή στην απονο­μή των εδρών της Α’ κατανομής, ανάμεσα στους υπό­λοιπους συνδυασμούς.

 

5. Σε περίπτωση ισοψηφίας στην πρώτη θέση κατά την αρχική ψηφοφορία δύο ή περισσότερων συνδυασμών, στην επαναληπτική ψηφοφορία μετέχουν οι υποψήφιοι δήμαρχοι όλων των συνδυασμών που ισοψήφησαν.

 

6.  Σε περίπτωση ισοψηφίας στη δεύτερη θέση, κατά την αρχική ψηφοφορία δύο ή περισσότερων συνδυα­σμών, στην επαναληπτική ψηφοφορία μετέχουν ο υπο­ψήφιος δήμαρχος του πρώτου σε αριθμό έγκυρων ψηφο­δελτίων συνδυασμού και οι υποψήφιοι δήμαρχοι των συνδυασμών που ισοψήφησαν στη δεύτερη θέση.

 

7. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 5 και 6 επιτυχών θεωρείται ο υποψήφιος δήμαρχος και ο συνδυασμός του, που έλαβε στην επαναληπτική ψηφοφορία τη σχετι­κή πλειοψηφία. Αν στην ψηφοφορία αυτήν ισοψηφήσουν δύο υποψήφιοι δήμαρχοι, το πρωτοδικείο ενεργεί κλή­ρωση για την ανάδειξη του επιτυχόντος δημάρχου και του συνδυασμού του. Αν ισοψηφήσουν περισσότεροι από δύο συνδυασμοί, το πρωτοδικείο ενεργεί κλήρωση για την ανάδειξη του επιτυχόντος δημάρχου και του συν­δυασμού του και εκείνου που θα συμμετάσχει στη δεύτε­ρη κατανομή κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4.

 

8. Αν κανείς από τους συνδυασμούς που συμμετέχουν στις εκλογές στην αρχική ψηφοφορία δεν συγκεντρώσει το εκλογικό μέτρο ή αν μόνο ένας συνδυασμός το έχει συγκεντρώσει, τότε στην Α’ κατανομή συμμετέχουν οπωσδήποτε οι δύο συνδυασμοί που έχουν λάβει το με­γαλύτερο αριθμό έγκυρων ψηφοδελτίων. Οι υποψήφιοι δήμαρχοι αυτών των δύο συνδυασμών συμμετέχουν και στην επαναληπτική ψηφοφορία.

 

9. Οι τακτικοί και αναπληρωματικοί σύμβουλοι εκλέγο­νται με βάση την πρώτη ψηφοφορία σύμφωνα με τους σταυρούς προτιμήσεως που έλαβε καθένας στην ψηφο­φορία αυτή, όπως ορίζεται στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 51 και του άρθρου 54.

 

 

Αρθρο 60

Παραίτηση ή θάνατος υποψήφιου Δημάρχου σε περίπτωση επαναληπτικής ψηφοφορίας

 

 

1.  Κατά την επανάληψη της ψηφοφορίας ο υποψήφιος δήμαρχος μπορεί να παραιτηθεί από την υποψηφιότητα του. Η παραίτηση γίνεται με γραπτή δήλωση του που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή ή παραδίδεται με από­δειξη στον πρόεδρο του πρωτοδικείου ή στον ειρηνοδίκη την τρίτη ημέρα, το αργότερο, πριν από την επαναληπτι­κή ψηφοφορία.

 

2. Αν ένας υποψήφιος δήμαρχος παραιτηθεί ή πεθάνει, η πλειοψηφία των υποψηφίων του συνδυασμού του δη­λώνει άλλο δήμαρχο.

 

3.  Αν εκείνος που έχει δηλωθεί ως υποψήφιος δήμαρ­χος είναι υποψήφιος σύμβουλος του συνδυασμού, η θέ­ση του ως συμβούλου μένει κενή.

 

4.  Η δήλωση για το νέο υποψήφιο δήμαρχο επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή ή παραδίδεται με απόδειξη στον πρόεδρο του πρωτοδικείου ή στον ειρηνοδίκη το αργότε­ρο τη δεύτερη ημέρα πριν από την ψηφοφορία. Το αρμό­διο δικαστήριο ανακηρύσσει το νέο υποψήφιο σε δημό­σια συνεδρίαση ακόμη και την παραμονή της ψηφοφορί­ας.

 

5.  Αν δεν υποβληθεί δήλωση, δεν ανακηρύσσεται κα­νένας υποψήφιος και εκλέγεται δήμαρχος ο σύμβουλος του επιτυχόντος συνδυασμού που θα λάβει τις περισσό­τερες ψήφους προτιμήσεως.

 

6.  Η επαναληπτική ψηφοφορία γίνεται από τις ίδιες εφορευτικές επιτροπές και τους ίδιους δικαστικούς αντι­προσώπους.

 

 

Αρθρο 61

Έκθεση πρακτικών και άσκηση ενστάσεων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥΣ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

 

1.  Αμέσως μετά τη δημοσίευση του αποτελέσματος της εκλογής, ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής ή άλλο μέλος της παραδίδει τα πρακτικά της, τα λοιπά εκλογικά έγγραφα, τα δέματα των ψηφοδελτίων ταξινο­μημένα κατά συνδυασμούς και με τη σειρά που είναι αριθμημένα, καθώς και τους φακέλους στον πρόεδρο πρωτοδικών, αν πρόκειται για Δήμο ή στον ειρηνοδίκη αν πρόκειται για Κοινότητα.

 

2. Ο πρόεδρος πρωτοδικών ή ο ειρηνοδίκης, εκθέτει τα πρακτικά της εκλογής μαζί με τον πίνακα των αποτελε­σμάτων της στο κατάστημα του πρωτοδικείου ή του ειρη­νοδικείου επί πέντε (5) ημέρες και συντάσσει για την έκ­θεση αυτή πρακτικό, που τοιχοκολλάται επίσης έξω από το δικαστικό κατάστημα. Στο διάστημα αυτό οι εκλογείς μπορούν να λάβουν γνώση των εγγράφων αυτών, καθώς και των λοιπών στοιχείων της εκλογής, προκειμένου να ασκήσουν ενστάσεις κατά του κύρους της.

 

3.  Οι εφορευτικές επιτροπές, μόλις δημοσιευθεί το αποτέλεσμα της εκλογής, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 58, γνωστοποιούν με ανακοίνωση τους, που δημοσιεύεται στο δημοτικό ή κοινοτικό κατά­στημα και στα δημοσιότερα μέρη του Δήμου ή της Κοινό­τητας, ότι τα πρακτικά της εκλογής μαζί με τον πίνακα των αποτελεσμάτων της και με τα λοιπά στοιχεία θα εκτεθούν σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. Στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 58, η έκθεση των πρακτικών γνωστοποιείται με ανακοίνωση, που εκδίδει ο πρόεδρος του πρωτοδικείου ή ο ειρηνοδίκης, η οποία τοιχοκολλάται στο δημοτικό ή κοινοτικό κα­τάστημα και στα δημοσιότερα μέρη του Δήμου ή της Κοινότητας, καθώς και στο κατάστημα του δικαστηρίου.

 

 

Αρθρο 62

 

Επικύρωση της εκλογής

 

1. Αν δεν υποβληθούν ενστάσεις, το πολυμελές πρω­τοδικείο ή το ειρηνοδικείο επικυρώνει με απόφαση του το αποτέλεσμα της εκλογής και ανακηρύσσει τον επιτυ­χόντα και τους επιλαχόντες συνδυασμούς, τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότητας, τους τακτικούς και ανα­πληρωματικούς δημοτικούς ή κοινοτικούς συμβούλους κάθε συνδυασμού, τους τακτικούς και αναπληρωματικούς συμβούλους των δημοτικών διαμερισμάτων, των τοπικών συμβουλίων, καθώς και τους παρέδρους με τους αναπληρωματικούς τους.

Οι δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι των δημοτικών διαμερισμάτων ή των τοπικών συμβουλίων και οι πάρεδροι κατατάσσονται με τη σειρά της εκλογής τους, σύμφωνα με τον αριθμό των σταυρών προτιμήσε­ως που έχουν λάβει, και αν δεν υπάρχουν σταυροί, με αλφαβητική σειρά.

 

2. Ο πρόεδρος του πρωτοδικείου ή ο ειρηνοδίκης εκθέ­τει την απόφαση στο κατάστημα του δικαστηρίου επί τρεις (3) συνεχείς ημέρες και στέλνει αντίγραφο της στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

Όμοιο αντίγραφο της αποφάσεως στέλνει ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας σε κάθε Δήμο και Κοινότη­τα της περιφέρειας του.

 

 

Αρθρο 63

 

Δικαίωμα ένστασης

 

Ένσταση μπορεί να ασκήσει:

α) κάθε εκλογέας εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου ή της Κοινότητας, καθώς και

β) όποιος υπήρξε υποψήφιος κατά τις εκλογές στον οι­κείο Δήμο ή Κοινότητα.

 

 

Αρθρο 64

 

Ασκηση ένστασης – Αρμόδιο δικαστήριο

 

1.  Η ένσταση ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατί­θεται μαζί με τρία αντίγραφα στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη.

Η προθεσμία για την άσκηση της ένστασης ή η άσκηση της δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

 

2.  Το δικόγραφο της ένστασης απαιτείται να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 251 του Κώδι­κα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ 97 Α’).

 

3.  Οι ενστάσεις εκδικάζονται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, στην πε­ριφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο οικείος Δήμος ή η Κοινότητα.

 

4. Η διαβίβαση της ένστασης στο αρμόδιο για την εκδί­καση της δικαστήριο γίνεται σύμφωνα με τα όσα ορίζο­νται στο άρθρο 252 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

 

 

Αρθρο 65

 

Περιεχόμενο της ένστασης

 

1.  Η ένσταση στρέφεται κατά της πράξης, με την οποία ανακηρύσσονται οι συνδυασμοί των υποψηφίων ή κατά της κατ’ άρθρο 58 πράξης, με την οποία εξάγεται το αποτέλεσμα της εκλογής ή κατά της κατ’ άρθρο 62 από­φασης, με την οποία ανακηρύσσονται οι επιτυχόντες και οι επιλαχόντες συνδυασμοί που εκλέγονται ως τακτικοί ή αναπληρωματικοί.

 

2. Λόγους ένστασης μπορούν να θεμελιώσουν:

α) οι παραβάσεις του νόμου κατά τη διεξαγωγή της εκλογής ή κατά την εξαγωγή του εκλογικού αποτελέ­σματος ή κατά την ανακήρυξη των υποψήφιων συνδυα­σμών ή κατά την ανακήρυξη των επιτυχόντων και επιλα­χόντων συνδυασμών και των προσώπων που ανήκουν σε αυτούς ή

β) η έλλειψη νόμιμων προσόντων ή η συνδρομή νόμιμων κωλυμάτων σε πρόσωπα που έχουν εκλεγεί ή που είναι υποψήφια προς τούτο ή

γ) η ακυρότητα ή η εσφαλμένη αρίθμηση των ψηφοδελτίων.

 

 

Αρθρο 66

 

Προθεσμία για την άσκηση ενστάσεων

 

1.  Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από:

α) τη λήξη του χρόνου έκθεσης των πρακτικών της εκλογής και του πίνακα των αποτελεσμάτων, κατ’ άρθρο 61 του παρόντος ή

β) την ανακήρυξη σε δημόσια συνεδρίαση των συνδυα­σμών των υποψηφίων σύμφωνα με το άρθρο 37 του πα­ρόντος ή

γ) τη λήξη του χρόνου έκθεσης της πράξης με την οποία ανακηρύσσονται οι επιτυχόντες και οι επιλαχό­ντες συνδυασμοί, καθώς και οι υποψήφιοι κάθε συνδυα­σμού που εκλέγονται ως τακτικοί ή αναπληρωματικοί, κατά το άρθρο 62 του παρόντος.

 

2.  Οι προθεσμίες της προηγούμενης παραγράφου δεν παρεκτείνονται σε καμία περίπτωση.

 

3. Στις περιπτώσεις α’ και γ’ της παραγράφου 1, η έν­σταση δεν μπορεί να ασκηθεί, αν έχουν περάσει δεκαπέ­ντε (15) ή είκοσι (20) ημέρες, αντιστοίχως, από τη διε­νέργεια των εκλογών.

 

 

Αρθρο 67

 

Διαδικασία εκδίκασης των ενστάσεων

 

1.  Για τα θέματα της προδικασίας, της κύριας διαδικα­σίας, της παρέμβασης, της αντένστασης, της αποδεικτι­κής διαδικασίας, του παρεμπίπτοντος ελέγχου, της από­φασης του δικαστηρίου, καθώς και της γνωστοποίησης της εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 253 έως και 260 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως κάθε φο­ρά ισχύει, ο οποίος και εφαρμόζεται για κάθε σχετικό θέ­μα, που δεν ρυθμίζεται, ειδικώς, από τις διατάξεις του παρόντος.

 

2.  Ο κατά το άρθρο 258 του Κώδικα Διοικητικής Δικο­νομίας παρεμπίπτων έλεγχος της εγγραφής, μετεγγρα­φής ή διαγραφής εκλογέα στους ή από τους εκλογικούς καταλόγους του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, χωρεί κα­τά των πράξεων αυτών μόνο αν αυτές έγιναν κατά τη σύνταξη ή αναθεώρηση των εκλογικών καταλόγων κατά τη διάρκεια του έτους, που προηγείται της ημερομηνίας διενέργειας των δημοτικών ή κοινοτικών εκλογών.

 

3. Αίτηση αναθεώρησης, τριτανακοπή και αίτηση ερμη­νείας ή διόρθωσης ασκούνται κατά τις προβλέψεις του άρθρου 261 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

 

 

Αρθρο 68

 

Αναίρεση

 

1.  Κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν από τα τριμε­λή διοικητικά πρωτοδικεία χωρεί, μόνο, αίτηση αναίρε­σης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την παρέλευση του πενθημέρου που ορίζεται στο άρθρο 260 παρ.1 του Κώδι­κα Διοικητικής Δικονομίας.

 

2.  Για την ασκηθείσα αναίρεση δεν χορηγείται αναστο­λή εκτέλεσης της προσβληθείσας αποφάσεως.

 

3. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδίδεται εντός δύο (2) μηνών, το βραδύτερο, από την άσκηση της αναίρεσης.

 

4. Αν η τελεσίδικη απόφαση βάσει της οποίας έγινε η εγκατάσταση των αρχών Δήμου ή Κοινότητας αναιρεθεί και κριθεί κατ’ ουσίαν η διαφορά από το αρμόδιο διοικητι­κό δικαστήριο, εκείνοι που ανακηρύσσονται ως επιτυχό­ντες μετά την αναιρετική απόφαση θεωρούνται ότι εγκαταστάθηκαν αναδρομικά, σύμφωνα με όσα ορίζο­νται στο άρθρο 23. Η αναδρομική αυτή εγκατάσταση δεν θίγει το κύρος των πράξεων που εκδόθηκαν ή δημοσιεύ­τηκαν από τις αρχές των οποίων η εκλογή ακυρώθηκε από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο.

Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας αναιρέσει την τελε­σίδικη απόφαση, βάσει της οποίας έγινε η εγκατάσταση των δημοτικών και κοινοτικών αρχών, και αναπέμψει τη διαφορά για νέα κατ’ ουσίαν κρίση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, η εγκατάσταση των αρχών που έγινε βάσει της απόφασης αυτής δεν θίγεται μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης για την εκλο­γική αυτή διαφορά. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται αναλόγως.

 

 

Αρθρο 69

 

Επανάληψη της εκλογής σε περίπτωση ακυρώσεως

 

1.  Αν ακυρωθεί η εκλογή για παράβαση νόμου ή για οποιαδήποτε πλημμέλεια, επαναλαμβάνεται η ψηφοφο­ρία ανάμεσα στους ίδιους υποψηφίους, που είχαν ανακη­ρυχθεί νόμιμα.

 

2.  Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας εκδίδει χω­ρίς καθυστέρηση πρόγραμμα, με το οποίο καλεί τους δη­μότες εκλογείς για την επανάληψη της εκλογής για τον υπολειπόμενο χρόνο της δημοτικής ή κοινοτικής περιό­δου. Το πρόγραμμα δημοσιεύεται με τοιχοκόλληση, δε­καπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα που έχει οριστεί για την ψηφοφορία.

 

 

Αρθρο 70

 

Ορκωμοσία των δημοτικών και κοινοτικών αρχών

 

1.  Μετά την τελεσίδικη επικύρωση της εκλογής και ανακήρυξη του επιτυχόντος και των επιλαχόντων συν­δυασμών ο δήμαρχος, ο πρόεδρος της Κοινότητας, οι δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι του δη­μοτικού διαμερίσματος, οι τοπικοί σύμβουλοι και οι πά­ρεδροι πριν από την ημέρα εγκατάστασης και ανάληψης των καθηκόντων τους δίνουν τον ακόλουθο όρκο:

«Ορκίζομαι να είμαι πιστός στην πατρίδα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και να εκπληρώνω τίμια και ευσυνείδητα τα καθήκοντα μου.»

 

2.  Η ορκωμοσία γίνεται στο κατάστημα του Δήμου ή της Κοινότητας σε δημόσια συνεδρίαση, της οποίας ο ακριβής χρόνος (χρονολογία και ώρα) ορίζεται από τον εκλεγέντα δήμαρχο ή πρόεδρο της Κοινότητας.

 

3.  Για την ορκωμοσία συντάσσεται πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον δήμαρχο ή πρόεδρο της Κοινότη­τας και όλους τους συμβούλους που ορκίστηκαν.

Το πρακτικό αυτό συντάσσεται σε δύο (2) αντίτυπα, από τα οποία το ένα παραμένει στο Δήμο ή στην Κοινό­τητα και το άλλο αποστέλλεται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα ανα­λαμβάνουν τα καθήκοντα τους από την ημέρα της εγκα­τάστασης.

 

4.  Σε όσες περιπτώσεις η ορκωμοσία δεν πραγματοποιήθηκε, για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας, ο δή­μαρχος ή ο πρόεδρος της Κοινότητας καλεί τον επιτυχό­ντα προς ορκωμοσία εντός πέντε (5) ημερών, αφότου του γνωστοποιήθηκε η άρση των λόγων.

 

 

 

Αρθρο 71

 

Αποποίηση εκλογής

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

 

1. Αν ένας δήμαρχος ή πρόεδρος Κοινότητας αποποιη­θεί την εκλογή του, οφείλει να το δηλώσει με έγγραφο στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας έως την παραμο­νή εγκαταστάσεως των δημοτικών και κοινοτικών αρχών.

 

2.  Αν ένας δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος ή σύμ­βουλος δημοτικού διαμερίσματος ή τοπικός σύμβουλος ή πάρεδρος αποποιηθεί την εκλογή του, οφείλει να το δηλώσει με έγγραφο στον οικείο δήμαρχο ή πρόεδρο Κοινότητας, αντίστοιχα, έως την παραμονή εγκαταστά­σεως των δημοτικών και κοινοτικών αρχών.

 

3. Όποιος δεν αποποιηθεί την εκλογή του τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την έναρξη της δημοτικής ή κοινοτικής περιόδου, θεωρείται ότι την έχει αποδεχθεί.

 

4. Όποιος δεν αποποιηθεί την εκλογή του και δεν δώ­σει τον όρκο του προηγούμενου άρθρου μέσα στην προ­θεσμία των παραγράφων 1 και 2 εκπίπτει αυτοδικαίως από το αξίωμα.

 

 

Αρθρο 72

 

Παραίτηση αιρετών οργάνων

 

1.  Η παραίτηση του δημάρχου και του προέδρου Κοι­νότητας υποβάλλεται εγγράφως στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και γίνεται οριστική, αφότου ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας την αποδεχθεί. Αν ο Γενι­κός Γραμματέας της Περιφέρειας δεν την αποδεχθεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, η παραίτηση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή.

Αν πρόεδρος Κοινότητας παραιτηθεί από το αξίωμα του, παραμένει κοινοτικός σύμβουλος.

 

2.  Η παραίτηση των δημοτικών και κοινοτικών συμβού­λων, των συμβούλων των δημοτικών διαμερισμάτων, των τοπικών συμβούλων και των παρέδρων υποβάλλεται εγγράφως στον οικείο δήμαρχο ή πρόεδρο Κοινότητας και γίνεται οριστική, αφότου ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος Κοινότητας την αποδεχθεί ή μετά την παρέλευση μηνός από την κατάθεση της σχετικής δήλωσης στο οικείο πρωτόκολλο.

Αν ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος Κοινότητας δεν την απο­δέχεται, η παραίτηση γίνεται οριστική, αφότου υποβλη­θεί και πάλι με επίδοση, η οποία γίνεται με δικαστικό επι­μελητή.

 

3.  Σε κάθε άλλη περίπτωση η παραίτηση των αιρετών οργάνων των Δήμων και Κοινοτήτων από τις θέσεις που κατέχουν, ως εκ της ιδιότητας τους, υποβάλλεται γρα­πτώς στα όργανα, τα οποία τα εξέλεξαν ή τα διόρισαν.

Η εκλογή ή ο ορισμός αντικαταστατών τους γίνεται για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της περιόδου, κατά την οποία ασκούσαν καθήκοντα οι παραιτηθέντες.

Η παραίτηση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή μετά την παρέλευση μηνός από την κατάθεση της σχετικής αίτη­σης στο πρωτόκολλο της οικείας υπηρεσίας.

Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν διαφορετικά τον τρόπο υποβολής και αποδοχής παραιτήσεων, καθώς και αντικατάστασης των παραιτουμένων, εξακολουθούν να ισχύουν.

 

 

Αρθρο 73

Αναπλήρωση συμβούλων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’

ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ – ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

 

1.  Τις έδρες δημοτικών και κοινοτικών συμβούλων, των συμβούλων των δημοτικών διαμερισμάτων, των το­πικών συμβούλων και των παρέδρων που για οποιονδή­ποτε λόγο μένουν κενές, καταλαμβάνουν οι αναπληρω­ματικοί του ίδιου συνδυασμού.

Ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος Κοινότητας καλεί αμέσως τους αναπληρωματικούς συμβούλους ή παρέδρους, με τη σειρά της εκλογής τους, και αυτοί οφείλουν να πα­ρουσιαστούν για ορκωμοσία μέσα σε πέντε (5) ημέρες αφότου τους επιδόθηκε η πρόσκληση. Η ορκωμοσία γί­νεται ενώπιον του δημάρχου ή του προέδρου της Κοινό­τητας αναλόγως. Αν δεν παρουσιαστούν μέσα στην προ­θεσμία αυτή, αποβάλλουν αυτοδικαίως την ιδιότητα του αναπληρωματικού.

Αν εξαντληθεί ο αριθμός των αναπληρωματικών του συνδυασμού αυτού, καλούνται να καταλάβουν τις θέσεις που έμειναν κενές, για οποιονδήποτε λόγο, αναπληρω­ματικοί από άλλους συνδυασμούς, με τη σειρά της εκλο­γικής δύναμης των συνδυασμών και με τη σειρά που έχουν ανακηρυχθεί οι αναπληρωματικοί του κάθε συν­δυασμού.

Στην περίπτωση θέσης σε αργία μελών δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων, συμβουλίων δημοτικών διαμερι­σμάτων, τοπικών συμβουλίων και παρέδρων, εάν ο αριθ­μός των μελών που απομένουν είναι μικρότερος από τον αριθμό των μελών που απαιτείται για την απαρτία, ο δή­μαρχος ή ο πρόεδρος Κοινότητας για το μέχρι λήξης της αργίας χρόνο, καλεί αναπληρωματικούς συμβούλους από το συνδυασμό στον οποίο ανήκουν αυτοί που έχουν τεθεί σε αργία, με τη σειρά της εκλογής τους.

 

2.  Αν μείνουν κενές έδρες συμβούλων των συνδυα­σμών και δεν υπάρχουν αναπληρωματικοί κανενός συν­δυασμού, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας προκη­ρύσσει, σε δύο (2) μήνες το αργότερο, την εκλογή τό­σων συμβούλων όσες είναι οι κενές έδρες και ισάριθμων αναπληρωματικών.

 

3. Στην αναπληρωματική εκλογή εφαρμόζονται αναλό­γως οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα που αφορούν την υποβολή υποψηφιότητας και την κατάρτιση συνδυα­σμών. Οι κενές θέσεις κατανέμονται ανάμεσα στους συνδυασμούς που συγκέντρωσαν ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) τουλάχιστον του συνόλου των εγκύρων ψη­φοδελτίων, αναλόγως με την εκλογική δύναμη του καθε­νός από αυτούς.

 

4.  Στο τελευταίο όμως έτος της δημοτικής ή κοινοτι­κής περιόδου γίνεται εκλογή, μόνον αν οι σύμβουλοι που έχουν απομείνει δεν αρκούν για την ύπαρξη απαρτίας.

 

5.  Τα δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια λειτουργούν νόμιμα, έστω και με ελλιπή σύνθεση, που δεν μπορεί πά­ντως να είναι κατώτερη από τον αριθμό των μελών που απαιτείται για την απαρτία σε όλες τις περιπτώσεις που μέλη δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου αποποιηθούν την εκλογή τους, παραιτηθούν, αποβιώσουν, εκπέσουν ή τεθούν σε αργία ή αν οι έδρες μείνουν κενές για οποιονδήποτε άλλο λόγο και μέχρι οι κενές θέσεις να συμπλη­ρωθούν με αναπλήρωση ή με εκλογές ή με τη λήξη του χρόνου της αργίας.

 

6.  Για τη λήψη αποφάσεων των δημοτικών ή κοινοτι­κών συμβουλίων η απαρτία και οι απαραίτητες πλειοψη­φίες υπολογίζονται με βάση τον αριθμό των δημοτικών ή κοινοτικών συμβούλων που έχουν ορκισθεί και εγκατα­σταθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 70 και 23.

 

7. Όταν το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο δεν μπορεί να λειτουργήσει νόμιμα, επειδή υπάρχει έλλειψη μελών του, αναστέλλονται κάθε είδους προθεσμίες, των οποί­ων η τήρηση εξαρτάται από απόφαση του συμβουλίου, μέχρι να καταστεί δυνατή η νόμιμη λειτουργία του.

 

 

Αρθρο 74

 

Εκλογή εξαιτίας διάλυσης συμβουλίων

 

1.  Αν ένα δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο διαλυθεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 147, ο Γενικός Γραμ­ματέας της Περιφέρειας προκηρύσσει εκλογές ένα (1) μήνα το αργότερο από τη διάλυση. Κατά την εκλογή αυ­τή εκλέγονται και αναπληρωματικοί.

 

2.  Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας αναθέτει στον γραμματέα της Κοινότητας ή σε δημόσιο υπάλληλο τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινότητας, τα σχετικά με τη διεξαγωγή της εκλογής, καθώς και τη διεξαγωγή των επειγουσών υπηρεσιακών υποθέσεων.

 

 

 

Αρθρο 75

 

Αρμοδιότητες

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ – ΑΣΚΗΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

 

Ι. Οι δημοτικές και οι κοινοτικές αρχές διευθύνουν και ρυθμίζουν όλες τις τοπικές υποθέσεις, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας, με στόχο την προστασία, την ανάπτυξη και τη συνεχή βελτίωση των συμφερόντων και της ποιότητας ζωής της τοπικής κοινωνίας.

 

Οι αρμοδιότητες των Δήμων και Κοινοτήτων αφορούν, κυρίως, τους τομείς:

 

α) Ανάπτυξης, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως:

1.  Η προστασία, η αξιοποίηση και η εκμετάλλευση των τοπικών φυσικών πόρων και περιοχών, των ιαματικών πηγών και των ήπιων ή ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, καθώς και η κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση των σχετικών έργων και εγκαταστάσεων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

2.  Η μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εκμετάλλευση και διαχείριση των δικτύων φυσικού αερίου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

3.  Ο εξηλεκτρισμός, η επέκταση ηλεκτρικών δικτύων και γενικότερα δικτύων ενέργειας, εντός των διοικητι­κών τους ορίων, για κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και για την τόνωση της ανάπτυξης της τοπικής οικονομίας.

4. Η μελέτη, κατασκευή και εκμετάλλευση βιοτεχνικών κέντρων και κτιρίων στις ειδικές βιοτεχνικές και βιομηχα­νικές ζώνες που καθορίζονται στο πλαίσιο του πολεοδο­μικού και του χωροταξικού σχεδιασμού.

5.  Η εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων ανάπτυ­ξης του ανθρώπινου δυναμικού της περιοχής τους.

6.  Η εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογίας για την ανάπτυξη της περιοχής τους.

7.  Ο σχεδιασμός, η κατασκευή, συντήρηση και διαχεί­ριση υποδομών για τη στήριξη της τοπικής οικονομίας, όπως έργων οδοποιίας, συστημάτων άρδευσης, αντι­πλημμυρικών και εγγειοβελτιωτικών έργων.

8.  Η εκπόνηση, υλοποίηση και η συμμετοχή σε προ­γράμματα για την τουριστική ανάπτυξη των περιοχών τους και την προώθηση εναλλακτικών μορφών τουρι­σμού, καθώς και η δημιουργία θέρετρων και άλλων εγκα­ταστάσεων αναψυχής και διακοπών.

9.  Η διοίκηση και εκμετάλλευση των χώρων της ζώνης λιμένα δικαιοδοσίας τους, καθώς και η κατασκευή και συντήρηση των αναγκαίων λιμενικών έργων.

10.  Η ίδρυση, κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση δημοτικών και κοινοτικών αγορών.

11.  Η κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση αποθηκευ­τικών χώρων υγρών καυσίμων.

12.  Η διαχείριση, η αξιοποίηση και η εκμετάλλευση της δημοτικής και κοινοτικής περιουσίας και η κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση δημοτικών και κοινοτικών κτι­ρίων.

13.  Η εκμετάλλευση δημοτικών και κοινοτικών δασών.

14.  Η διαχείριση και εκμετάλλευση δημοτικών και κοι­νοτικών καλλιεργητικών εκτάσεων και βοσκοτόπων, κα­θώς και αποκαλυπτόμενων καλλιεργητικών εκτάσεων που τους παραχωρούνται από το Δημόσιο.

 

β) Περιβάλλοντος, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως:

1.  Η εκπόνηση τοπικών προγραμμάτων για την προ­στασία και αναβάθμιση του φυσικού, αρχιτεκτονικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο πλαίσιο των εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών.

2.  Η προστασία και διαχείριση των υδάτινων πόρων, η προστασία του εδάφους και των εσωτερικών υδάτων από την αλιεία (λιμνοθάλασσες, λίμνες, ιχθυοτροφεία, ποταμοί) και η καταπολέμηση της ρύπανσης στην περι­φέρεια τους.

3.  Η ίδρυση και λειτουργία δημοτικών και κοινοτικών εργαστηρίων.

4.  Η καθαριότητα όλων των κοινόχρηστων χώρων της εδαφικής τους περιφέρειας, η αποκομιδή και διαχείριση των αποβλήτων, καθώς και η κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση συστημάτων αποχέτευσης και βιολογικού κα­θαρισμού και η λήψη προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων για την προστασία των κοινόχρηστων χώρων και ιδιαίτερα των χώρων διάθεσης απορριμμάτων από εκδή­λωση πυρκαγιάς, σύμφωνα με την κείμενη σχετική νομο­θεσία.

5.  Η παροχή συνδρομής στην αρμόδια πυροσβεστική υπηρεσία, με κάθε πρόσφορο μέσο που διαθέτουν, για την αντιμετώπιση πυρκαγιών, ιδίως σε περιοχές που έχουν δασικό χαρακτήρα.

6.  Η ίδρυση και λειτουργία σφαγείων.

7.  Η μελέτη, διαχείριση και εκτέλεση προγραμμάτων οικιστικής και πολεοδομικής ανάπτυξης.

8.  Η λήψη μέτρων για την αποκατάσταση και ανάπλα­ση των περιοχών της περιφέρειας τους, κυρίως σε πε­ριοχές όπου αναπτύσσεται εκμετάλλευση ορυκτού πλού­του και εγκαθίστανται μονάδες επεξεργασίας αποβλή­των.

9.  Η συμμετοχή τους σε θέματα πολεοδομίας, χωροτα­ξίας και χρήσεων γης, όπως αυτή προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία.

10. Ο καθορισμός των χώρων για τη δημιουργία κοιμη­τηρίων και η παροχή γνώμης για τον καθορισμό χώρων αποτέφρωσης νεκρών.

 

γ) Ποιότητας Ζωής και Εύρυθμης Λειτουργίας των Πό­λεων και των Οικισμών, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδί­ως:

1.  Η εξασφάλιση και διαρκής βελτίωση των τεχνικών και κοινωνικών υποδομών στις πόλεις και τα χωριά όπως η κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση συστημάτων ύδρευσης, αφαλάτωσης, τηλεθέρμανσης, έργων ηλεκτροφωτισμού των κοινόχρηστων χώρων, η δημιουργία χώρων πρασίνου, χώρων αναψυχής, πλατειών και λοι­πών υπαίθριων κοινόχρηστων χώρων.

2.  Η συμμετοχή στο έργο της αστικής συγκοινωνίας και η διενέργεια μεταφοράς για τη μετακίνηση κατοίκων της περιοχής τους, καθώς και η μεταφορά για την εξυπη­ρέτηση και την αναψυχή αυτών, όπως ορίζεται στο άρθρο 83 και στη σχετική νομοθεσία.

3. Ο καθορισμός, η κατασκευή, συντήρηση και εκμε­τάλλευση υπόγειων και υπέργειων χώρων στάθμευσης, καθώς και ο έλεγχος της στάθμευσης των αυτοκινήτων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

4.  Η ρύθμιση της κυκλοφορίας, ο καθορισμός πεζοδρό­μων, μονοδρομήσεων και κατευθύνσεων της κυκλοφορί­ας, η απομάκρυνση εγκαταλελειμμένων οχημάτων και γενικότερα η λήψη μέτρων για την αποφυγή δυσμενών επιδράσεων στην ασφάλεια της κυκλοφορίας, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

5. Ο καθορισμός των χώρων και των όρων λειτουργίας των λαϊκών αγορών και των εμποροπανηγύρεων, για άσκηση υπαίθριων εμπορικών δραστηριοτήτων, που διε­νεργούνται στην περιφέρεια τους, κατά τη σχετική νομο­θεσία, καθώς και των χώρων για την προσωρινή διαμονή μετακινούμενων πληθυσμιακών ομάδων.

6.  Ο καθορισμός χώρων για την τοποθέτηση πλαισίων προβολής υπαίθριας διαφήμισης, καθώς και ο προσδιορι­σμός ειδικότερων προδιαγραφών κατασκευής και προϋ­ποθέσεων τοποθέτησης διαφημιστικών πλαισίων, σύμ­φωνα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες στο πλαίσιο της κεί­μενης νομοθεσίας.

7.  Η προστασία του καταναλωτή με τη δημιουργία Γρα­φείων Ενημέρωσης του καταναλωτή σχετικά με θέματα που αφορούν τα δικαιώματα του, την ποιότητα των προ­σφερόμενων αγαθών και υπηρεσιών και τις επιπτώσεις τους στην υγεία και το περιβάλλον, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές.

8.  Ο προσδιορισμός ειδικότερων όρων και προϋποθέ­σεων της ίδρυσης και εγκατάστασης καταστημάτων, επι­χειρήσεων και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων της δικαι­οδοσίας τους που επηρεάζουν το φυσικό, πολιτιστικό και αρχιτεκτονικό περιβάλλον, καθώς και την αισθητική, φυ­σιογνωμία και τις εν γένει λειτουργίες της πόλης.

9. Ο προσδιορισμός των όρων και των ωρών λειτουργί­ας μουσικής σε καταστήματα, τα οποία λειτουργούν στην πόλη, στο πλαίσιο των υγειονομικών και κανονιστι­κών διατάξεων της διοίκησης.

10.  Η μέριμνα και η λήψη μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως ο υγειονομικός έλεγχος των δημοτικών και κοινοτικών δεξαμενών νερού, ο υγειονο­μικός έλεγχος των καταστημάτων και επιχειρήσεων που λειτουργούν στην περιφέρεια τους, ο έλεγχος της ηχο­ρύπανσης, της κοινής ησυχίας και της εκπομπής ρύπων, θορύβων και άλλων επιβαρύνσεων του περιβάλλοντος από τροχοφόρα, η περισυλλογή και εν γένει η μέριμνα για τα αδέσποτα ζώα και η δημιουργία καταφυγίων, σύμ­φωνα με την κείμενη νομοθεσία.

11.  Η μέριμνα και η λήψη μέτρων για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των κατοίκων, όπως ο έλεγ­χος σήμανσης των εργασιών που εκτελούνται στις οδούς και της τήρησης των υποχρεώσεων αυτών που εκτελούν έργα και εναποθέτουν υλικά και εργαλεία στις οδούς του δημοτικού ή κοινοτικού δικτύου, η λήψη μέτρων και ο έλεγχος για την προστασία από επικίνδυνες οικοδομές, από έλλειψη μέτρων ασφάλειας και υγιεινής σε εργασί­ες που εκτελούνται και γενικότερα από δραστηριότητες που εγκυμονούν κινδύνους για τη ζωή και την περιουσία των κατοίκων.

12.  Η μέριμνα και η λήψη μέτρων για την προστασία και αναβάθμιση της αισθητικής των πόλεων και των οικι­σμών.

13.  Η μέριμνα και η λήψη μέτρων για την απρόσκοπτη πρόσβαση στους κοινόχρηστους χώρους.

14.  Η ονομασία των οδών, πλατειών, η τοποθέτηση πι­νακίδων πληροφορίας και η αρίθμηση κτισμάτων.

 

δ) Απασχόλησης, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως:

1.  Η υλοποίηση ή η συμμετοχή σε ολοκληρωμένα τοπι­κά σχέδια και προγράμματα δράσης και πρωτοβουλίες για την εφαρμογή και ανάπτυξη πολιτικών προώθησης της απασχόλησης και της κοινωνικής ενσωμάτωσης δια­φόρων κατηγοριών ανέργων, στο πλαίσιο των εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών.

2.  Προώθηση και ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και υπηρεσιών επαγγελματικής κατάρτισης, με την ίδρυ­ση και λειτουργία Κέντρων Επαγγελματικού Προσανατο­λισμού και Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης προ­σαρμοσμένα στις τοπικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες και κυρίως των πληθυσμών των ορεινών, αγροτικών και νη­σιωτικών περιοχών, στο πλαίσιο του εθνικού και ευρω­παϊκού σχεδιασμού.

3.  Συμβολή στην απορρόφηση του εργατικού δυναμι­κού της περιοχής τους με την ανάπτυξη συμβουλευτικών δράσεων που παρέχονται δωρεάν προς τους ανέργους, με στόχο την υποστήριξη και την ενθάρρυνση τους για την εξεύρεση απασχόλησης, καθώς και στην προώθηση ίσων ευκαιριών πρόσβασης στην αγορά εργασίας, με τη δημιουργία Δημοτικών και Κοινοτικών Γραφείων Ενημέ­ρωσης για την Απασχόληση, σε συνεργασία με τους αρ­μόδιους δημόσιους φορείς και τις επιχειρήσεις της πε­ριοχής τους.

 

ε) Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως:

1.  Η εφαρμογή πολιτικών ή η συμμετοχή σε δράσεις που αποσκοπούν στην υποστήριξη και κοινωνική φροντί­δα της βρεφικής και παιδικής ηλικίας και της τρίτης ηλικί­ας, με την ίδρυση και λειτουργία νομικών προσώπων και ιδρυμάτων όπως παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών, βρεφοκομείων, ορφανοτροφείων, κέντρων ανοικτής πε­ρίθαλψης και ημερήσιας φροντίδας, ψυχαγωγίας και αναψυχής ηλικιωμένων, γηροκομείων κ.λπ. και τη μελέ­τη και εφαρμογή σχετικών κοινωνικών προγραμμάτων.

2.  Η εφαρμογή πολιτικών ή η συμμετοχή σε δράσεις και προγράμματα, που στοχεύουν στη μέριμνα, υποστή­ριξη και φροντίδα ευπαθών κοινωνικών ομάδων με την παροχή υπηρεσιών υγείας και την προαγωγή ψυχικής υγείας, όπως δημιουργία δημοτικών και κοινοτικών ια­τρείων, κέντρων αγωγής υγείας, υποστήριξης και αποκα­τάστασης ατόμων με αναπηρία, κέντρων ψυχικής υγείας, συμβουλευτικής στήριξης των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας και βίας κατά συνοικούντων προσώπων και κέ­ντρων πρόληψης κατά εξαρτησιογόνων ουσιών.

3.  Η μέριμνα για τη στήριξη αστέγων και οικονομικά αδύνατων δημοτών, με την παραχώρηση δημοτικών και κοινοτικών οικοπέδων σε αυτούς ή με την παροχή χρη­ματικών βοηθημάτων, ειδών διαβίωσης και περίθαλψης σε κατοίκους που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα διαβίωσης κατά τις προβλέψεις αυτού του Κώδικα.

4.  Η σχεδίαση, η οργάνωση, ο συντονισμός και η εφαρμογή προγραμμάτων και πρωτοβουλιών για την πρόληψη της παραβατικότητας στην περιφέρεια τους, με τη δημιουργία Τοπικών Συμβουλίων Πρόληψης Παραβατικότητας.

5.  Ο σχεδιασμός και εφαρμογή προγραμμάτων ή συμ­μετοχή σε προγράμματα και δράσεις για την ένταξη αθίγγανων, παλιννοστούντων ομογενών, μεταναστών και προσφύγων στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστι­κή ζωή της τοπικής κοινωνίας.

6.  Η προώθηση και ανάπτυξη του εθελοντισμού και της κοινωνικής αλληλεγγύης με τη δημιουργία τοπικών δι­κτύων κοινωνικής αλληλεγγύης, εθελοντικών οργανώ­σεων και ομάδων εθελοντών που θα δραστηριοποιούνται για την επίτευξη των στόχων και την υποβοήθηση του έργου της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης του Δήμου και της Κοινότητας.

 

στ) Παιδείας, πολιτισμού και αθλητισμού, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως:

1.  Η κατασκευή, διαχείριση και βελτίωση των υλικοτε­χνικών υποδομών του εθνικού συστήματος της πρωτο­βάθμιας και δευτεροβάθμιας Παιδείας και ιδιαίτερα η συ­ντήρηση, η καθαριότητα και η φύλαξη των σχολικών κτι­ρίων.

2.  Η ίδρυση και λειτουργία βιβλιοθηκών.

3.  Η ίδρυση και λειτουργία κέντρων δημιουργικής απα­σχόλησης παιδιών.

4.  Η ίδρυση και λειτουργία πάρκων κυκλοφοριακής αγωγής.

5.  Η εφαρμογή πολιτικών για την ανάδειξη και προστα­σία του τοπικού πολιτισμού, η προβολή των πολιτιστικών αγαθών και των σύγχρονων πολιτιστικών έργων που πα­ράγονται σε τοπικό επίπεδο, με τη δημιουργία πολιτιστι­κών και πνευματικών κέντρων, μουσείων, πινακοθηκών, κινηματογράφων και θεάτρων, φιλαρμονικών και σχο­λών διδασκαλίας μουσικής, σχολών χορού, ζωγραφικής, γλυπτικής κ.λπ., καθώς και η μελέτη και εφαρμογή πολι­τιστικών προγραμμάτων.

6.  Η προστασία μουσείων, μνημείων, σπηλαίων, καθώς και αρχαιολογικών και ιστορικών χώρων της περιοχής και των εγκαταστάσεων αυτών.

7.  Η επισκευή, συντήρηση και αξιοποίηση παραδοσια­κών και ιστορικών σχολικών κτιρίων και κτιρίων που πα­ραχωρούνται από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς.

8.  Η διοργάνωση συναυλιών, θεατρικών παραστάσεων και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων ή η συμμετοχή τους σε αυτά.

9.  Η προώθηση πολιτιστικών ανταλλαγών, σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

10.  Η ανάπτυξη του πολιτιστικού τουρισμού.

11.  Η κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση αθλητικών εγκαταστάσεων, όπως δημοτικών και κοινοτικών γυμνα­στηρίων, αθλητικών κέντρων και δημοτικών και κοινοτι­κών χώρων άθλησης.

12.  Η προώθηση και εφαρμογή προγραμμάτων ενίσχυ­σης μαζικού αθλητισμού και διοργάνωση αθλητικών εκ­δηλώσεων.

 

ζ) Πολιτικής Προστασίας, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως:

1. Ο συντονισμός και η επίβλεψη του έργου της πολιτι­κής προστασίας για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώ­πιση και αποκατάσταση των καταστροφών που συμβαί­νουν στα διοικητικά τους όρια.

2.  Η διατύπωση εισήγησης για το σχεδιασμό πολιτικής προστασίας της περιοχής τους, στο πλαίσιο του ετήσιου εθνικού σχεδιασμού και η εφαρμογή των προγραμμά­των, μέτρων και δράσεων που αφορούν την περιοχή τους στο πλαίσιο του εθνικού και περιφερειακού σχεδια­σμού.

3.  Η διάθεση και ο συντονισμός δράσης του απαραίτη­του δυναμικού και μέσων για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των καταστροφών της περιφέρειας τους.

 

II. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες ασκούν, σε τοπικό επίπε­δο, κρατικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, οι οποίες τους έχουν ανατεθεί για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολι­τών, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία.

Οι αρμοδιότητες αυτές είναι, ειδικότερα, οι ακόλουθες:

1.  Η τήρηση του δημοτολογίου και του μητρώου αρρέ­νων, η έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών που απορ­ρέουν από αυτό, καθώς και η τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την κείμενη νομοθεσία για τη δη­μιουργία και τήρηση του Εθνικού Δημοτολογίου.

2.  Η τήρηση των ληξιαρχικών βιβλίων, στα οποία κατα­χωρούνται τα ληξιαρχικά γεγονότα που συμβαίνουν στην περιφέρεια τους και η έκδοση αποσπασμάτων των ληξιαρχικών πράξεων.

3.  Η τήρηση αρχείων επίσημων εγγράφων και η έκδο­ση αντιγράφων.

4.  Η περιοδική ενημέρωση των δημοσίων υπηρεσιών για τις μεταβολές προσωπικής κατάστασης, που προκύ­πτουν από τα τηρούμενα στοιχεία.

5.  Η τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την ισχύουσα εκλογική νομοθεσία.

6.  Η τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την ισχύουσα νομοθεσία περί ιθαγένειας και αλλοδαπών και μετανάστευσης.

7.  Η χορήγηση άδειας πολιτικού γάμου και η τέλεση των γάμων αυτών.

8.  Η δημιουργία, συντήρηση και λειτουργία κοιμητηρί­ων και κέντρων αποτέφρωσης νεκρών, καθώς και η χο­ρήγηση άδειας ταφής και αποτέφρωσης νεκρών.

9.  Η χορήγηση βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας.

10.0 έλεγχος της τήρησης των διατάξεων που αφορούν τους χώρους προσωρινής εγκατάστασης μετακινούμε­νων πληθυσμιακών ομάδων.

11.  Ο έλεγχος της τήρησης των διατάξεων που αφο­ρούν τα ζώα συντροφιάς.

12.  Ο έλεγχος τήρησης των διατάξεων που αφορούν το Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό και τις οικοδομές που χαρακτηρίζονται επικίνδυνες.

13.  Η χορήγηση, ανάκληση και αφαίρεση των αδειών ίδρυσης, λειτουργίας και εγκατάστασης των καταστημά­των και επιχειρήσεων, οι όροι λειτουργίας και εγκατά­στασης των οποίων καθορίζονται από την κείμενη νομο­θεσία και τους αντίστοιχους υγειονομικούς κανονισμούς και διατάξεις, καθώς και ο έλεγχος της τήρησης αυτών.

14.  Η τήρηση των διατάξεων που αφορούν το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων.

15. Η χορήγηση, ανάκληση και αφαίρεση αδειών εγκα­τάστασης και λειτουργίας κινηματογράφων, θεάτρων και παρεμφερών επιχειρήσεων και η διενέργεια των προ­βλεπόμενων επιθεωρήσεων.

16.  Η χορήγηση, ανάκληση και αφαίρεση αδειών ίδρυ­σης και λειτουργίας παιδότοπων και διάφορων ψυχαγω­γικών δραστηριοτήτων, όπως λούνα πάρκ, τσίρκο, πίστες αυτοκινητιδίων, μουσικών συναυλιών και άλλων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, καθώς και ο έλεγχος τήρησης των σχετικών διατάξεων της.

17. Η χορήγηση, ανάκληση και αφαίρεση αδειών τεχνι­κών ψυχαγωγικών παιγνίων και παροχής υπηρεσιών δια-δικτύου, καθώς και ο έλεγχος τήρησης των σχετικών διατάξεων.

18. Η χορήγηση και ανάκληση άδειας λειτουργίας μου­σικών οργάνων, καθώς και ο έλεγχος τήρησης των σχετικών διατάξεων.

19.  Η χορήγηση και ανάκληση αδειών για την άσκηση υπαίθριου στάσιμου εμπορίου, η χορήγηση αδειών εμποροπανηγύρεων και υπαίθριων χριστουγεννιάτικων αγο­ρών, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3377/2005 (ΦΕΚ 202 Α’), καθώς και ο έλεγχος της τήρησης των διατάξεων που αφορούν το υπαίθριο εμπόριο και τις λαϊκές αγορές.

20.  Η χορήγηση άδειας κυκλοφορίας ζωήλατου οχήματος στην περιφέρεια τους.

21.  Η αφαίρεση της άδειας από τις οικοδομές για μη εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών στο Ι.Κ.Α..

22.  Η χορήγηση και ανάκληση άδειας εγκατάστασης και χρήσης του οικήματος για την άσκηση δραστηριότητας από εκδιδόμενα πρόσωπα, καθώς και ο έλεγχος τή­ρησης των σχετικών διατάξεων.

23.  Ο έλεγχος τήρησης της τουριστικής νομοθεσίας από τις επιχειρήσεις τουριστικού ενδιαφέροντος, κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του νόμου.

24. Η χορήγηση αδειών διενέργειας διαφήμισης, τοπο­θέτησης πλαισίων υπαίθριας διαφήμισης, τοποθέτησης επιγραφών προσδιορισμού επαγγελματικής δραστηριό­τητας σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, καθώς και η παρα­χώρηση χώρων για την προβολή δραστηριοτήτων σε νο­μικά πρόσωπα, που επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, όπως επίσης ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων περί υπαίθριας διαφήμισης των προδιαγραφών των διαφημι­στικών πλαισίων και επιγραφών, η αφαίρεση των παρά­νομων υπαίθριων διαφημίσεων και επιγραφών και η επι­βολή των προβλεπόμενων προστίμων, με τις προϋποθέ­σεις και τους όρους που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.

25. Η χορήγηση άδειας λειτουργίας καταστημάτων εκ­μίσθωσης μοτοποδηλάτων.

 

 

Αρθρο 76

 

Ασκηση αρμοδιοτήτων

 

1. Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές ασκούν τις αρμο­διότητες τους, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων, των κανονιστικών διατάξεων της διοίκησης και των κανονιστικών διατάξεων που θεσπίζουν οι ίδιες, σύμφωνα με το άρθρο 79. Κατά την άσκηση των ανωτέ­ρω αρμοδιοτήτων θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη:

α. Τις εθνικές, περιφερειακές και ευρωπαϊκές πολιτι­κές που σχετίζονται με τις αρμοδιότητες τους.

β. Την ανάγκη συνεργασίας και συντονισμού με άλλες τοπικές ή δημόσιες αρχές και οργανισμούς, οι οποίοι έχουν την αρμοδιότητα να δρουν και να διαθέτουν πό­ρους στην περιφέρεια τους.

γ. Τους διαθέσιμους πόρους για την κάλυψη της αρμο­διότητας και την ανάγκη να διασφαλισθεί η επωφελής, η αποτελεσματική χρήση και η ισόρροπη κατανομή τους.

δ. Την ανάγκη να οργανώνουν τις παρεχόμενες υπη­ρεσίες με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η επάρκεια, η ποιότητα και αποτελεσματικότητα τους, με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των κατοίκων.

ε. Την ανάγκη για υψηλής ποιότητας περιβαλλοντική προστασία και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και την ανάγκη προώθησης της βιώσιμης ανάπτυ­ξης των περιοχών τους.

 

2. Οι αρμοδιότητες της παρ. Ι του άρθρου 75 μπορούν να ασκηθούν προς όφελος:

α. ολόκληρης ή τμήματος της εδαφικής τους περιφέ­ρειας,

β. όλων ή μέρους των κατοίκων της περιφέρειας τους.

γ. σε διαδημοτικό επίπεδο μέσω σχετικών συμβάσεων ή διαδημοτικής συνεργασίας, σύμφωνα με τις προβλέ­ψεις του παρόντος.

 

3.α. Για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των κατοίκων των Δήμων και Κοινοτήτων και για την εύρυθμη λειτουργία των πόλεων και των οικι­σμών μπορεί να συσταθεί, με τους Οργανισμούς Εσωτε­ρικής Υπηρεσίας, Δημοτική Αστυνομία, η οποία λειτουρ­γεί ως αυτοτελής υπηρεσία.

β. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημό­σιων Εργων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δημόσιας Τάξης, μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθο­ρίζονται οι προϋποθέσεις σύστασης της Δημοτικής Αστυνομίας, οι αρμοδιότητες της, καθώς και ο χρόνος έναρξης άσκησης τους σε σχέση με την οργάνωση της, ο τρόπος με τον οποίο ασκούνται, η διάρθρωση των υπη­ρεσιών της, τα προσόντα και οι θέσεις κατά κατηγορίες, βαθμούς και κλάδους του προσωπικού της, καθώς και το σύστημα πρόσληψης, εκπαίδευσης, επιμόρφωσης τού­του, περιλαμβανομένων των καθηκόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέ­ρεια.

 

4.  Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονο­μικών, ύστερα από γνώμη της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων, είναι δυνατή η παροχή ειδικών κινήτρων και προβλέψεων ειδικών χρηματοδοτήσεων για την κά­λυψη άσκησης αρμοδιοτήτων από ορεινούς ή νησιωτι­κούς Δήμους ή Κοινότητες ή από Δήμους ή Κοινότητες σε φθίνουσες και μειονεκτικές περιοχές, όπως αυτές κα­θορίζονται από τις κείμενες διατάξεις, ανάλογα εάν αυ­τές ασκούνται από τους ίδιους ή σε διαδημοτικό επίπε­δο. Οι ενισχύσεις αυτές παρέχονται εντός των πλαισίων της υφιστάμενης εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας.

 

5.  Όταν αιρετό όργανο Δήμου ή Κοινότητας απέχει παράνομα από την άσκηση της αρμοδιότητας του, θέτο­ντας σε σοβαρό και προφανή κίνδυνο το δημόσιο συμφέ­ρον, ο Γενικός Γραμματέας, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του, αναθέτει την άσκηση της, για τον απολύ­τως αναγκαίο χρόνο, σε αντίστοιχο όργανο της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Αν στην περίπτωση αυτή δεν ασκηθεί η ανατεθείσα αρμοδιότητα μέσα στον απαιτούμενο από τις περιστάσεις χρόνο, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μία εβδομάδα, τότε αυτή ασκείται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας ή ανατίθεται από τον ίδιο σε άλλο όργανο της Διοίκησης.

 

6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη­σης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμό­διου Υπουργού, είναι δυνατόν να κωδικοποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για την άσκηση κά­θε αρμοδιότητας και να ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη διαδικασία και τον τρόπο άσκησης τους.

 

 

Αρθρο 77

Γνώμη των δημοτικών και κοινοτικών αρχών για ειδικά θέματα

 

1.  Προκειμένου οι κρατικές αρχές να εκδώσουν οποια­δήποτε διοικητική κανονιστική πράξη, που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, τα ρυθμιστικά ή χωροτα­ξικά σχέδια και τις αποφάσεις χωροθέτησης εγκαταστάσεων και λοιπών δραστηριοτήτων, οφείλουν να ζητούν τη γνώμη των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων των Δήμων ή των Κοινοτήτων ή των διοικητικών συμβουλίων των Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων, στην περιφέρεια των οποίων πρόκειται να ισχύσουν, κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:

α) Για πράξεις που αφορούν την περιφέρεια έως δέκα (10) Δήμων και Κοινοτήτων απαιτείται η γνώμη όλων των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων.

β) Για πράξεις που αφορούν την περιφέρεια περισσό­τερων από δέκα (10) Δήμων και Κοινοτήτων του νομού, απαιτείται η γνώμη του διοικητικού συμβουλίου της Τοπι­κής Ενώσεως Δήμων και Κοινοτήτων.

γ) Για πράξεις που αφορούν την περιφέρεια Δήμων και Κοινοτήτων που υπάγονται σε περισσότερους νομούς, απαιτείται η γνώμη του διοικητικού συμβουλίου των το­πικών ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων.

δ) Για πράξεις που αφορούν την περιφέρεια ολόκλη­ρης της Χώρας, απαιτείται η γνώμη του διοικητικού συμ­βουλίου της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας.

 

2. Όταν οι πράξεις που αναφέρονται στην προηγούμε­νη παράγραφο αφορούν τα πολεοδομικά σχέδια, για την έκδοση τους απαιτείται η γνώμη μόνο των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων των Δήμων ή των Κοινοτήτων, στη διοικητική περιφέρεια των οποίων πρόκειται να ισχύ­ουν οι πράξεις αυτές.

 

3.  Σε όλες τις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 η γνώμη πρέπει να παρέχεται στην αρμόδια αρχή μέσα σε δύο (2) μήνες, από τότε που ο Δήμος ή η Κοινότητα ή η ένωση έλαβε το σχετικό ερώτημα.

 

4.  Η διαφοροποίηση από τη γνώμη των οργάνων, που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2, πρέπει να στηρίζεται σε ειδική αιτιολογία.

 

5.  Στα όργανα που καταρτίζουν τα προγράμματα για την περιφερειακή ανάπτυξη, τη χωροταξία και την προ­στασία του περιβάλλοντος μετέχουν και εκπρόσωποι των Δήμων ή Κοινοτήτων ή των ενώσεων αυτών.

Κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων αυτών λαμβά­νονται υπόψη οι γνώμες των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων ή των διοικητικών συμβουλίων των Ενώσε­ων των Δήμων και Κοινοτήτων της περιφέρειας, την οποία αφορούν τα προγράμματα, όπως ορίζει προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση  των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωρο­ταξίας και Δημόσιων Έργων.

Με το ίδιο διάταγμα καθορίζεται ο αριθμός των εκπρο­σώπων των Δήμων ή Κοινοτήτων ή των ενώσεων αυτών στα όργανα που καταρτίζουν τα προγράμματα και ο τρό­πος με τον οποίο ορίζονται οι εκπρόσωποι αυτοί.

 

6. Δεν επιτρέπεται απαλλοτρίωση, διάθεση, δέσμευση ή οποιουδήποτε είδους επέμβαση ή περιορισμός στη διοί­κηση, στη διαχείριση και στη διάθεση δημοτικών ή κοινο­τικών κτημάτων, έργων, υπηρεσιών και υδάτων αρδεύ­σεως ή υδρεύσεως, χωρίς προηγούμενη γνώμη του οι­κείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 78

Προθεσμία για την απόφαση ή γνωμοδότηση από άλλες αρχές, οι οποίες  απαιτούνται για την έκδοση πράξεων από Δήμους και Κοινότητες

 

Όπου, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, απαιτεί­ται προηγούμενη απόφαση ή γνώμη οποιασδήποτε αρ­χής, για θέματα που αποφασίζουν οι Δήμοι, οι Κοινότη­τες και τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η σχετική πράξη εκδίδεται το αργότερο μέσα σε ένα τρίμη­νο, αφότου η αρμόδια αρχή παρέλαβε το σχετικό ερώτη­μα με τα προβλεπόμενα στοιχεία . Αν η προθεσμία αυτή περάσει χωρίς να έχει εκδοθεί η προαναφερόμενη πρά­ξη, τότε τα αρμόδια δημοτικά ή κοινοτικά όργανα απο­φασίζουν, χωρίς να απαιτείται η έκδοση ή η παροχή της.

 

 

Αρθρο 79

 

Κανονιστικές Αποφάσεις

 

1. Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές ρυθμίζουν θέματα της αρμοδιότητας τους εκδίδοντας τοπικές κανονιστικές αποφάσεις, στο πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας, με τις οποίες:

α) θέτουν κανόνες:

α1. Για την προστασία του φυσικού, αρχιτεκτονικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, των θαλασσών από πη­γές ξηράς και των υπόγειων και επίγειων υδάτινων απο­θεμάτων από τη ρύπανση.

α.2. Για την προστασία της υγείας των κατοίκων από οχλούσες δραστηριότητες και ειδικότερα στις τουριστι­κές περιοχές κατά την τουριστική περίοδο.

α3. Για την τήρηση της καθαριότητας σε κοινόχρη­στους και ιδιωτικούς υπαίθριους χώρους της εδαφικής τους περιφέρειας και γενικότερα για τη διασφάλιση και αναβάθμιση της αισθητικής των πόλεων και των οικι­σμών, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα τη διατήρηση και ανάδειξη των παραδοσιακών, ιστορικών και τουριστικών περιοχών.

α4. Για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας, των μονοδρομήσεων και κατευθύνσεων της κυκλοφορίας, τον προσδιο­ρισμό και τη λειτουργία των χώρων στάθμευσης των οχημάτων, καθώς και για την τοποθέτηση και λειτουργία μετρητών ή εγκαταστάσεων ρύθμισης της στάθμευσης οχημάτων σε κοινόχρηστους χώρους.

β) Καθορίζουν τον τρόπο εφαρμογής των αναγκαίων, κατά περίπτωση, μέτρων για την πρόληψη και αντιμετώ­πιση πυρκαγιών σε κοινόχρηστους χώρους και ιδιαίτερα στους χώρους διάθεσης των απορριμμάτων, λαμβάνο­ντας υπόψη τις σχετικές πυροσβεστικές διατάξεις.

γ) Προσδιορίζουν τους όρους και τις ώρες λειτουργίας μουσικής σε καταστήματα που λειτουργούν στην πόλη,

λαμβάνοντας υπόψη τις χρήσεις γης, τις ιδιαίτερες τοπι­κές συνθήκες και την προστασία των κατοίκων από την ηχορύπανση.

δ) Καθορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις:

δ1. Για τη χρήση και λειτουργία των δημοτικών και κοι­νοτικών αγορών, των εμποροπανηγύρεων, παραδοσια­κού ή μη χαρακτήρα, των ζωοπανηγύρεων, των χριστου­γεννιάτικων αγορών και γενικά των υπαίθριων εμπορι­κών δραστηριοτήτων.

δ2. Για τη χρήση των αλσών και των κήπων, των πλα­τειών, των παιδικών χαρών και των λοιπών κοινόχρη­στων χώρων.

δ3. Για τη χρήση και λειτουργία των συστημάτων ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης.

δ4. Για τη λειτουργία των δημοτικών και κοινοτικών κατοικιών, των θέρετρων, των κατασκηνώσεων και του­ριστικών εγκαταστάσεων.

ε) Καθορίζουν τους χώρους λειτουργίας των λαϊκών αγορών, τις θέσεις που επιτρέπεται η άσκηση υπαίθριου στάσιμου εμπορίου και τους κοινόχρηστους, δημοτικούς ή κοινοτικούς χώρους, που επιτρέπεται να τοποθετηθούν τα μέσα προβολής υπαίθριας διαφήμισης.

Μπορούν επίσης να καθορίζουν ειδικότερες προδια­γραφές και προϋποθέσεις κατασκευής και τοποθέτησης διαφημιστικών πλαισίων και επιγραφών σε επαγγελματι­κούς χώρους, ανάλογα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες, λαμβάνοντας υπόψη τη φυσιογνωμία και την αισθητική του χώρου.

στ) Προσδιορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία καταστημάτων, επι­χειρήσεων και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, για τη χο­ρήγηση της άδειας των οποίων είναι αρμόδιοι, λαμβάνο­ντας υπόψη τις σχετικές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος, του αιγιαλού και της παραλίας, της δασικής νομοθεσίας, της νομοθεσίας για την πυροπρο­στασία, για τους αρχαιολογικούς και ιστορικούς τόπους, τις διατάξεις του γενικού πολεοδομικού σχεδίου, του οι­κοδομικού κανονισμού και τους γενικούς όρους που προβλέπονται από τις σχετικές υγειονομικές διατάξεις.

Μπορούν, επίσης, πέραν των ανωτέρω, να προσδιορί­ζουν ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις για την ίδρυ­ση και εγκατάσταση των ανωτέρω επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων σε περιοχές, που επηρεάζουν το φυσι­κό, πολιτιστικό και αρχιτεκτονικό περιβάλλον, την αισθη­τική φυσιογνωμία και τις εν γένει λειτουργίες των πόλε­ων και των οικισμών, εκτός των περιοχών, για τις οποίες έχουν προσδιορισθεί ειδικότεροι όροι χρήσεων γης.

 

2. Οι αποφάσεις της ανωτέρω παραγράφου λαμβάνο­νται από τα δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια με την από­λυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών τους, το συ­ντομότερο δυνατό διάστημα από την έναρξη της δημοτι­κής ή κοινοτικής περιόδου.

Την έκδοση των τοπικών κανονιστικών αποφάσεων των Δήμων εισηγείται στο δημοτικό συμβούλιο η δημαρ­χιακή επιτροπή.

Εάν η κανονιστική διάταξη αφορά αποκλειστικά την περιφέρεια ενός τοπικού διαμερίσματος ή οικισμού, η δημαρχιακή επιτροπή διαμορφώνει την εισήγηση της, μετά από γνώμη του οικείου τοπικού συμβουλίου.

Για τη διαμόρφωση της εισήγησης, η δημαρχιακή επι­τροπή λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις και τις προτά­σεις των αρμόδιων κοινωνικών και επαγγελματικών φο­ρέων και ομάδων πολιτών της περιφέρειας του Δήμου, με τους οποίους έρχεται σε διαβούλευση, καθώς και τυχόν ειδικές μελέτες που έχουν εκπονηθεί για την αντιμετώπιση των ανωτέρω ζητημάτων.

 

3.  Με τις κανονιστικές αποφάσεις της παραγράφου 1 μπορεί να καθορίζονται οι περιπτώσεις, για τις οποίες επιβάλλονται διοικητικά μέτρα και πρόστιμα, ορίζοντας το ύψος του προστίμου και τη διαδικασία επιβολής τους.

 

4.  Οι τοπικές κανονιστικές αποφάσεις δημοσιεύονται υποχρεωτικά, κατά το πλήρες κείμενο τους, στο δημοτι­κό ή κοινοτικό κατάστημα του Δήμου ή της Κοινότητας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρ­θρο 284 και περίληψη αυτών σε μια ημερήσια ή εβδομα­διαία τοπική εφημερίδα. Οι αποφάσεις αυτές παραμέ­νουν συνεχώς εκτεθειμένες σε χώρο του δημοτικού ή κοινοτικού καταστήματος, που είναι προσιτός στο κοινό. Οι ίδιες αποφάσεις, με φροντίδα του προέδρου του δη­μοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, μπορεί να καταχωρού­νται στην ιστοσελίδα του Δήμου ή της Κοινότητας.

Επιπλέον, το δημοτικό και κοινοτικό συμβούλιο λαμβά­νει μέτρα για την όσο το δυνατόν ευρύτερη δημοσιοποί­ηση των αποφάσεων αυτών, μέσω των τοπικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, εκδίδοντας ειδικούς οδηγούς ενημέρωσης των κατοίκων και των οικείων επαγγελματικών τάξεων και χρησιμοποιεί, για τον ίδιο σκοπό, οποιοδήπο­τε άλλο πρόσφορο μέσο.

 

 

Αρθρο 80

 

Καταστήματα Υγειονομικού Ενδιαφέροντος

 

1.  Καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος είναι εκείνα, στα οποία γίνεται παρασκευή ή/και διάθεση σε πελάτες (καθισμένους, όρθιους, περαστικούς) ή διανομή φαγητών ή γλυκισμάτων ή οποιουδήποτε άλλου παρα­σκευάσματος τροφίμων ή ποτών ή αποθήκευση ή συντή­ρηση ή εμπορία κάθε είδους τροφίμων ή ποτών, καθώς και τα καταστήματα προσφοράς υπηρεσιών, εξαιτίας των οποίων μπορεί να προκληθεί βλάβη στη δημόσια υγεία, όπως αναλυτικά αναφέρονται στις ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις.

 

2.  Για την ίδρυση και λειτουργία των ανωτέρω κατα­στημάτων απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότητας. Πριν από τη χο­ρήγηση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας χορηγείται προέγκριση ίδρυσης, η οποία εκδίδεται ύστερα από από­φαση της δημαρχιακής επιτροπής ή του κοινοτικού συμ­βουλίου, μετά από προέλεγχο του σχετικού αιτήματος του ενδιαφερομένου.

Για τον προέλεγχο λαμβάνονται υπόψη ζητήματα που αφορούν τις χρήσεις γης, την προστασία του φυσικού, πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, την προστασία του αιγιαλού και της παραλίας, των δασικών περιοχών, των αρχαιολογικών και ιστορικών τόπων, κα­θώς και την αισθητική, φυσιογνωμία και τις εν γένει λει­τουργίες της πόλης, όπως αυτά ορίζονται από την ισχύ­ουσα νομοθεσία και από τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις, που τίθενται στις τοπικές κανονιστικές διατάξεις των οικείων δημοτικών και κοινοτικών αρχών.

 

3.  Η προέγκριση ίδρυσης συνίσταται στη δυνατότητα ίδρυσης από τον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένου κατα­στήματος, χορηγείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μήνα από την κατάθεση της αίτησης και αποτε­λεί προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας έναρξης επιτη­δεύματος από την αρμόδια Δ.Ο.Υ..

Για την ανωτέρω προέγκριση, ο ενδιαφερόμενος κατα­θέτει αίτηση στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα, στην οποία δηλώνει το είδος του καταστήματος και τις προσφερό­μενες υπηρεσίες, την τοποθεσία και το οίκημα στο οποίο αυτό πρόκειται να λειτουργήσει, επισυνάπτοντας τοπο­γραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης της περιο­χής, καθώς και το προβλεπόμενο παράβολο.

Μετά τη χορήγηση της προέγκρισης ίδρυσης, ο ενδια­φερόμενος οφείλει να προσκομίσει στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που προ­βλέπονται από τις οικείες διατάξεις για το κατάστημα που επιθυμεί να λειτουργήσει, τα οποία θα του τα υπο­δείξει η αρμόδια υπηρεσία, προκειμένου να χορηγηθεί η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας.

Η αρμόδια υπηρεσία του Δήμου ή της Κοινότητας οφείλει, ευθύς ως συμπληρωθεί ο φάκελος, να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες προς όλες τις συναρ­μόδιες υπηρεσίες, για τον υγειονομικό έλεγχο, τον έλεγχο πυρόσβεσης κ.λπ., οι οποίες οφείλουν μέσα σε πενήντα (50) ημέρες να έχουν προβεί σε όλες τις ανα­γκαίες ενέργειες.

Η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας εκδίδεται μέσα σε δε­καπέντε (15) ημέρες αφότου ολοκληρωθεί η ανωτέρω διαδικασία και εφόσον πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋ­ποθέσεις.

Σε αντίθετη περίπτωση, ανακαλείται η απόφαση προ­έγκρισης ίδρυσης.

Το κατάστημα λειτουργεί νόμιμα από το χρόνο χορή­γησης της οριστικής άδειας ίδρυσης και λειτουργίας.

 

4.  Εάν ο ενδιαφερόμενος, που αιτείται άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος, επιθυμεί και άδεια λει­τουργίας μουσικής ή και άδεια χρήσης κοινόχρηστου χώ­ρου, μπορεί να υποβάλει το σχετικό αίτημα με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά μαζί με τα δικαιολογητικά που υπο­χρεούται να προσκομίσει μετά τη χορήγηση της προέ­γκρισης ίδρυσης του καταστήματος, προκειμένου μαζί με την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του καταστήματος να εκδοθούν και οι ανωτέρω σχετικές άδειες.

Η άδεια λειτουργίας μουσικής στα ανωτέρω καταστή­ματα χορηγείται από τη δημαρχιακή επιτροπή ή από τον πρόεδρο της Κοινότητας.

 

5.  Δεν απαιτείται νέα άδεια ίδρυσης και λειτουργίας σε περίπτωση μεταβίβασης του καταστήματος σε νέο πρόσωπο, εφόσον δεν έχει γίνει μεταφορά, επέκταση, αλλαγή ή ουσιώδης τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας αυτού.

Στην περίπτωση αυτή η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας αντικαθίσταται υποχρεωτικά με νέα, η οποία εκδίδεται στο όνομα του προσώπου, που μεταβιβάστηκε το κατά­στημα, χωρίς να ακολουθείται η διαδικασία, που προβλέ­πεται για τη χορήγηση της αρχικής άδειας.

Για την αντικατάσταση της, ο ενδιαφερόμενος, στον οποίο μεταβιβάστηκε το κατάστημα, υποβάλλει στον οι­κείο Δήμο ή Κοινότητα, πλέον των δικαιολογητικών που αναφέρονται στο πρόσωπο του, και υπεύθυνη δήλωση περί μη μεταφοράς, επέκτασης ή αλλαγής της χρήσης του καταστήματος.

Ο νέος κύριος του καταστήματος ευθύνεται από κοι­νού με τον παλαιό για την τήρηση των διατάξεων που ισχύουν για τη λειτουργία του από το χρόνο που πραγ­ματοποιείται η μεταβίβαση μέχρι την αντικατάσταση της άδειας.

 

6.  Για την ανάκληση ή την οριστική αφαίρεση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των καταστημάτων της παραγράφου 1, αρμόδιοι είναι η δημαρχιακή επιτροπή ή το κοινοτικό συμβούλιο, οι οποίοι οφείλουν μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη συνδρομή των προϋποθέσεων να λάβουν τη σχετική απόφαση.

Κατ’ εξαίρεση για την προσωρινή αφαίρεση της άδειας λειτουργίας ενός καταστήματος, όπως προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, καθώς και για την παροχή της εντολής προς σφράγιση αυτών, αρμόδιος είναι ο δήμαρ­χος ή ο πρόεδρος Κοινότητας, ο οποίος οφείλει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συνδρομή των προϋποθέ­σεων να λάβει τη σχετική απόφαση. Το ίδιο όργανο, εντός της αυτής προθεσμίας, παρέχει την εντολή για τη σφράγιση των καταστημάτων που λειτουργούν χωρίς άδεια.

Παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα και παράβαση καθήκοντος και τιμωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και 143 του παρόντος και κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα.

 

7.  Αρμόδιο όργανο για τη σφράγιση και την εκτέλεση των διοικητικών πράξεων, όλων των καταστημάτων και επιχειρήσεων δικαιοδοσίας του οικείου Δήμου ή Κοινό­τητας, είναι η δημοτική αστυνομία ή το όργανο, που ορί­ζεται για το σκοπό αυτόν από το οικείο δημοτικό ή κοι­νοτικό συμβούλιο και αποτελείται από υπαλλήλους ή και αιρετούς στην περίπτωση που δεν έχει συσταθεί δημοτι­κή αστυνομία.

Το αρμόδιο όργανο, κατά την εκτέλεση των ανωτέρω πράξεων, δύναται, όπου κρίνει αναγκαίο, να ζητά τη συν­δρομή της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία υποχρεούται να την παρέχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 159 και 161 του π.δ. 141/1991 (ΦΕΚ 58 Α’).

 

8.  Κατ’ εξαίρεση, για καταστήματα υγειονομικού εν­διαφέροντος που λειτουργούν εντός ξενοδοχείων, αρ­μόδιο όργανο για τη χορήγηση των οικείων αδειών ίδρυ­σης και λειτουργίας είναι ο Ελληνικός Οργανισμός Του­ρισμού (Ε.Ο.Τ.).

Η χορήγηση γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες υγειο­νομικές και λοιπές διατάξεις, που διέπουν τις αντίστοι­χες άδειες.

Όπου στις ρυθμίσεις αυτού του άρθρου αναφέρεται «Δήμος ή Κοινότητα», «δήμαρχος ή πρόεδρος Κοινότη­τας», «δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο», νοείται ο Ε.Ο.Τ. και τα όργανα αυτού. Η άδεια λειτουργίας μουσι­κής των ανωτέρω καταστημάτων χορηγείται από τη δη­μαρχιακή επιτροπή του οικείου Δήμου ή από τον πρόε­δρο της Κοινότητας.

 

9.  Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Περιβάλλοντος, Χωροτα­ξίας και Δημόσιων Εργων και Υγείας και Κοινωνικής Αλ­ληλεγγύης μπορεί να καθορίζονται θέματα διαδικασίας έκδοσης και ανάκλησης των αδειών, μεταβίβασης και με­τατροπής της άδειας, τρόπου σφράγισης των καταστη­μάτων, των γενικών υγειονομικών όρων που τα διέπουν, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

 

10.  Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δημόσιας Τάξης, καθορίζονται όροι και προϋποθέσεις και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία των κέντρων διασκέδασης, μπαρ και λοιπών καταστημάτων που προσφέρουν οινοπνευματώ­δη ποτά.

 

11.  Για τη έκδοση των αδειών του παρόντος, καθώς και του επόμενου άρθρου καταβάλλεται παράβολο υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., και η οποία δημοσιεύ­εται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

 

Αρθρο 81

Εγκατάσταση και λειτουργία θεάτρων -Κινηματογράφων και Ψυχαγωγικών Παιδειών

 

Για την εγκατάσταση και λειτουργία θεάτρων, κινηματο­γράφων και ψυχαγωγικών παιδειών (λούνα-παρκ, πίστες αυτοκινητιδίων, τσίρκο κ.λπ.) απαιτείται άδεια, η οποία χο­ρηγείται από τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότητας με τη διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις του προη­γούμενου άρθρου και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέ­σεις των οικείων διατάξεων που διέπουν αυτά.

 

 

Αρθρο 82

Ρύθμιση κυκλοφορίας

 

1.  Οι κανονιστικές αποφάσεις, που αφορούν τη ρύθμι­ση της κυκλοφορίας, τον καθορισμό πεζοδρόμων, μονοδρομήσεων και κατευθύνσεων της κυκλοφορίας, τον προσδιορισμό και τη λειτουργία των χώρων στάθμευσης οχημάτων σε κοινόχρηστους χώρους, εκδίδονται, μετά προηγούμενη κατάρτιση σχετικών μελετών, οι οποίες έχουν εκπονηθεί ή εγκριθεί από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του οικείου Δήμου ή Κοινότητας ή από τις Τεχνικές Υπη­ρεσίες Δήμων και Κοινοτήτων των Περιφερειών.

Κατ’ εξαίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΦΕΚ 57 Α’), όπως ισχύει, εφόσον τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου αφο­ρούν:

α) Το εθνικό ή επαρχιακό δίκτυο της Χώρας, τις παρακαμπτήριες οδούς αυτού και αυτές που το επηρεάζουν, καθώς και τα υπάρχοντα ή προγραμματιζόμενα συγκοι­νωνιακά έργα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων στο αστικό ή υπεραστικό δίκτυο.

β) Το βασικό οδικό δίκτυο, όπως αυτό ορίζεται με τις διατάξεις του π.δ. 183/1986 (ΦΕΚ 70 Α’) και τις σχετικές αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων ή των οικείων Νομαρχών, των Δή­μων και Κοινοτήτων:

β1. Του Νομού Αττικής, εκτός των Δήμων και των Κοι­νοτήτων των Επαρχιών Αιγίνης, Κυθήρων, Τροιζηνίας, Ύδρας και του υπολοίπου Επαρχίας Πειραιώς.

β2. Του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.

β3. Του πολεοδομικού συγκροτήματος Βόλου.

β4. Του πολεοδομικού συγκροτήματος Ηρακλείου και

β5. Των Δήμων Πατρέων και Λάρισας.

γ) Τις παρακαμπτήριες οδούς του βασικού δικτύου του προηγούμενου εδαφίου και τις οδούς που επηρεάζουν το ανωτέρω δίκτυο ή την κυκλοφορία στα όρια των Δή­μων ή Κοινοτήτων.

 

2.  Οι κανονιστικές αποφάσεις των δημοτικών ή κοινο­τικών συμβουλίων που αφορούν την κυκλοφορία κοινο­ποιούνται στις κατά τόπους Υπηρεσίες της Τροχαίας ή στις Αστυνομικές Υπηρεσίες που ασκούν καθήκοντα Τροχαίας, καθώς και στις αρμόδιες υπηρεσίες της Γενι­κής Γραμματείας Δημόσιων Εργων του Υπουργείου Πε­ριβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων.

 

3.  Οι παραβάτες των κανονιστικών αποφάσεων των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων, που αφορούν θέ­ματα κυκλοφορίας και στάθμευσης οχημάτων, τιμωρού­νται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ν. 2696/ 1999 (ΦΕΚ 57 Α’).

 

4. Οι διατάξεις του άρθρου 10 και των παραγράφων 2 έως και 6 του άρθρου 52 του ν. 2696/1999 (ΦΕΚ 57 Α’) δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

 

 

Αρθρο 83

 

Δημοτική Συγκοινωνία

 

1.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να ασκούν συ­γκοινωνιακό έργο για την εξυπηρέτηση της μετακίνησης των κατοίκων της περιφέρειας τους, εφόσον το έργο αυ­τό δεν εξυπηρετείται από υφιστάμενη γραμμή, όπως τού­το διαπιστώνεται από τον οικείο Νομάρχη.

Για την εκτέλεση του έργου αυτού επιτρέπεται, ύστε­ρα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η επιβολή κομίστρου, το οποίο έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα και καλύπτει αποκλειστικώς λειτουργικές ανάγκες.

 

2.  Μπορούν, επίσης, να διενεργούν μεταφορές για τη μετακίνηση: α) κατοίκων που ανήκουν σε κοινωνικές ομάδες, όπως ατόμων με αναπηρία, ηλικιωμένων και παι­διών, στους οποίους παρέχουν υπηρεσίες, β) των εργα­ζομένων στους οικείους Δήμους και Κοινότητες και στα νομικά πρόσωπα αυτών και γ) μαθητών στον τόπο που λειτουργεί το σχολείο, εφόσον η μετακίνηση τους δεν είναι δυνατή με μεταφορικά μέσα δημόσιας χρήσης. Για θέματα που προκύπτουν όταν η μεταφορά αναφέρεται σε μαθητές διαφορετικών Δήμων ή Κοινοτήτων, αποφα­σίζει η οικεία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση.

 

3.  Η εκτέλεση του έργου του άρθρου αυτού μπορεί να γίνεται και εκτός των διοικητικών τους ορίων, πραγματο­ποιείται δε είτε με ιδιόκτητα μέσα είτε με τη χρήση των συνήθων αστικών ή υπεραστικών μέσων είτε με μίσθωση τουριστικών Δ.Χ. λεωφορείων. Η πραγματοποίηση μετα­φοράς παιδιών σύμφωνα με την περίπτωση α’ της προη­γούμενης παραγράφου πραγματοποιείται με προδιαγρα­φές ασφαλείας που ισχύουν για τα αντίστοιχης κατηγο­ρίας μεταφορικά μέσα.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 7, 10, 19 και 20 του ν. 2963/2001 (ΦΕΚ 268 Α’) και των σχετι­κών διατάξεων του ν.1566/1985 (ΦΕΚ 167 Α’).

 

 

Αρθρο 84

 

Τοπικά Συμβούλια Πρόληψης Παραβατικότητας

 

1. Τα Τοπικά Συμβούλια Πρόληψης της Παραβατικότητας αποτελούν συμβουλευτικά γνωμοδοτικά όργανα για την ανάπτυξη μιας εναλλακτικής και αποκεντρωμένης αντιπαραβατικής πολιτικής, προσαρμοσμένης στις ιδιαί­τερες ανάγκες και απαιτήσεις των τοπικών κοινωνιών.

 

2. Συγκροτούνται και λειτουργούν με απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2713/1999 (ΦΕΚ 89 Α’), όπως ισχύει, σε Δήμους και Κοινότητες με πληθυ­σμό άνω των τριών χιλιάδων (3.000) κατοίκων. Αποτε­λούνται από πέντε (5) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία εί­ναι επιστήμονες και λειτουργοί που διαθέτουν ειδικές γνώσεις και εμπειρία στον τομέα της παραβατικότητας, όπως δικαστικοί λειτουργοί, εγκληματολόγοι, κοινωνιο­λόγοι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί και αστυνομι­κοί.

Η συμμετοχή στα ανωτέρω συμβούλια είναι τιμητική και άμισθη.

 

3. Εργο των Τοπικών Συμβουλίων Πρόληψης Παραβα­τικότητας είναι η καταγραφή και η μελέτη της παραβατικής συμπεριφοράς σε τοπικό επίπεδο, η κατάρτιση σχετικών προγραμμάτων στην περιφέρεια του Δήμου ή της Κοινότητας που λειτουργούν, η διοργάνωση ημερίδων, σεμιναρίων και συναφών εκδηλώσεων ευαισθητοποίη­σης και ενημέρωσης της κοινής γνώμης, καθώς και ο συ­ντονισμός και η εφαρμογή πρωτοβουλιών από τους κοι­νωνικούς φορείς της περιοχής κατάλληλων να προλά­βουν ή να περιορίσουν ορισμένες μορφές της μικρομε­σαίας εγκληματικότητας και της εν γένει παραβατικής συμπεριφοράς, με στόχο την εμπέδωση της ασφάλειας των κατοίκων και δημιουργίας κλίματος εμπιστοσύνης.

 

 

Αρθρο 85

Δημοτικά και Κοινοτικά Γραφεία Ενημέρωσης για την Απασχόληση

 

Τα Δημοτικά και Κοινοτικά Γραφεία Ενημέρωσης για την Απασχόληση είναι συμβουλευτικά και γνωμοδοτικά όργανα που λειτουργούν στο πλαίσιο του Δήμου ή της Κοινότητας και έχουν ως αποστολή την ανάπτυξη συμ­βουλευτικών δράσεων που παρέχονται δωρεάν προς τους ανέργους, με στόχο την υποστήριξη και την ενθάρ­ρυνση τους για την εξεύρεση απασχόλησης. Συγκροτού­νται και λειτουργούν με απόφαση του δημοτικού ή κοινο­τικού συμβουλίου και αποτελούνται από αιρετούς και κα­τοίκους του οικείου Δήμου ή Κοινότητας. Για την εκπλή­ρωση του σκοπού τους, συνεργάζονται και συντονίζουν τη δράση τους με τα κατά τόπους γραφεία του Ο.Α.Ε.Δ., τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης και άλλους αρ­μόδιους φορείς, καθώς και με τις επιχειρήσεις που λει­τουργούν στην περιφέρεια του Δήμου ή της Κοινότητας.

 

 

 

Αρθρο 86

 

Αρμοδιότητες του Δημάρχου

 

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΔΗΜΑΡΧΟΣ – ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΙ

 

1. Ο δήμαρχος προασπίζει τα τοπικά συμφέροντα και ασκεί τα καθήκοντα του με γνώμονα τη διασφάλιση της ενότητας της τοπικής κοινωνίας. Ειδικότερα, ο δήμαρ­χος:

α) Εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή.

β) Εκτελεί τις αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου και της δημαρχιακής επιτροπής.

γ) Είναι προϊστάμενος των υπηρεσιών του Δήμου και τις διευθύνει.

δ) Είναι προϊστάμενος όλου του προσωπικού του Δή­μου και εκδίδει τις πράξεις που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις για το διορισμό, τις κάθε είδους υπηρεσιακές μεταβολές και την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου.

ε) Συνυπογράφει τους βεβαιωτικούς καταλόγους και τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής των δαπανών, οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου.

στ) Υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει ο Δήμος.

ζ) Εκδίδει πιστοποιητικά προσωπικής και οικογενεια­κής κατάστασης των δημοτών.

η) Εκδίδει τη βεβαίωση μόνιμης κατοικίας. Η βεβαίωση αυτή χορηγείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 279.

θ) Απαντά, εγγράφως ή προφορικώς, στα ερωτήματα που του υποβάλλουν τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου μέσα σε έναν (1) μήνα.

 

2. Όταν δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή, ο δήμαρχος μπορεί να λάβει μέτρα για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της δημαρχιακής επιτρο­πής. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να υποβάλει προς έ­γκριση τη σχετική απόφαση του κατά την πρώτη συνε­δρίαση της δημαρχιακής επιτροπής.

 

3. Σε περίπτωση που το δημοτικό συμβούλιο διαπιστώ­σει ότι τα συμφέροντα του δημάρχου συγκρούονται με τα συμφέροντα του Δήμου, τα καθήκοντα του δημάρχου ασκεί αντιδήμαρχος ή σύμβουλος του επιτυχόντος συν­δυασμού που ορίζεται από το δημοτικό συμβούλιο.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχι­κό αδίκημα.

 

4.  Ο δήμαρχος δεν ευθύνεται αστικά, ποινικά και πει­θαρχικά για την εκτέλεση και μόνο των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου και της δημαρχιακής επιτροπής, εφόσον αυτές δεν έχουν ακυρωθεί, ανακληθεί ή αναστα­λεί.

 

5.  Ο δήμαρχος δεν θεωρείται υπόλογος κατά την έν­νοια του άρθρου 25 του π.δ. 774/1980 (ΦΕΚ 189 Α’), όπως ισχύει, και σε βάρος του επιτρέπεται καταλογισμός μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια.

 

6 .Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 4 και 5 ισχύουν και για τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, στα οποία έχει ανατεθεί η άσκηση αρμοδιοτήτων του δημάρχου.

 

 

Αρθρο 87

 

Αντιδήμαρχοι

 

1. Στους Δήμους τον δήμαρχο επικουρούν αντιδήμαρχοι. Σε Δήμους που έχουν πληθυσμό μέχρι δύο χιλιάδες (2.000)  κατοίκους ορίζεται ένας αντιδήμαρχος, ενώ στους Δήμους με πληθυσμό πάνω από δύο χιλιάδες έναν (2.001)  και έως δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους ορίζο­νται έως δύο (2) αντιδήμαρχοι.

Σε Δήμους που έχουν πληθυσμό πάνω από δέκα χιλιά­δες έναν (10.001) και έως είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοί­κους και σε Δήμους που είναι πρωτεύουσες νομών και έχουν πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους ορίζονται έως τρεις (3) αντιδήμαρχοι.

Σε Δήμους που έχουν πληθυσμό από είκοσι χιλιάδες έναν (20.001) και έως σαράντα χιλιάδες (40.000) κατοί­κους ορίζονται έως τέσσερις (4) αντιδήμαρχοι.

Σε Δήμους που έχουν πληθυσμό από σαράντα χιλιά­δες έναν (40.001) και έως εκατό χιλιάδες (100.000) κα­τοίκους ορίζονται έως πέντε (5) αντιδήμαρχοι.

Στους μεγαλύτερους Δήμους ο αριθμός των αντιδη­μάρχων είναι ίσος με τον αριθμό των διαμερισμάτων και μπορεί να αυξηθεί κατά τρεις (3) με απόφαση του δημο­τικού συμβουλίου.

Στους Δήμους που έχουν δέκα και πλέον τοπικά διαμε­ρίσματα μπορεί να ορίζεται ένας (1) επιπλέον αντιδήμαρ­χος πέραν εκείνων που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια.

 

2.  Αντιδήμαρχοι είναι οι σύμβουλοι της πλειοψηφίας που ορίζει με απόφαση του ο δήμαρχος. Με την επιφύ­λαξη του τελευταίου εδαφίου αυτής της παραγράφου, η θητεία τους δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός (1) έτους. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν μπορούν να εκλεγούν μέλη του προεδρείου του δημοτικού συμβουλίου. Ο δήμαρχος μπορεί με αιτιολογημένη απόφαση του να αντικαθιστά, οποτεδήποτε, τον αντιδήμαρχο.

 

3. Ο δήμαρχος, με απόφαση του που δημοσιεύεται σε μία τουλάχιστον ημερήσια εφημερίδα και, αν δεν υπάρ­χει ημερήσια, σε μια εβδομαδιαία της πρωτεύουσας του νομού, μπορεί να μεταβιβάζει συγκεκριμένες αρμοδιότη­τες του σε αντιδημάρχους.

 

 

Αρθρο 88

 

Εξουσιοδότηση υπογραφών

 

Ο δήμαρχος μπορεί, με απόφαση του, να αναθέτει την υπογραφή, με εντολή του, εγγράφων και πιστοποιητι­κών, πλην χρηματικών ενταλμάτων, σε δημοτικό σύμ­βουλο ή στον πρόεδρο του συμβουλίου δημοτικού διαμε­ρίσματος ή στον πρόεδρο του τοπικού συμβουλίου ή στον πάρεδρο ή στον γενικό γραμματέα του Δήμου ή σε προϊστάμενο δημοτικής υπηρεσίας ή σε άλλο μόνιμο υπάλληλο του Δήμου.

 

 

Αρθρο 89

 

Αναπλήρωση του Δημάρχου

 

1. Όταν ο δήμαρχος απουσιάζει ή κωλύεται τα καθήκο­ντα του ασκεί ο αντιδήμαρχος που ορίζεται από αυτόν. Με την απόφαση ορισμού αντιδημάρχων ορίζεται και ο αντιδήμαρχος που αναπληρώνει το δήμαρχο.

Όταν ο αντιδήμαρχος που έχει οριστεί απουσιάζει ή κωλύεται, τα καθήκοντα του ασκεί άλλος αντιδήμαρχος που ορίζεται από τον δήμαρχο και, αν δεν υπάρχει, σύμ­βουλος του επιτυχόντος συνδυασμού που ορίζεται από τον δήμαρχο. Αν δεν ορισθεί σύμβουλος, καθήκοντα δη­μάρχου ασκεί ο σύμβουλος που έχει εκλεγεί με τις πε­ρισσότερες ψήφους και σε περίπτωση ισοψηφίας διενερ­γείται κλήρωση.

 

2.  Αν ο δήμαρχος έχει τεθεί σε αργία, τα καθήκοντα του ασκεί αντιδήμαρχος, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Με την ίδια απόφαση ορίζε­ται, για την περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του, ανα­πληρωτής ένας από τους αντιδημάρχους ή δημοτικούς συμβούλους του επιτυχόντος συνδυασμού. Αν το δημο­τικό συμβούλιο δεν εκδώσει την ανωτέρω απόφαση μέ­σα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, αφότου ο δήμαρχος τέθηκε σε αργία, ή αν εκείνοι που ορίστηκαν αρνούνται να ασκήσουν τα καθήκοντα τους, τα καθήκοντα του δη­μάρχου ασκεί ο πρώτος σε σταυρούς προτίμησης σύμ­βουλος του επιτυχόντος συνδυασμού. Αν αυτός δεν τα ασκήσει, τα καθήκοντα του δημάρχου ασκεί ο δεύτερος κατά τη σειρά επιτυχίας του ίδιου συνδυασμού και, αν και αυτός δεν τα ασκήσει, τα ασκεί, πλέον, ένας από τους επόμενους του ίδιου συνδυασμού κατά τη σειρά επιτυχίας, μέχρι να εξαντληθεί ο αριθμός των συμβού­λων του επιτυχόντος συνδυασμού.

Αν κανένας από τους συμβούλους του επιτυχόντος συνδυασμού δεν δέχεται να ασκήσει τα καθήκοντα του δημάρχου, τότε τα ασκεί ο πρώτος κατά τη σειρά επιτυ­χίας σύμβουλος του πρώτου επιλαχόντος συνδυασμού και, αν και αυτός δεν τα ασκήσει, τα ασκεί ο δεύτερος, ο τρίτος και οι επόμενοι μέχρι να εξαντληθούν οι σύμβου­λοι του συνδυασμού αυτού. Αν κανένας από τους συμ­βούλους και αυτού του συνδυασμού δεν δεχθεί να ασκή­σει τα καθήκοντα του δημάρχου, τότε τα ασκεί ο πρώτος κατά τη σειρά επιτυχίας σύμβουλος του επόμενου επιλα­χόντος συνδυασμού και, αν αυτός δεν δεχθεί να τα ασκήσει, τα ασκεί ο αμέσως επόμενος κατά σειρά επιτυ­χίας σύμβουλος, μέχρι να εξαντληθεί ο αριθμός των συμβούλων του συνδυασμού. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και με τους επόμενους συνδυασμούς μέχρι να εξαντλη­θεί ο αριθμός των συμβούλων καθενός από αυτούς.

Όπου κατά τα ανωτέρω υπάρχει περίπτωση ισοψηφίας, τα καθήκοντα του δημάρχου ασκεί εκείνος που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικα­στηρίου.

Ο σύμβουλος που αναλαμβάνει κατά τα ανωτέρω να ασκήσει τα καθήκοντα του δημάρχου υπογράφει, μόλις αναλάβει τα καθήκοντα αυτά, δήλωση ανάληψης των κα­θηκόντων δημάρχου, η οποία λαμβάνει αριθμό του γενι­κού πρωτοκόλλου της υπηρεσίας του Δήμου και κοινο­ποιείται αυθημερόν προς το δημοτικό συμβούλιο, το λο­γιστήριο του Δήμου και προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

 

3.  Αν αυτός που έχει εκλεγεί δήμαρχος παραιτηθεί, εκπέσει, αποβιώσει ή η θέση του μείνει κενή, τα καθήκο­ντα του δημάρχου εκτελεί, ώσπου να εκλεγεί νέος δή­μαρχος, ο σύμβουλος του επιτυχόντος συνδυασμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και σε περί­πτωση ισοψηφίας εκείνος που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου. Αν δεν υπάρχουν σύμβουλοι του επιτυχόντος συνδυασμού, τα­κτικοί ή αναπληρωματικοί, τα καθήκοντα του δημάρχου εκτελεί ο σύμβουλος του πρώτου επιλαχόντος συνδυα­σμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και σε περίπτωση ισοψηφίας διενεργείται κλήρωση. Αν δεν υπάρχουν σύμβουλοι του πρώτου επιλαχόντος συνδυα­σμού, καλούνται να ασκήσουν τα καθήκοντα του δημάρ­χου σύμβουλοι από τους λοιπούς συνδυασμούς με τη σειρά της εκλογικής τους δύναμης και με τη σειρά που έχουν ανακηρυχθεί από το αρμόδιο δικαστήριο.

 

4. Αν δεν υπάρχουν σύμβουλοι ούτε των επιλαχόντων συνδυασμών ή έχει δηλωθεί μόνο ένας συνδυασμός, τα καθήκοντα του δημάρχου εκτελεί ένας υπάλληλος του Δήμου ή ένας δημόσιος υπάλληλος, που ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Ο υπάλληλος αυτός ασκεί τις αρμοδιότητες του δημάρχου μόνο για να διεκπεραιώνει τρέχουσες υπηρεσιακές υποθέσεις και να αντιμετωπίζει κατεπείγοντα θέματα. Στον υπάλληλο του Δήμου ή το δημόσιο υπάλληλο που ασκεί τα καθήκοντα του δημάρχου καταβάλλεται, πέραν των αποδοχών της οργανικής του θέσης, το ήμισυ των εξόδων παραστάσε­ως που προβλέπονται για τον οικείο δήμαρχο και για όσο χρόνο ασκεί τα καθήκοντα αυτά.

 

5.  Σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις ο Γενι­κός Γραμματέας της Περιφέρειας εκδίδει σχετική διαπι­στωτική πράξη.

 

 

Αρθρο 90

 

Εκλογή νέου Δημάρχου

 

1. Αν η εκλογή του δημάρχου ακυρωθεί, επειδή αυτός που έχει εκλεγεί δεν είχε τα νόμιμα προσόντα, ή η θέση του δημάρχου μείνει κενή, επειδή αυτός που έχει εκλε­γεί αποποιήθηκε την εκλογή ή παραιτήθηκε ή εξέπεσε ή απεβίωσε, δήμαρχος εκλέγεται ένας από τους δημοτι­κούς συμβούλους του επιτυχόντος συνδυασμού, σύμ­φωνα με τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.

 

2.  Την πρώτη Κυριακή μετά την εγκατάσταση των δη­μοτικών αρχών και, σε κάθε άλλη περίπτωση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών αφότου κενώθηκε η θέση, οι σύμβουλοι του επιτυχόντος συνδυασμού συνέρ­χονται στο δημοτικό κατάστημα, ύστερα από πρόσκληση του συμβούλου του συνδυασμού αυτού, που έχει εκλε­γεί με τις περισσότερες ψήφους προτιμήσεως και, σε πε­ρίπτωση ισοψηφίας, εκείνου που αναδεικνύεται μετά από κλήρωση και εκλέγουν με μυστική ψηφοφορία και με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των συμβούλων του συνδυασμού έναν από αυτούς δήμαρχο. Στη συνεδρίαση προεδρεύει εκείνος που απηύθυνε τη σχετική πρόσκληση. Η πρόσκληση επιδίδεται από οποιο­δήποτε δημόσιο ή δημοτικό όργανο, ακόμη και την παρα­μονή της συνεδρίασης. Στη συνεδρίαση υφίσταται απαρ­τία, εφόσον τα μέλη που είναι παρόντα αποτελούν την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του επιτυχόντος συνδυασμού.

 

3.  Αν ύστερα από δύο διαδοχικές ψηφοφορίες κανείς δεν συγκεντρώνει την πλειοψηφία που απαιτεί η προη­γούμενη παράγραφος, γίνεται τρίτη ψηφοφορία, κατά την οποία θεωρείται ότι εκλέγεται όποιος συγκεντρώσει τη σχετική πλειοψηφία. Όλες οι ψηφοφορίες γίνονται στην ίδια συνεδρίαση. Αν στην τρίτη ψηφοφορία δύο ή περισσότεροι έλαβαν ίσο αριθμό ψήφων, γίνεται κλήρω­ση ανάμεσα τους και θεωρείται ότι εκλέγεται εκείνος που κληρώθηκε. Για την εκλογή αυτή γίνεται λεπτομε­ρής μνεία στα πρακτικά.

 

4.  Αν δεν επιτευχθεί εκλογή για οποιονδήποτε λόγο ή η συνεδρίαση ματαιωθεί, επειδή δεν υπήρξε απαρτία, η διαδικασία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή και εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3. Αν και στη δεύτερη συνεδρίαση δεν επιτευχθεί εκλογή ή η συνεδρίαση ματαιωθεί, επειδή δεν υπήρξε απαρτία, θε­ωρείται ότι εκλέγεται απευθείας ο σύμβουλος του επιτυ­χόντος συνδυασμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότε­ρους ψήφους προτίμησης και σε περίπτωση ισοψηφίας διενεργείται κλήρωση. Στο διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην εγκατάσταση των δημοτικών αρχών και στην οριστική εκλογή του δημάρχου, τα καθήκοντα του δημάρχου εκτελεί ο δημοτικός σύμβουλος του επιτυχό­ντος συνδυασμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους προτιμήσεως και σε περίπτωση ισοψηφίας διε­νεργείται κλήρωση.

 

5.  Η απόφαση για την εκλογή του δημάρχου υποβάλ­λεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) ημερών στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, ο οποίος αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από προσφυγή δημότη ασκεί έλεγχο νομιμότη­τας της και εκδίδει απόφαση δέκα (10) ημέρες το αργό­τερο, αφότου την έλαβε. Αν δεν έχει επιτευχθεί η εκλο­γή ή έχει ματαιωθεί η συνεδρίαση, επειδή δεν υπήρξε απαρτία, τα σχετικά πρακτικά υποβάλλονται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας μέσα σε προθεσμία δύο (2) ημερών.

 

6. Αν ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ακυρώσει την εκλογή του δημάρχου, οι σύμβουλοι συνέρχονται πάλι για να εκλέξουν δήμαρχο την πρώτη Κυριακή, δύο (2) ημέρες τουλάχιστον μετά την παραλαβή της ακυρω­τικής απόφασης, οπότε τηρείται από την αρχή η σχετική διαδικασία.

 

7.  Αν δεν υπάρχουν σύμβουλοι ούτε του επιλαχόντος συνδυασμού ή έχει δηλωθεί μόνο ένας συνδυασμός, τα καθήκοντα του δημάρχου εκτελεί υπάλληλος του Δήμου ή ένας δημόσιος υπάλληλος, που διορίζεται από τον Γε­νικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Αυτός ασκεί τις αρμο­διότητες του δημάρχου μόνο για να διεκπεραιώνει τρέ­χουσες υπηρεσιακές υποθέσεις και να αντιμετωπίζει κατεπείγοντα θέματα. Η παράγραφος 4 του άρθρου 89 εφαρμόζεται, αναλόγως, ως προς τις αποδοχές και τα έξοδα παράστασης.

 

8. Σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις ο Γενι­κός Γραμματέας της Περιφέρειας εκδίδει σχετική διαπι­στωτική πράξη.

 

 

Αρθρο 91

 

Υποχρεώσεις δημάρχου και αντιδημάρχου

 

1. Ο δήμαρχος και ο αντιδήμαρχος είναι υποχρεωμένοι να κατοικούν στο Δήμο, με εξαίρεση τους δημάρχους και προέδρους Κοινοτήτων των Νομών Αττικής και Θεσσα­λονίκης, οι οποίοι μπορούν να κατοικούν σε οποιονδήπο­τε Δήμο ή Κοινότητα των αντίστοιχων νομών.

 

2.  Ο δήμαρχος και ο αντιδήμαρχος δεν επιτρέπεται να απουσιάσουν περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες συ­νολικά κάθε χρόνο, χωρίς άδεια του δημοτικού συμ­βουλίου. Η απουσία αυτή μπορεί να παρατείνεται για εξαιρετικούς λόγους, έως τρεις (3) μήνες, με άδεια του συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 92

 

Εκλογή Προεδρείου

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

1. Στον πρώτο και στον τρίτο χρόνο της δημοτικής πε­ριόδου, την πρώτη Κυριακή του Ιανουαρίου, το δημοτικό συμβούλιο συνέρχεται, ύστερα από πρόσκληση του συμ­βούλου του επιτυχόντος συνδυασμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περίπτωση ισοψηφί­ας, εκείνου που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου.

Στη συνεδρίαση αυτή, στην οποία προεδρεύει ο σύμ­βουλος που συγκάλεσε το συμβούλιο, το σώμα εκλέγει, χωριστά και με φανερή ψηφοφορία, τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και το Γραμματέα του. Ο Πρόεδρος και ο Γραμματέας προτείνονται από τον πλειοψηφήσαντα συνδυασμό και ο Αντιπρόεδρος από το σύνολο της μειο­ψηφίας. Ο σύμβουλος που προεδρεύει αναθέτει τα καθή­κοντα του ειδικού γραμματέα του συμβουλίου σε έναν από τους υπαλλήλους του Δήμου. Για την εκλογή του προεδρείου του δημοτικού συμβουλίου ακολουθείται η ακόλουθη διαδικασία:

Κατά τη συνεδρίαση που έχει οριστεί για την εκλογή του προεδρείου, ο πλειοψηφήσας συνδυασμός εκλέγει μεταξύ των μελών του τους υποψήφιους για τα αξιώμα­τα του προέδρου και του γραμματέα του δημοτικού συμ­βουλίου. Υποψήφιοι για τα αξιώματα αυτά εκλέγονται όποιοι συγκεντρώσουν την απόλυτη πλειοψηφία των πα­ρόντων του πλειοψηφήσαντος συνδυασμού. Εάν κανείς από τους ενδιαφερόμενους δεν συγκεντρώσει την από­λυτη πλειοψηφία, τότε η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται. Εάν και κατά τη δεύτερη αυτή ψηφοφορία δεν συγκε­ντρωθεί η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων του πλειοψηφήσαντος συνδυασμού ή υπάρξει ισοψηφία, τό­τε διενεργείται και τρίτη ψηφοφορία μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψήφιων. Κατά την τρίτη ψηφοφορία εκλέγεται όποιος συγκεντρώσει τη σχετική πλειοψηφία των παρόντων. Σε περίπτωση ισοψηφίας γίνεται κλήρω­ση. Την κλήρωση διενεργεί ο προεδρεύων σύμβουλος.

Στην ίδια συνεδρίαση γίνεται η εκλογή για την ανάδειξη του υποψηφίου για το αξίωμα του Αντιπροέδρου του δημοτικού συμβουλίου. Ο υποψήφιος για το αξίωμα αυτό αναδεικνύεται από το σύνολο της μειοψηφίας κατά τον ίδιο τρόπο και με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται για την εκλογή του Προέδρου και του Γραμματέα.

Σε περίπτωση που η μειοψηφία δεν υποδείξει υποψή­φιο Αντιπρόεδρο, αυτός υποδεικνύεται από την πλειο­ψηφία.

Μετά την εκλογή των υποψηφίων για τα αξιώματα του προεδρείου του δημοτικού συμβουλίου διενεργείται η εκλογή, από το σύνολο των συμβούλων, για την ανάδει­ξη του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και του Γραμματέα του οργάνου. Για να εκλεγεί ο προταθείς πρέπει να συ­γκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων με­λών του δημοτικού συμβουλίου. Εάν κατά την πρώτη ψη­φοφορία δεν συγκεντρωθεί η απόλυτη πλειοψηφία του προηγούμενου εδαφίου, διενεργείται δεύτερη ψηφοφο­ρία. Εάν και κατά τη δεύτερη ψηφοφορία δεν συγκε­ντρωθεί η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, τότε διενεργείται και τρίτη ψηφοφορία κατά την οποία αρκεί η ύπαρξη πλειοψηφίας μεγαλύτερης ή τουλάχι­στον ίσης με το ένα τρίτο (1/3) των παρόντων μελών του δημοτικού συμβουλίου.

 

2.  Αν, για οποιονδήποτε λόγο, το συμβούλιο δεν συ­γκληθεί όπως ορίζει η προηγούμενη παράγραφος, συ­νέρχεται χωρίς πρόσκληση την πρώτη Κυριακή του Ια­νουαρίου στις 10 το πρωί. Αν ο σύμβουλος του επιτυχό­ντος συνδυασμού που πλειοψήφησε απουσιάζει, τον αντικαθιστά ένας σύμβουλος του ίδιου συνδυασμού, κα­τά τη σειρά της επιτυχίας που προκύπτει από την απόφα­ση του δικαστηρίου.

 

3. Αν δεν επιτευχθεί εκλογή για οποιονδήποτε λόγο ή η συνεδρίαση ματαιωθεί, επειδή δεν σχηματίστηκε απαρ­τία, η συνεδρίαση επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυρια­κή και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρα­γράφου 1.

Αν και στη δεύτερη συνεδρίαση δεν επιτευχθεί εκλογή ή η συνεδρίαση ματαιωθεί, επειδή δεν σχηματίστηκε απαρτία, θεωρείται ότι εκλέγονται, ανάλογα με την περί­πτωση, Πρόεδρος και Γραμματέας, οι σύμβουλοι του επι­τυχόντος συνδυασμού που έλαβαν κατά σειρά τις περισ­σότερες ψήφους προτίμησης, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση που τους ανακήρυξε, και Αντιπρόεδρος ο σύμ­βουλος του πρώτου επιλαχόντος συνδυασμού της μειο­ψηφίας που έλαβε τις περισσότερες ψήφους προτίμη­σης, σύμφωνα με την ίδια δικαστική απόφαση.

 

4.  Τα πρακτικά της εκλογής διαβιβάζονται μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τη διενέργεια της εκλογής στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, ο οποίος αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από προσφυγή δημότη ενώπιον του, η οποία ασκείται εντός αποκλειστικής προ­θεσμίας πέντε (5) ημερών, από τη διενέργεια της εκλο­γής, αποφαίνεται, μέσα σε πέντε (5) ημέρες το αργότε­ρο αφότου παρέλαβε τα πρακτικά, για τη νομιμότητα της εκλογής.

 

5.  Αν ακυρωθεί οποιαδήποτε εκλογή για τα ανωτέρω αξιώματα, επαναλαμβάνεται την πρώτη Κυριακή, πέντε (5) ημέρες μετά την παραλαβή της ακυρωτικής αποφά­σεως.

 

6.  Η παραίτηση από το αξίωμα του Προέδρου, Αντι­προέδρου και του Γραμματέα του δημοτικού συμβουλίου υποβάλλεται στο δημοτικό συμβούλιο και γίνεται οριστι­κή, αφότου το δημοτικό συμβούλιο την αποδεχθεί. Για το σκοπό αυτόν το συμβούλιο προσκαλείται σε συνεδρίαση από τον σύμβουλο του επιτυχόντος συνδυασμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περί­πτωση ισοψηφίας, από εκείνον που είναι γραμμένος πρώ­τος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου και, αν αυτός κωλύεται για οποιονδήποτε λόγο, από τον αμέσως επόμενο στην απόφαση ανακήρυξης των συμβούλων.

Στη συνεδρίαση αυτή προεδρεύει ο σύμβουλος που συγκάλεσε το συμβούλιο και, αν αυτός δεν παρίσταται, ο αμέσως επόμενος κατά την ανωτέρω σειρά.

Σε κάθε περίπτωση η παραίτηση θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή μετά την παρέλευση ενός (1) μήνα από την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής αίτησης στο γενικό πρωτόκολλο της υπηρεσίας. Ο παραιτούμενος παραμέ­νει σύμβουλος και δεν μπορεί να επανεκλεγεί στο ίδιο αξίωμα μέσα στην ίδια διετία.

Στην ίδια συνεδρίαση το συμβούλιο, μετά την αποδοχή της παραίτησης, προβαίνει, κατά περίπτωση, στην εκλο­γή νέου Προέδρου, Αντιπροέδρου ή Γραμματέα κατά τον ίδιο τρόπο και την ίδια διαδικασία της παραγράφου 1.

 

 

Αρθρο 93

 

Αρμοδιότητες του δημοτικού συμβουλίου

 

1. Το δημοτικό συμβούλιο αποφασίζει για όλα τα θέμα­τα που αφορούν το Δήμο, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του δημάρχου ή της δημαρχιακής επι­τροπής.

 

2.  Το δημοτικό συμβούλιο εκφράζει τις θέσεις του σε θέματα τοπικού ενδιαφέροντος και γνωμοδοτεί όποτε δημόσιες αρχές ή αρμόδια όργανα ζητούν τη γνώμη του.

 

3.  Καθορίζει τους φόρους, τα τέλη, τα δικαιώματα και τις εισφορές.

 

4.  Το δημοτικό συμβούλιο έχει αποφασιστικές ή γνω­μοδοτικές αρμοδιότητες σε θέματα ρυθμιστικών σχεδί­ων και προγραμμάτων προστασίας περιβάλλοντος, προ­γραμματισμού εφαρμογής ρυθμιστικών σχεδίων, οικιστι­κής οργάνωσης ανοικτών πόλεων, εφαρμογής Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.), πολεοδομικών μελετών, ανάπλασης περιοχών, πολεοδομικών επεμβάσεων, χρη­ματοδότησης προγραμμάτων ανάπλασης, ανασυγκρότη­σης υποβαθμισμένων περιοχών, πολεοδομικής αναμόρ­φωσης προβληματικών περιοχών, αποζημίωσης ρυμοτομουμένων, πολεοδομικών ρυθμίσεων, εισφοράς σε γη ή σε χρήμα, περιοχών ειδικά ρυθμιζόμενης πολεοδόμησης (Π.Ε.Ρ.ΠΟ.), έγκρισης πολεοδομικών μελετών και καθο­ρισμού χρήσεων γης, χωροθέτησης κοιμητηρίων, κατά τις προβλέψεις του ν. 2508/1997 (ΦΕΚ 124 Α’), όπως κά­θε φορά ισχύει, και κέντρων αποτέφρωσης νεκρών.

 

5. Καταρτίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του τον κανονισμό λειτουργίας του, με βάση τον πρότυπο κανονισμό της παραγράφου 8 του άρθρου 95.

 

6. Έναν (1) μήνα πριν από τη διενέργεια των εκλογών και μέχρι την εγκατάσταση των νέων δημοτικών αρχών, το δημοτικό συμβούλιο αποφασίζει μόνο για θέματα που αναφέρονται σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επεί­γουσας και απρόβλεπτης ανάγκης.

 

 

Αρθρο 94

 

Δημοτικές Παρατάξεις

 

1. Οι δημοτικοί σύμβουλοι έχουν απεριόριστο το δικαί­ωμα της γνώμης και της ψήφου κατά συνείδηση.

 

2. Τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου διακρίνονται σε δημοτικές παρατάξεις, ανάλογα με το συνδυασμό με τον οποίο έχουν εκλεγεί, εφόσον ο τελευταίος έχει εκλέξει τουλάχιστον έναν δημοτικό σύμβουλο.

 

3.  Επικεφαλής της δημοτικής παράταξης είναι ο σύμ­βουλος που ήταν υποψήφιος δήμαρχος και, στην περί­πτωση θανάτου, παραίτησης ή αδυναμίας του, ο σύμβου­λος που εκλέγεται από την πλειοψηφία των δημοτικών συμβούλων που ανήκουν στην παράταξη.

 

4.  Μέλος του δημοτικού συμβουλίου μπορεί με γραπτή δήλωση του προς το Προεδρείο να ανεξαρτητοποιηθεί από τη δημοτική παράταξη, με την οποία έχει εκλεγεί.

 

5.  Εάν η δημοτική παράταξη έχει τουλάχιστον τρία μέ­λη, με αιτιολογημένη απόφαση και με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) αυτών, είναι δυνατόν να διαγραφεί σύμ­βουλος, ο οποίος είναι μέλος της.

 

 

Αρθρο 95

 

Σύγκληση του Δημοτικού Συμβουλίου

 

1.  Το δημοτικό συμβούλιο συνεδριάζει ύστερα από πρόσκληση του προέδρου τουλάχιστον μία φορά το μή­να.

 

2. Ο πρόεδρος καλεί επίσης το συμβούλιο σε συνεδρί­αση με γραπτή πρόσκληση, στην οποία αναφέρονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, όποτε το ζητήσει ο δήμαρχος ή η δημαρχιακή επιτροπή ή το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών του συμ­βουλίου ή το σύνολο των συμβούλων της μειοψηφίας. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις απαιτείται γραπτή αίτη­ση, στην οποία αναφέρονται τα θέματα που θα συζητη­θούν. Στις ίδιες περιπτώσεις δεν μπορεί να επανυποβληθεί αίτημα για το ίδιο θέμα, πριν παρέλθει δίμηνο, αφό­του εκδόθηκε απορριπτική απόφαση του συμβουλίου, εκτός εάν γίνεται επίκληση νεότερων στοιχείων.

Αν κατά τον υπολογισμό του ενός τρίτου (1/3) προκύ­πτει δεκαδικός αριθμός, τότε ο αριθμός αυτός στρογγυ­λοποιείται στην αμέσως μεγαλύτερη μονάδα εφόσον πρόκειται για υποδιαίρεση μεγαλύτερη του ημίσεως (0,5).

Αν το συμβούλιο δεν συνεδριάσει το αργότερο έξι (6) ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης, συνέρχεται ύστε­ρα από πρόσκληση εκείνων που υπέβαλαν την αίτηση και αποφασίζει για τα θέματα, για τα οποία είχε ζητηθεί η σύγκληση του. Αν ο πρόεδρος παραλείψει αδικαιολόγη­τα δύο συνεχείς φορές να καλέσει το συμβούλιο, μπορεί με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας να τεθεί σε αργία και σε περίπτωση υποτροπής κηρύσσεται έκπτωτος, από το προεδρικό αξίωμα, με απόφαση του ίδιου οργάνου.

 

3.  Η πρόσκληση δημοσιεύεται στο δημοτικό κατάστη­μα. Επιπλέον είναι δυνατόν να δημοσιεύεται και στην τυ­χόν υπάρχουσα ιστοσελίδα του Δήμου. Η πρόσκληση επιδίδεται ή γνωστοποιείται στους συμβούλους τρεις (3) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα που ορίζεται για τη συνεδρίαση.

Δημοτικός σύμβουλος, που δεν κατοικεί στη διοικητική περιφέρεια του Δήμου, οφείλει αμέσως μετά την εγκα­τάσταση των αρχών του Δήμου να δηλώσει στον πρό­εδρο του δημοτικού συμβουλίου τη διεύθυνση κατοικίας του και να ορίσει με την ίδια δήλωση αντίκλητο στην έδρα του Δήμου, στον οποίο επιδίδονται οι προσκλήσεις για τις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου, καθώς και να ορίσει με την ίδια δήλωση οποιοδήποτε, κατά την επιλογή του, πρόσφορο μέσο για τη γνωστοποίηση των ανωτέρω προσκλήσεων. Αν δεν ορίζεται αντίκλητος ή πρόσφορο μέσο για τη γνωστοποίηση, αρκεί η δημοσίευ­ση της πρόσκλησης στο δημοτικό κατάστημα και στην ιστοσελίδα του Δήμου.

 

4.  Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, η πρόσκληση αυτή μπορεί να επιδοθεί ή να γνωστοποιηθεί την ημέρα της συνεδρίασης. Στην πρόσκληση πρέπει να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο η συνεδρίαση έχει κατεπείγοντα χα­ρακτήρα. Πριν από τη συζήτηση το συμβούλιο αποφαίνε­ται για το κατεπείγον των θεμάτων.

 

5.  Στις συνεδριάσεις του συμβουλίου προσκαλείται ο δήμαρχος, αλλιώς η συνεδρίαση είναι άκυρη. Ο δήμαρ­χος μετέχει στις συζητήσεις του συμβουλίου χωρίς ψή­φο. Έχει το δικαίωμα να εκφράζει τις απόψεις του κατά προτεραιότητα. Όταν ο δήμαρχος απουσιάζει ή κωλύε­ται, αναπληρώνεται νομίμως. Στην περίπτωση όμως αυτή ο αναπληρωτής δεν στερείται του δικαιώματος της ψή­φου κατά τη λήψη αποφάσεων από το συμβούλιο.

 

6.  Ο πρόεδρος καταρτίζει την ημερήσια διάταξη. Στην ημερήσια διάταξη αναγράφονται υποχρεωτικά και όλα τα θέματα που προτείνει ο δήμαρχος. Το δημοτικό συμ­βούλιο έχει δικαίωμα να αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του ότι ένα θέμα το οποίο δεν είναι γραμμένο στην ημερήσια διάταξη είναι κατεπείγον, να το συζητήσει και να πάρει απόφαση γι’ αυτό με την ίδια πλειοψηφία, πριν από την έναρξη της συζήτησης των θεμάτων της ημερήσιας διά­ταξης.

 

7.  Στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου προ­σκαλείται ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου, όταν στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονται θέματα, που αφορούν το αντίστοιχο τοπικό διαμέρισμα. Ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου μετέχει στις συνεδριάσεις, με δικαίωμα ψήφου. Σε περίπτωση μη πρόσκλησης η σχετι­κή απόφαση του δημοτικού συμβουλίου είναι άκυρη.

 

8.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μετά από πρόταση της Κε­ντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας, μπορεί να εκδίδεται πρότυπος κανονισμός λειτουργίας του δη­μοτικού συμβουλίου, ο οποίος δημοσιεύεται στην Εφη­μερίδα της Κυβερνήσεως.

 

 

Αρθρο 96

Τόπος συνεδρίασης, απαρτία και λήψη αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου

 

 

1.  Οι συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου είναι δημόσιες και γίνονται στο δημοτικό κατάστημα με την προεδρία του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου. Το δημοτικό συμβούλιο με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμ­πτων (4/5) των μελών του και με αιτιολογημένη απόφα­ση, η οποία απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση, μπο­ρεί να συνεδριάζει κεκλεισμένων των θυρών. Σε εξαιρε­τικές περιπτώσεις, το δημοτικό συμβούλιο μπορεί με την πλειοψηφία του συνόλου των μελών του να αποφασίζει να συνεδριάζει μόνιμα ή κατά περίπτωση σε άλλο κατάλ­ληλο οίκημα της έδρας, αν κρίνει ότι το δημοτικό κατά­στημα είναι ακατάλληλο ή δεν επαρκεί για τη συγκεκρι­μένη περίπτωση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το δημοτι­κό συμβούλιο μπορεί να συνεδριάζει και σε τοπικά δια­μερίσματα εκτός της έδρας του, εφόσον τούτο αποφασι­σθεί από τα δύο τρίτα (2/3) του συνόλου των μελών του.

 

2. Το συμβούλιο έχει απαρτία όταν είναι παρόν το ήμι­συ πλέον ενός του αριθμού των μελών του.

 

3. Αν μετά από δύο συνεχείς προσκλήσεις το συμβού­λιο δεν έχει απαρτία, συνεδριάζει ύστερα από τρίτη πρό­σκληση και λαμβάνει αποφάσεις μόνο για τα θέματα που είχαν εγγραφεί στην αρχική ημερήσια διάταξη, εφόσον τα μέλη που είναι παρόντα αποτελούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών του. Στην τρίτη πρόσκληση γίνεται ειδική αναφορά των ανωτέρω.

 

4.  Το συμβούλιο λαμβάνει τις αποφάσεις του με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, αν δεν υπάρχει άλ­λη διάταξη που ορίζει διαφορετικά. Σε περίπτωση ισοψη­φίας επικρατεί η ψήφος του προέδρου. Εάν κατά τον υπολογισμό της πλειοψηφίας προκύπτει δεκαδικός αριθ­μός άνω του ημίσεως της μονάδας, τότε αυτός στρογγυ­λοποιείται στην αμέσως μεγαλύτερη μονάδα.

 

5.  Αν κάποιο μέλος του συμβουλίου αρνηθεί ψήφο ή δώσει λευκή ψήφο, λογίζεται ως παρόν κατά τη συνεδρί­αση και τόσο η άρνηση όσο και η λευκή ψήφος λογίζο­νται ως αρνητικές ψήφοι.

 

6.  Τα μέλη του συμβουλίου που ήταν παρόντα κατά την έναρξη της συνεδρίασης και με την παρουσία τους υπήρξε απαρτία και αν ακόμα αποχωρήσουν, μεταγενέ­στερα, θεωρούνται παρόντα μέχρι το τέλος της συνεδρί­ασης, ως προς την ύπαρξη απαρτίας. Η απαρτία αυτή θε­ωρείται ότι συντρέχει για όλα τα θέματα που περιλαμβά­νονται στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή για τη λήψη απόφασης για κάθε συγκε­κριμένο θέμα η απαιτούμενη πλειοψηφία δεν υπολογίζε­ται επί των πραγματικά παρόντων μελών κατά τη ψηφο­φορία, αλλά βάσει του αριθμού των μελών που απαιτού­νται για την απαρτία.

 

 

Αρθρο 97

 

Πρακτικά συνεδρίασης

 

1.  Στη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου τηρού­νται πρακτικά με ευθύνη του γραμματέα του δημοτικού συμβουλίου και δημοτικού υπαλλήλου. Τα πρακτικά κα­ταρτίζονται με τη βοήθεια μαγνητοφωνικής συσκευής ή «βίντεο» ή με κάθε άλλο πρόσφορο ηλεκτρονικό μέσο. Ο δημοτικός υπάλληλος κρατεί παράλληλα και πρόχειρα συνοπτικά πρακτικά.

 

2.  Τα απομαγνητοφωνημένα ή απομαγνητοσκοπημένα κείμενα μεταφέρονται σε φύλλα χαρτιού, τα οποία αριθ­μεί και μονογράφει ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλί­ου. Στο τέλος του έτους, τα πρακτικά αυτά βιβλιοδετού­νται, με ευθύνη του προέδρου και του γραμματέα του δημοτικού συμβουλίου. Αν σε κάποια συνεδρίαση δεν εί­ναι δυνατή η χρήση μαγνητοφωνικής συσκευής ή «βί­ντεο», τηρούνται πρόχειρα πρακτικά, τα οποία αντιγρά­φονται σε φύλλα χαρτιού, που έχουν τη μονογραφή του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου. Τα φύλλα αυτά παίρνουν αρίθμηση που αποτελεί συνέχεια της αριθμή­σεως των απομαγνητοφωνημένων ή απομαγνητοσκοπημένων κειμένων και βιβλιοδετούνται μαζί με τα κείμενα αυτά.

Η μη τήρηση των πρακτικών, σύμφωνα με τα ανωτέρω, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα για τον πρόεδρο και τον γραμματέα του δημοτικού συμβουλίου.

 

3. Τα πρακτικά, για τα οποία ορίζουν οι προηγούμενες παράγραφοι, υπογράφονται από όλα τα μέλη που μετέ­χουν στη συνεδρίαση.

Όταν ένας σύμβουλος αρνείται να υπογράψει, η άρνη­ση και η αιτία της αναφέρονται στα πρακτικά. Η μη υπο­γραφή των πρακτικών δεν επηρεάζει το κύρος της από­φασης.

 

4.  Τα πρακτικά κάθε συνεδρίασης παίρνουν ιδιαίτερο αύξοντα αριθμό, με διακεκριμένη αρίθμηση κατ’ έτος. Πρακτικό συντάσσεται και όταν η συνεδρίαση ματαιώνε­ται για οποιονδήποτε λόγο. Κάθε απόφαση του συμβου­λίου παίρνει ιδιαίτερο αριθμό και στην αρχή κάθε χρόνου γίνεται νέα αρίθμηση και των αποφάσεων αυτών.

 

5.  Οποιοσδήποτε δημοτικός σύμβουλος ζητήσει μπο­ρεί να λάβει αντίγραφα των πρακτικών ή να λάβει πλήρη γνώση αυτών στην περίπτωση που είναι δυσχερής η έκ­δοση αντιγράφων.

 

6. Τρεις (3) ημέρες μετά τη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου δημοσιεύεται πίνακας στον οποίο σημειώνο­νται τα θέματα που συζητήθηκαν, ο αριθμός των αποφά­σεων και περίληψη του περιεχομένου τους. Ο πίνακας αυτός αναρτάται στο δημοτικό κατάστημα, εκτός αν άλ­λες διατάξεις προβλέπουν ειδικό τρόπο για τη δημοσίευ­ση των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου. Οι κανο­νιστικού περιεχομένου αποφάσεις του δημοτικού συμ­βουλίου δημοσιεύονται ολόκληρες στο δημοτικό κατά­στημα και οι ατομικές διοικητικές πράξεις τουλάχιστον σε περίληψη. Για τις δημοσιεύσεις συντάσσεται αποδει­κτικό από δημοτικό υπάλληλο ή άλλο δημόσιο όργανο.

 

7. Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον μπορεί να ζη­τήσει, εγγράφως, κυρωμένα αντίγραφα συγκεκριμένων πρακτικών και αποφάσεων ή να λάβει πλήρη γνώση αυ­τών στην περίπτωση που είναι δυσχερής η έκδοση αντι­γράφων.

 

8.  Με φροντίδα του προέδρου του δημοτικού συμβου­λίου μπορεί να καταχωρούνται στην ιστοσελίδα του Δή­μου όλες οι αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου. Η μη δημοσίευση των αποφάσεων στην ιστοσελίδα δεν συνι­στά λόγο ακυρότητας της απόφασης.

 

 

Αρθρο 98

 

Υποχρεώσεις των Δημοτικών Συμβούλων

 

1.  Οι δημοτικοί σύμβουλοι έχουν υποχρέωση να μετέ­χουν σε όλες τις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλί­ου και των επιτροπών, στις οποίες τους έχει εκλέξει το συμβούλιο, καθώς και να εκτελούν τα λοιπά καθήκοντα τους που προβλέπει ο νόμος.

Έχουν επίσης υποχρέωση, μέσα στο πλαίσιο των κα­θηκόντων τους, να εκτελούν με επιμέλεια κάθε εργασία που τους αναθέτει νόμιμα το συμβούλιο.

 

2. Ο δημοτικός σύμβουλος εκφράζει τη γνώμη του και ψηφίζει με απόλυτη ελευθερία, αποβλέποντας πάντοτε στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος του συνόλου των δημοτών.

 

3.  Αν ένας σύμβουλος απουσιάζει αδικαιολόγητα από τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις του δημοτικού συμβου­λίου, μπορεί να τεθεί σε αργία με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας και, σε περίπτωση υποτρο­πής, κηρύσσεται έκπτωτος. Ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου κινεί τη σχετική διαδικασία.

 

4.  Αν ένας σύμβουλος δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του για διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις (3) συνεχείς μήνες μέσα στο έτος, χωρίς την άδεια του συμβουλίου, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας τον κηρύσσει έκ­πτωτο.

 

 

Αρθρο 99

 

Κώλυμα συμμετοχής στη συνεδρίαση

 

1. Δημοτικός σύμβουλος δεν μπορεί να μετάσχει στη συζήτηση ενός θέματος ή στην κατάρτιση αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου ή να συμμετέχει σε γνωμοδο­τικά συλλογικά όργανα, τα οποία γνωμοδοτούν για θέμα που θα εισαχθεί στο δημοτικό συμβούλιο, εφόσον ο ίδιος ή συγγενής του έως το δεύτερο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έχει υλικό ή ηθικό συμφέρον.

 

2. Απόφαση που έχει ληφθεί κατά παράβαση της διά­ταξης αυτής είναι άκυρη. Ο σύμβουλος που έλαβε μέρος στη συνεδρίαση διαπράττει σοβαρή παράβαση καθήκο­ντος και τιμωρείται με την ποινή της αργίας, σύμφωνα με τα άρθρα 142 και 143.

 

Αρθρο 100

 

Λειτουργία του Δημοτικού Συμβουλίου

 

1. Ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση και λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο για την ευ­ταξία της συνεδρίασης. Μπορεί να ζητήσει και την απο­βολή κάθε προσώπου που διαταράσσει τη συνεδρίαση.

 

2. Αν ο πρόεδρος απουσιάζει ή κωλύεται, τον αναπλη­ρώνει ο αντιπρόεδρος. Αν απουσιάζει ή κωλύεται και ο αντιπρόεδρος, όποιος από τους παρόντες συμβούλους του επιτυχόντος συνδυασμού έχει εκλεγεί με τις περισ­σότερες ψήφους και, σε περίπτωση ισοψηφίας, όποιος είναι γραμμένος πρώτος στην απόφαση του δικαστηρί­ου, ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου.

 

3.  Το δημοτικό συμβούλιο και οι εκπρόσωποι των δη­μοτικών παρατάξεων μπορούν να ζητούν από τον δήμαρ­χο και τη δημαρχιακή επιτροπή πληροφορίες και συγκε­κριμένα στοιχεία, που είναι χρήσιμα για την άσκηση των καθηκόντων τους. Ο δήμαρχος οφείλει να παρέχει τις πληροφορίες εντός μηνός.

Το δημοτικό συμβούλιο, δια του προέδρου του, δύνα­ται να καλεί στη συνεδρίαση δημοτικούς υπαλλήλους ή ιδιώτες για να του δώσουν πληροφορίες σχετικές με τα θέματα που συζητούνται. Η παρουσία των καλούμενων υπαλλήλων είναι υποχρεωτική και σε αυτούς καταβάλλε­ται, για την παράσταση τους, ενώπιον του δημοτικού συμβουλίου, αποζημίωση αντίστοιχη με εκείνη που λαμ­βάνουν τα μέλη συλλογικών οργάνων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α’), όπως ισχύει.

 

 

Αρθρο 101

 

Επιτροπές του Δημοτικού Συμβουλίου

 

1.  Με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του δημο­τικού συμβουλίου μπορεί να προβλέπεται η σύσταση επι­τροπών, στις οποίες συμμετέχουν όλες οι δημοτικές πα­ρατάξεις. Τα μέλη των επιτροπών αυτών, οι οποίες μελε­τούν και εισηγούνται θέματα που συζητεί το συμβούλιο, προτείνονται από τις αντίστοιχες παρατάξεις.

Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου είναι δυνατή η καταβολή εξόδων κίνησης και ημερήσιας αποζημίω­σης, σε ιδιώτες μέλη επιτροπών, που συγκροτούνται από το συμβούλιο, για μετακινήσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, οι οποίες γίνονται για εκτέλεση υπηρεσίας, σχετικής με το έργο τους. Το ύψος της ημερήσιας απο­ζημίωσης για τις μετακινήσεις στο εσωτερικό καθορίζε­ται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης και τα έξοδα κίνησης στο εξω­τερικό καθορίζονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύου­σες σχετικές διατάξεις.

 

2.  θέματα που έχουν εγγραφεί στην ημερήσια διάτα­ξη, ύστερα από πρόταση του δημάρχου, μπορούν να παραπεμφθούν σε επιτροπή μόνο με απόφαση του δημοτι­κού συμβουλίου, με την οποία καθορίζεται και προθεσμία για την υποβολή σχετικής μελέτης ή εισηγήσεως. Θέμα­τα που εισάγει, προς συζήτηση η δημαρχιακή επιτροπή, δεν παραπέμπονται σε επιτροπή.

Πλην των ανωτέρω θεμάτων, ο πρόεδρος δύναται να παραπέμπει σε επιτροπή οποιοδήποτε άλλο θέμα και πριν από την εγγραφή του στην ημερήσια διάταξη.

 

 

Αρθρο 102

 

Δημοτικό κατάστημα και βιβλία

 

1.  Οι Δήμοι είναι υποχρεωμένοι να έχουν στην έδρα τους ιδιαίτερο κατάστημα για τη στέγαση και τη λειτουρ­γία των υπηρεσιών τους.

 

2.  Κάθε Δήμος τηρεί τα βιβλία που είναι αναγκαία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Τα βιβλία αυτά ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δη­μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Με όμοια απόφαση μπορεί να ορίζεται ο τρόπος τήρησης των βιβλίων σε Δή­μους που λειτουργεί σύστημα μηχανοργάνωσης.

 

 

Αρθρο 103

 

Δημαρχιακή Επιτροπή – Αρμοδιότητες

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΔΗΜΑΡΧΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

1.  Η δημαρχιακή επιτροπή αποτελείται από τον δήμαρ­χο ή τον αντιδήμαρχο που έχει ορίσει ο δήμαρχος ως πρόεδρο και από τέσσερα (4) μέλη, αν το συμβούλιο έχει έως και δεκαεπτά (17) μέλη, έξι (6) μέλη, αν το συμβού­λιο έχει έως και τριάντα τρία (33) μέλη, ή αν πρόκειται για Δήμο ο οποίος είναι πρωτεύουσα νομού και έχει πλη­θυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και οκτώ (8) μέλη, αν το συμβούλιο έχει πάνω από τριάντα τρία (33) μέλη.

Στη δημαρχιακή επιτροπή ανάλογα με τα θέματα που συζητά μετέχει ο αρμόδιος αντιδήμαρχος, χωρίς δικαίω­μα ψήφου.

 

2.  Η δημαρχιακή επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιό­τητες:

α) συντάσσει τον προϋπολογισμό του Δήμου,

β) προελέγχει τον απολογισμό,

γ) αποφασίζει για την έγκριση των δαπανών και τη διά­θεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού, με εξαίρεση τις περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 101, της παρ. 2 του άρθρου 140, των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 158 και των άρθρων 202, 220, καθώς και στις περιπτώ­σεις απευθείας ανάθεσης προμηθειών, παροχής υπηρε­σιών, εκπόνησης μελετών και εκτέλεσης έργων σε εξαι­ρετικά επείγουσες περιπτώσεις,

δ) με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του παρόντος καταρτίζει τους όρους, συντάσσει τη διακήρυξη, διεξά­γει και κατακυρώνει όλες τις δημοπρασίες σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Για τη διεξαγωγή των δημοπρα­σιών και την αξιολόγηση των προσφορών μπορεί να συ­γκροτεί επιτροπές, από μέλη της, δημοτικούς ή δημό­σιους υπαλλήλους ή ειδικούς επιστήμονες,

ε) μελετά την ανάγκη συνάψεως δανείων, καταρτίζει τους όρους τους και κάνει σχετική εισήγηση στο δημοτι­κό συμβούλιο,

στ) αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοη­θημάτων και των ενδίκων μέσων,

ζ) αποφασίζει για την υποβολή προσφυγών στις διοι­κητικές αρχές,

η) αποφασίζει για το δικαστικό συμβιβασμό και ειση­γείται στο δημοτικό συμβούλιο για τον εξώδικο συμβιβα­σμό ή την κατάργηση δίκης που έχουν αντικείμενο μέχρι ποσού τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000),

θ) αποφασίζει για την αποδοχή κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών,

ι) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητας του, σε όσους Δήμους, είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι, με μηνιαία αντιμισθία, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια.

Μπορεί, επίσης, να αναθέτει την παροχή γνωμοδοτήσεων, μόνον εφόσον δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι, με μηνιαία αντιμισθία. Με απόφαση της είναι δυνατή, κατ’ εξαίρεση, η ανάθεση σε δικηγόρο, εξώδικου ή δικα­στικού χειρισμού, ανά υπόθεση, ζητημάτων, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα του Δήμου και απαιτούν εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία. Στις περι­πτώσεις αυτές η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται σύμφω­να με την παράγραφο 3 του άρθρου 281.

 

3. Για τις περιπτώσεις στ’, ζ’ και η’ της προηγούμενης παραγράφου, η απόφαση λαμβάνεται ύστερα από γνω­μοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας συνεπάγε­ται ακυρότητα της σχετικής απόφασης. Προκειμένου για μισθολογικές απαιτήσεις, κάθε μορφής, περιλαμβανομέ­νων και των επιδομάτων, δεν είναι δυνατή η παραίτηση από την άσκηση ενδίκων μέσων, ο δικαστικός ή εξώδικος συμβιβασμός και η κατάργηση δίκης.

Η παρούσα ρύθμιση ισχύει και όταν αποφασίζει, σχετι­κά, το δημοτικό συμβούλιο, λόγω υπέρβασης του αντι­κειμένου των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000) της περί­πτωσης η’ της προηγούμενης παραγράφου.

 

4. Το δημοτικό συμβούλιο μπορεί, για θέματα ιδιαίτερα σοβαρά, με ειδική αιτιολογία, και με την απόλυτη πλειο­ψηφία του συνόλου των μελών του να αποφασίζει ότι θα ασκήσει το ίδιο αρμοδιότητες των προηγούμενων παρα­γράφων.

 

5.   Η δημαρχιακή επιτροπή μπορεί να παραπέμπει οποιοδήποτε θέμα της αρμοδιότητας της στο δημοτικό συμβούλιο για τη λήψη απόφασης, εφόσον κρίνει ότι αυ­τό επιβάλλεται από την ιδιαίτερη σοβαρότητα του.

 

 

Αρθρο 104

 

Εκλογή της Δημαρχιακής Επιτροπής

 

1. Στον πρώτο και στον τρίτο χρόνο της δημοτικής πε­ριόδου, την πρώτη Κυριακή του Ιανουαρίου, το δημοτικό συμβούλιο, μετά την εκλογή του προεδρείου, εκλέγει με φανερή ψηφοφορία τα μέλη της δημαρχιακής επιτροπής που προέρχονται από τους συμβούλους με την επιφύλα­ξη του πρώτου εδαφίου της επόμενης παραγράφου. Στις δημαρχιακές επιτροπές με πέντε (5) μέλη ένα (1) από τα μέλη τους, στις δημαρχιακές επιτροπές με επτά (7) μέλη δύο (2) από τα μέλη τους και στις δημαρχιακές επιτρο­πές με εννέα (9) μέλη τρία (3) από τα μέλη τους, προέρ­χονται από το σύνολο των συμβούλων των επιλαχόντων συνδυασμών και εκλέγονται από τα μέλη των ίδιων συν­δυασμών.

 

2. Δεν επιτρέπεται να εκλεγούν μέλη της δημαρχιακής επιτροπής ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και ο γραμματέ­ας του συμβουλίου. Κάθε σύμβουλος ψηφίζει υποψή­φιους ισάριθμους με τα μέλη της δημαρχιακής επιτροπής. Εκλέγονται από την πλειοψηφία και τη μειοψη­φία, αντίστοιχα, όσοι λάβουν την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων. Η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται για τις θέσεις για τις οποίες δεν επιτυγχάνεται απόλυτη πλειο­ψηφία. Αν δεν επιτυγχάνεται απόλυτη πλειοψηφία και στη δεύτερη ψηφοφορία, γίνεται τρίτη ψηφοφορία, οπό­τε εκλέγονται όσοι λάβουν τη σχετική πλειοψηφία των παρόντων. Αν σε οποιαδήποτε ψηφοφορία υπάρχει ισο­ψηφία, ο πρόεδρος του συμβουλίου ενεργεί κλήρωση στην ίδια συνεδρίαση. Στην ίδια συνεδρίαση και με τον ίδιο τρόπο εκλέγονται και τρία (3) αναπληρωματικά μέ­λη, αν η επιτροπή αποτελείται από πέντε (5) μέλη και άνω, καθώς και ένα (1), επιπλέον, αναπληρωματικό μέ­λος στις πενταμελείς και δύο (2) στις επταμελείς και εννεαμελείς, από το σύνολο των μελών των επιλαχόντων συνδυασμών για την αναπλήρωση των τακτικών μελών που εκπροσωπούν τη μειοψηφία του δημοτικού συμβου­λίου. Με την ίδια διαδικασία εκλέγονται νέα αναπληρω­ματικά μέλη σε περίπτωση που έχει εξαντληθεί ο αριθ­μός τούτων, ανά κατηγορία. Οι διατάξεις των παραγρά­φων 3 και 4 του άρθρου 92 εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

Αν από τους επιλαχόντες συνδυασμούς δεν υπάρξει υποψήφιος ή τα εκλεγέντα από αυτούς τακτικά ή ανα­πληρωματικά μέλη παραιτηθούν, τότε στη θέση τους εκλέγεται σύμβουλος του συνδυασμού της πλειοψηφίας.

 

3. Το πρώτο και το τρίτο έτος της δημοτικής περιόδου οι δημαρχιακές επιτροπές στην πρώτη συνεδρίαση μετά την εκλογή τους εκλέγουν μεταξύ των μελών τους, με φανερή ψηφοφορία, τον αντιπρόεδρο. Δικαίωμα ψήφου στην περίπτωση αυτή έχει και ο πρόεδρος της δημαρχια­κής επιτροπής. Οι διατάξεις του άρθρου 92 εφαρμόζο­νται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

 

4.  Τα αναπληρωματικά μέλη, με τη σειρά της εκλογής τους, παίρνουν τις θέσεις των τακτικών μελών που μέ­νουν κενές κατά τη διάρκεια της διετίας.

 

 

Αρθρο 105

 

Λειτουργία της Δημαρχιακής Επιτροπής

 

1. Η δημαρχιακή επιτροπή έχει απαρτία, εφόσον τα μέ­λη που είναι παρόντα είναι περισσότερα από αυτά που απουσιάζουν.   Η  επιτροπή συνεδριάζει δημόσια και αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων. Σε περίπτωση ισοψηφίας επικρατεί η ψήφος του προέδρου. Αν σε δύο συνεχείς συνεδριάσεις δεν επιτυγχάνεται απαρτία ή απόλυτη πλειοψηφία, αρμόδιο να λάβει από­φαση είναι το δημοτικό συμβούλιο.

 

2.  Αν απουσιάζει ή κωλύεται ο πρόεδρος της δημαρ­χιακής επιτροπής προεδρεύει ο αντιπρόεδρος ή ο σύμ­βουλος του επιτυχόντος συνδυασμού, ο οποίος έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους. Αν απουσιάζουν ή κωλύονται τακτικά μέλη, καλούνται τα αναπληρωματικά με τη σειρά της εκλογής τους.

 

3.  Αν ένα μέλος της δημαρχιακής επιτροπής απουσιά­ζει αδικαιολόγητα από τρεις τουλάχιστον συνεχείς συ­νεδριάσεις, το δημοτικό συμβούλιο με πράξη του το αντικαθιστά.

 

4.  Υπάλληλος του Δήμου τηρεί εγγράφως πρακτικά των συνεδριάσεων της δημαρχιακής επιτροπής.

 

5.  Οι έχουσες εκτελεστό χαρακτήρα πράξεις της δη­μαρχιακής επιτροπής δημοσιεύονται σύμφωνα με τα ορι­ζόμενα στο άρθρο 97.

 

6. Οι διατάξεις των παραγράφων 2,3 και 4 του άρθρου 95, των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 1 και των πα­ραγράφων 5 και 6 του άρθρου 96, καθώς και το άρθρο 99, εφαρμόζονται ανάλογα και στις δημαρχιακές επιτροπές.

 

 

Αρθρο 106

 

Αρμοδιότητες του Προέδρου της Κοινότητας

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

 

1. Ο πρόεδρος της Κοινότητας:

α) Καταρτίζει την ημερήσια διάταξη και καλεί το κοινο­τικό συμβούλιο σε συνεδρίαση.

β) Εισηγείται τα θέματα στο κοινοτικό συμβούλιο και διευθύνει τις εργασίες του.

γ) Εκτελεί τις αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου.

δ) Εκπροσωπεί την Κοινότητα στα δικαστήρια και σε κάθε αρχή και δίνει τους όρκους που επιβάλλονται στην Κοινότητα. Όταν δημιουργείται προφανής κίνδυνος ή ζη­μία των κοινοτικών συμφερόντων από την αναβολή, μπο­ρεί και χωρίς απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου να εγείρει και να αντικρούει αγωγές και να ασκεί ένδικα μέσα, να διορίζει πληρεξούσιους δικηγόρους και να ενερ­γεί κάθε δικαστική ή εξώδικη πράξη που είναι αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων της Κοινότητας. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται, αμέσως, στο συμβούλιο για έγκριση.

ε) Είναι προϊστάμενος των υπηρεσιών της Κοινότητας και τις διευθύνει.

στ) Είναι προϊστάμενος όλου του προσωπικού της Κοι­νότητας και εκδίδει τις πράξεις που προβλέπουν οι σχε­τικές διατάξεις για το διορισμό, τις υπηρεσιακές μεταβο­λές και την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου.

ζ) Συνυπογράφει τους βεβαιωτικούς καταλόγους και τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής των δαπανών, οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί από τις υπηρεσίες της Κοινό­τητας.

η) Προσλαμβάνει και απολύει το ημερομίσθιο προσω­πικό μέσα στα όρια των πιστώσεων του προϋπολογισμού και των αποφάσεων του συμβουλίου.

θ) Υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει η Κοινότη­τα.

ι) Εκδίδει πιστοποιητικά προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως των δημοτών.

ια) Εκδίδει τη βεβαίωση μόνιμης κατοικίας. Η βεβαίωση χορηγείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 279 του παρόντος.

ιβ) Απαντά, εγγράφως ή προφορικώς, στα ερωτήματα που του υποβάλλουν τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου εντός ενός (1) μηνός.

 

2. Ο πρόεδρος της Κοινότητας μπορεί με απόφαση του που δημοσιεύεται στον ειδικό χώρο ανακοινώσεων της Κοινότητας να μεταβιβάζει αρμοδιότητες του στον αντι­πρόεδρο. Επίσης, ο πρόεδρος της Κοινότητας μπορεί κα­τά τον ίδιο τρόπο να αναθέτει την υπογραφή, κατ’ εντο­λή του, εγγράφων και πιστοποιητικών σε κοινοτικό σύμ­βουλο.

 

3.  Σε περίπτωση που τα συμφέροντα του προέδρου συγκρούονται με τα συμφέροντα της Κοινότητας, τα κα­θήκοντα του προέδρου ασκεί ο αντιπρόεδρος και αν συ­ντρέχει στο πρόσωπο του ο ίδιος λόγος, άλλος σύμβου­λος του επιτυχόντος συνδυασμού που ορίζεται από το κοινοτικό συμβούλιο. Η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά πειθαρχικό αδίκημα.

 

4.  Ο πρόεδρος της Κοινότητας δεν ευθύνεται αστικά, ποινικά και πειθαρχικά για τις πράξεις του κοινοτικού συμβουλίου που εκτελεί, εφόσον αυτές δεν έχουν ακυ­ρωθεί, ανακληθεί ή ανασταλεί. Ο Πρόεδρος της Κοινότη­τας δεν θεωρείται υπόλογος κατά την έννοια του άρ­θρου 25 του π.δ. 774/1980 (ΦΕΚ 189 Α’), όπως ισχύει, και σε βάρος του επιτρέπεται καταλογισμός μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια.

Η ανωτέρω ρύθμιση ισχύει για τον αντιπρόεδρο και τα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου στα οποία έχει ανατε­θεί η άσκηση αρμοδιοτήτων του προέδρου της Κοινότη­τας.

 

5.  Ο πρόεδρος της Κοινότητας δεν ευθύνεται για τις αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου που εκτελεί, εάν ο ίδιος δεν συμμετέχει με την ψήφο του στην έκδοση τους.

 

6.  Αν ο πρόεδρος αρνείται να εκτελέσει μία απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου, το συμβούλιο με απόφαση του αναθέτει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής στον αντιπρόεδρο, και σε περίπτωση που και αυτός αρνείται, σε έναν σύμβουλο.

 

7.  Η διάταξη του άρθρου 91 εφαρμόζεται, αναλόγως, και για τον πρόεδρο της Κοινότητας.

 

 

Αρθρο 107

 

Εκλογή Αντιπροέδρου της Κοινότητας

 

1.  Κάθε διετία εκλέγεται με φανερή ψηφοφορία από τους συμβούλους του επιτυχόντος συνδυασμού που συ­νέρχονται στο κοινοτικό κατάστημα ύστερα από πρό­σκληση του προέδρου ένας από αυτούς ως αντι­πρόεδρος.

Για την εκλογή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 6 του άρθρου 90.

 

2.  Η εκλογή αντιπροέδρου γίνεται την πρώτη Κυριακή του πρώτου και του τρίτου έτους της κοινοτικής περιό­δου. Η πρόσκληση για συνεδρίαση του συμβουλίου επι­δίδεται από οποιοδήποτε δημόσιο ή κοινοτικό όργανο, ακόμη και την παραμονή της συνεδρίασης.

 

3.  Αν η θέση του αντιπροέδρου μείνει κενή, για οποιονδήποτε λόγο, γίνεται με τον ίδιο τρόπο εκλογή νέου αντιπροέδρου μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημε­ρών, αφότου έμεινε κενή η θέση. Η θητεία του νέου αντι­προέδρου διαρκεί όσο διάστημα απομένει έως τη συ­μπλήρωση της διετίας.

Αν για οποιονδήποτε λόγο μείνουν κενές η θέση του αντιπροέδρου και θέσεις συμβούλων του επιτυχόντος συνδυασμού, τακτικών και αναπληρωματικών, ώστε να μην υπάρχει πλειοψηφία για την εκλογή του αντι­προέδρου, αυτός εκλέγεται από ολόκληρο το κοινοτικό συμβούλιο.

 

 

Αρθρο 108

 

Αναπλήρωση του Προέδρου της Κοινότητας

 

1. Αν ο πρόεδρος απουσιάζει ή κωλύεται, τον αναπλη­ρώνει σε όλα τα καθήκοντα του ο αντιπρόεδρος. Αν απουσιάζει ή κωλύεται και ο αντιπρόεδρος, τον αναπλη­ρώνει ο σύμβουλος του επιτυχόντος συνδυασμού, που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους, και σε περί­πτωση ισοψηφίας, διενεργείται κλήρωση.

 

2. Αν ο πρόεδρος της Κοινότητας έχει τεθεί σε αργία, τα καθήκοντα του ασκεί ο νόμιμος αναπληρωτής του. Εάν αυτός απουσιάζει ή κωλύεται, το κοινοτικό συμβούλιο ορίζει αναπληρωτή του έναν κοινοτικό σύμβουλο του επιτυχόντος συνδυασμού. Αν το κοινοτικό συμβούλιο δεν ορίσει αναπληρωτή μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, αφότου ο πρόεδρος της Κοινότητας τέθηκε σε αργία ή, αν εκείνος που ορίστηκε αρνείται να ασκήσει τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινότητας, τα ασκεί ο πρώτος σε σταυρούς προτίμησης σύμβουλος του επιτυ­χόντος συνδυασμού. Αν αυτός δεν τα ασκήσει, τα καθή­κοντα του προέδρου της Κοινότητας ασκεί ο δεύτερος κατά τη σειρά επιτυχίας του ίδιου συνδυασμού, και αν και αυτός δεν τα ασκήσει, τα ασκεί ένας από τους επό­μενους του ίδιου συνδυασμού κατά τη σειρά επιτυχίας, μέχρι να εξαντληθεί ο αριθμός των συμβούλων του επι­τυχόντος συνδυασμού.

Αν κανένας από τους συμβούλους του επιτυχόντος συνδυασμού δεν δέχεται να ασκήσει τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινότητας, τότε ασκεί αυτά ο πρώτος κα­τά τη σειρά επιτυχίας σύμβουλος του πρώτου επιλαχό­ντος συνδυασμού και αν και αυτός δεν τα ασκήσει, τα ασκεί ο δεύτερος, ο τρίτος κ.λπ. μέχρι να εξαντληθούν οι σύμβουλοι του συνδυασμού αυτού. Αν κανένας από τους συμβούλους και αυτού του συνδυασμού δεν δεχθεί να ασκήσει τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινότητας, τότε ασκεί αυτά ο πρώτος κατά τη σειρά επιτυχίας σύμ­βουλος του επόμενου επιλαχόντος συνδυασμού, και αν αυτός δεν δεχθεί να τα ασκήσει, τα ασκεί ο αμέσως επό­μενος κατά σειρά επιτυχίας σύμβουλος, μέχρι να εξα­ντληθεί ο αριθμός των συμβούλων του συνδυασμού. Το ίδιο επαναλαμβάνεται με τον τέταρτο, πέμπτο συνδυα­σμό μέχρι να εξαντληθεί ο αριθμός των συμβούλων του και ούτω καθ’ εξής.

Όπου κατά τα ανωτέρω υπάρχει περίπτωση ισοψηφίας τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινότητας ασκεί εκεί­νος που αναδεικνύεται κατόπιν κλήρωσης.

Ο σύμβουλος που αναλαμβάνει, κατά τα ανωτέρω, να ασκήσει τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινότητας υπογράφει, μόλις αναλάβει καθήκοντα, δήλωση αναλή­ψεως των καθηκόντων προέδρου της Κοινότητας, η οποία λαμβάνει αριθμό του γενικού πρωτοκόλλου της υπηρεσίας της Κοινότητας και κοινοποιείται αυθημερόν προς το κοινοτικό συμβούλιο, το λογιστήριο της Κοινό­τητας και προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας

 

3.  Αν αυτός που έχει εκλεγεί πρόεδρος της Κοινότη­τας παραιτηθεί, εκπέσει, ή πεθάνει, ώσπου να εκλεγεί νέος πρόεδρος τα καθήκοντα του προέδρου ασκεί ο αντιπρόεδρος. Αν ο αντιπρόεδρος απουσιάζει ή κωλύε­ται ή δεν υπάρχει, τα καθήκοντα του προέδρου ασκεί ο σύμβουλος του επιτυχόντος συνδυασμού που έχει εκλε­γεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περίπτωση ισοψηφίας, διενεργείται κλήρωση. Αν δεν υπάρχουν σύμβουλοι του επιτυχόντος συνδυασμού, τακτικοί ή ανα­πληρωματικοί, τα καθήκοντα του προέδρου εκτελεί ο σύμβουλος του πρώτου επιλαχόντος συνδυασμού, που είχε εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και, σε περί­πτωση ισοψηφίας, διενεργείται κλήρωση. Αν δεν υπάρ­χουν σύμβουλοι του πρώτου επιλαχόντος συνδυασμού, καλούνται να ασκήσουν τα καθήκοντα του προέδρου σύμβουλοι από τους λοιπούς συνδυασμούς με τη σειρά της εκλογικής τους δύναμης και με τη σειρά που έχουν ανακηρυχθεί επιτυχόντες από το αρμόδιο δικαστήριο.

 

4. Αν δεν υπάρχουν σύμβουλοι ούτε των επιλαχόντων συνδυασμών ή έχει δηλωθεί μόνο ένας συνδυασμός, τα καθήκοντα του προέδρου εκτελεί ένας υπάλληλος της Κοινότητας ή ένας δημόσιος υπάλληλος, που ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Ο υπάλλη­λος αυτός ασκεί τις αρμοδιότητες του προέδρου μόνο για να διεκπεραιώνει τρέχουσες υπηρεσιακές υποθέσεις και να αντιμετωπίζει κατεπείγοντα θέματα.

 

5. Σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις ο Γενι­κός Γραμματέας της Περιφέρειας εκδίδει διαπιστωτική πράξη.

 

 

Αρθρο 109

 

Εκλογή νέου Προέδρου της Κοινότητας

 

1.  Αν η εκλογή του προέδρου της Κοινότητας ακυρω­θεί, επειδή αυτός που έχει εκλεγεί πρόεδρος της Κοινό­τητας δεν είχε τα νόμιμα προσόντα ή η θέση του προέ­δρου της Κοινότητας μείνει κενή, επειδή αυτός που έχει εκλεγεί αποποιήθηκε την εκλογή ή παραιτήθηκε ή εξέπε­σε ή απεβίωσε, πρόεδρος της Κοινότητας εκλέγεται ένας από τους κοινοτικούς συμβούλους του επιτυχόντος συνδυασμού, σύμφωνα με τους όρους των επόμενων παραγράφων.

 

2. Την πρώτη Κυριακή μετά την εγκατάσταση των κοι­νοτικών αρχών και, σε κάθε άλλη περίπτωση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών αφότου κενώθηκε η θέση, οι σύμβουλοι του επιτυχόντος συνδυασμού συνέρ­χονται στο κοινοτικό κατάστημα, ύστερα από πρόσκλη­ση του συμβούλου του συνδυασμού αυτού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους προτιμήσεως και σε περίπτωση ισοψηφίας, εκείνου που αναδεικνύεται κα­τόπιν κληρώσεως και εκλέγουν με μυστική ψηφοφορία και με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των συμβούλων του συνδυασμού έναν από αυτούς πρό­εδρο Κοινότητας. Στη συνεδρίαση προεδρεύει εκείνος που απηύθυνε τη σχετική πρόσκληση. Η πρόσκληση επι­δίδεται από οποιοδήποτε δημόσιο ή κοινοτικό όργανο, ακόμη και την παραμονή της συνεδρίασης. Στη συνεδρί­αση αυτή υφίσταται απαρτία, εφόσον τα μέλη που είναι παρόντα αποτελούν την απόλυτη πλειοψηφία του συνο­λικού αριθμού των μελών του επιτυχόντος συνδυασμού.

 

3. Αν ύστερα από δύο διαδοχικές ψηφοφορίες, κανείς δεν συγκεντρώνει την πλειοψηφία που απαιτεί η παρά­γραφος 2, γίνεται τρίτη ψηφοφορία, κατά την οποία θεω­ρείται ότι εκλέγεται όποιος συγκεντρώνει τη σχετική πλειοψηφία. Όλες οι ψηφοφορίες γίνονται στην ίδια συ­νεδρίαση. Αν στην τρίτη ψηφοφορία δύο ή περισσότεροι έλαβαν ίσο αριθμό ψήφων γίνεται κλήρωση ανάμεσα τους και θεωρείται ότι εκλέγεται εκείνος που κλη­ρώθηκε. Για την εκλογή αυτή γίνεται λεπτομερής μνεία στα πρακτικά.

 

4. Αν δεν επιτευχθεί εκλογή για οποιονδήποτε λόγο ή η συνεδρίαση ματαιωθεί, επειδή δεν υπήρξε απαρτία, η διαδικασία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή και εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3. Αν και στη δεύτερη συνεδρίαση δεν επιτευχθεί εκλογή ή η συνεδρίαση ματαιωθεί, επειδή δεν υπήρξε απαρτία, θε­ωρείται ότι εκλέγεται απευθείας ο σύμβουλος του επιτυ­χόντος συνδυασμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότε­ρες ψήφους προτιμήσεως και, σε περίπτωση ισοψηφίας, διενεργείται κλήρωση. Στο διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην εγκατάσταση των δημοτικών αρχών και στην οριστική εκλογή του προέδρου της Κοινότητας, τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινότητας εκτελεί ο κοι­νοτικός σύμβουλος του επιτυχόντος συνδυασμού που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους προτιμήσεως, και σε περίπτωση ισοψηφίας διενεργείται κλήρωση.

 

5.  Η απόφαση για την εκλογή του προέδρου της Κοι­νότητας υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) ημε­ρών στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, ο οποίος αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από προσφυγή ενός δημότη ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας της και εκδίδει από­φαση δέκα (10) ημέρες το αργότερο, αφότου την έλαβε. Αν δεν έχει επιτευχθεί η εκλογή ή έχει ματαιωθεί η συ­νεδρίαση, επειδή δεν έγινε απαρτία, τα σχετικά πρακτικά υποβάλλονται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας μέσα σε προθεσμία δύο (2) ημερών.

 

6. Αν ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ακυρώσει την εκλογή του προέδρου της Κοινότητας, οι σύμβουλοι συνέρχονται πάλι για να εκλέξουν πρόεδρο Κοινότητας την πρώτη Κυριακή, δύο (2) ημέρες τουλάχιστον μετά την παραλαβή της ακυρωτικής απόφασης, οπότε τηρεί­ται από την αρχή η προβλεπόμενη διαδικασία.

 

7.  Αν δεν υπάρχουν σύμβουλοι ούτε του επιλαχόντος συνδυασμού ή έχει δηλωθεί μόνο ένας συνδυασμός, τα καθήκοντα του προέδρου Κοινότητας εκτελεί υπάλλη­λος της Κοινότητας ή ένας δημόσιος υπάλληλος, που διορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Αυτός ασκεί τις αρμοδιότητες του προέδρου της Κοινό­τητας μόνο για να διεκπεραιώνει τρέχουσες υπηρεσια­κές υποθέσεις και να αντιμετωπίζει κατεπείγοντα θέ­ματα.

 

8.  Σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις ο Γενι­κός Γραμματέας της Περιφέρειας εκδίδει διαπιστωτική πράξη.

 

9. Στον υπάλληλο της Κοινότητας ή τον δημόσιο υπάλ­ληλο που ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου της Κοινό­τητας, σύμφωνα με την παράγραφο 7, καταβάλλεται, πέ­ραν των αποδοχών της θέσης από την οποία προέρχεται, το ήμισυ των εξόδων παραστάσεως που προβλέπονται για την οικεία θέση του προέδρου της Κοινότητας και για όσο χρόνο ασκεί τα καθήκοντα αυτά.

 

 

Αρθρο 110

 

Αρμοδιότητες του Κοινοτικού Συμβουλίου

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

1.  Το κοινοτικό συμβούλιο αποφασίζει για όλα τα θέ­ματα που αφορούν την Κοινότητα, με εξαίρεση όσα ανή­καν στην αρμοδιότητα του προέδρου της Κοινότητας.

 

2.  Το κοινοτικό συμβούλιο εκφράζει τις θέσεις του σε θέματα τοπικού ενδιαφέροντος και γνωμοδοτεί όποτε δημόσιες αρχές ή αρμόδια όργανα ζητούν τη γνώμη του.

 

3.  Το κοινοτικό συμβούλιο έχει τις γνωμοδοτικές ή αποφασιστικές αρμοδιότητες σε θέματα ρυθμιστικών σχεδίων και προγραμμάτων προστασίας περιβάλλοντος, προγραμματισμού εφαρμογής ρυθμιστικών σχεδίων, οι­κιστικής οργάνωσης ανοικτών πόλεων, εφαρμογής Γενι­κού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.), πολεοδομικών με­λετών, ανάπλασης περιοχών, πολεοδομικών επεμβάσε­ων, χρηματοδότησης προγραμμάτων ανάπλασης, ανα­συγκρότησης υποβαθμισμένων περιοχών, πολεοδομικής αναμόρφωσης προβληματικών περιοχών, αποζημίωσης ρυμοτομούμενων, πολεοδομικών ρυθμίσεων, εισφοράς σε γη ή σε χρήμα, περιοχών ειδικά ρυθμιζόμενης πολεο­δόμησης (Π.Ε.Ρ.ΠΟ.), έγκρισης πολεοδομικών μελετών και καθορισμού χρήσεων γης, χωροθέτησης κοιμητηρίων κατά τις κείμενες διατάξεις, καθώς και κέντρων αποτέ­φρωσης νεκρών.

 

 

Αρθρο 111

 

Σύγκληση και λειτουργία του Κοινοτικού Συμβουλίου

 

1.  Το κοινοτικό συμβούλιο συνεδριάζει υποχρεωτικά μία φορά το μήνα, καθώς και όταν το απαιτούν οι υποθέ­σεις της Κοινότητας.

 

2. Ο πρόεδρος καλεί το κοινοτικό συμβούλιο σε συνε­δρίαση με γραπτή πρόσκληση στην οποία αναφέρονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Επιπλέον είναι δυνα­τόν να δημοσιεύεται και στην τυχόν υπάρχουσα ιστοσελίδα της Κοινότητας. Η πρόσκληση δημοσιεύεται στο κοινοτικό κατάστημα και επιδίδεται στους συμβούλους τρεις (3) τουλάχιστον ολόκληρες ημέρες πριν από την ημέρα που ορίζεται για τη συνεδρίαση.

Κοινοτικός σύμβουλος, που δεν κατοικεί στη διοικητι­κή περιφέρεια της Κοινότητας, οφείλει αμέσως μετά την εγκατάσταση των αρχών της Κοινότητας να δηλώσει στον πρόεδρο τη διεύθυνση κατοικίας του και να ορίσει με την ίδια δήλωση στην έδρα της Κοινότητας αντίκλη­το, στον οποίο θα επιδίδονται οι προσκλήσεις για τις συ­νεδριάσεις του κοινοτικού συμβουλίου. Αν δεν ορίζεται αντίκλητος αρκεί η δημοσίευση της πρόσκλησης στο κοι­νοτικό κατάστημα.

Οι παραπάνω διατάξεις έχουν εφαρμογή και για τους παρέδρους.

 

3.  Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, η πρόσκληση αυτή μπορεί να επιδοθεί την ημέρα της συνεδρίασης. Στην πρόσκληση πρέπει να αναφέρεται για ποιο λόγο η συνε­δρίαση είναι κατεπείγουσα. Πριν από τη συζήτηση το συμβούλιο αποφαίνεται για το κατεπείγον των θεμάτων.

Αν ο πρόεδρος παραλείψει αδικαιολόγητα δύο συνε­χείς φορές να συγκαλέσει το συμβούλιο, μπορεί να τεθεί σε αργία και σε περίπτωση υποτροπής, να κηρυχθεί έκ­πτωτος με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέ­ρειας.

 

4.  Ο πρόεδρος καλεί, επίσης, το συμβούλιο, όποτε το ζητήσει το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών του με γραπτή αίτηση, στην οποία αναφέρονται τα θέματα που θα συζητηθούν.

Αν κατά τον υπολογισμό του ενός τρίτου (1/3) προκύ­πτει κλάσμα μικρότερο της μονάδας, το κλάσμα αυτό στρογγυλοποιείται στην αμέσως μεγαλύτερη μονάδα. Ο πρόεδρος υποχρεούται να καλεί το συμβούλιο και όποτε το ζητεί το σύνολο των συμβούλων της μειοψηφίας.

Αν ο πρόεδρος δεν καλέσει το συμβούλιο σε έξι (6) ημέρες το αργότερο μετά την υποβολή της αίτησης, το συμβούλιο συνέρχεται, με πρόσκληση των μελών που υπέβαλαν την αίτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της πα­ραγράφου 2 και αποφασίζει για τα θέματα που περιλαμ­βάνει η αίτηση.

 

5.  Ο πρόεδρος καταρτίζει την ημερήσια διάταξη. Το κοινοτικό συμβούλιο έχει δικαίωμα να αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του, ότι ένα θέμα που δεν είναι γραμμένο στην ημερήσια διάταξη είναι κατεπείγον και να συζητήσει και να πάρει απόφαση γι’ αυτό το θέμα με την ίδια πλειοψηφία πριν από τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.

 

6.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μετά από πρόταση της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας, εκδί­δεται πρότυπος κανονισμός λειτουργίας του κοινοτικού συμβουλίου, ο οποίος δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

 

Αρθρο 112

Τόπος συνεδρίασης, απαρτία και λήψη αποφάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου

 

1.  Οι συνεδριάσεις του κοινοτικού συμβουλίου είναι δημόσιες και γίνονται στο κοινοτικό κατάστημα με την προεδρία του προέδρου της Κοινότητας. Το κοινοτικό συμβούλιο με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) των μελών του και με αιτιολογημένη απόφαση που απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση μπορεί να συνε­δριάζει κεκλεισμένων των θυρών. Το κοινοτικό συμβού­λιο μπορεί με την πλειοψηφία των μελών του να αποφα­σίζει να συνεδριάζει μόνιμα ή κατά περίπτωση σε άλλο κατάλληλο οίκημα της έδρας, μόνον όταν το ίδιο κρίνει ότι το κοινοτικό κατάστημα είναι ακατάλληλο ή δεν επαρκεί για τη συγκεκριμένη περίπτωση αντίστοιχα. Αν οι κάτοικοι της Κοινότητας έχουν χειμερινή ή θερινή δια­μονή εκτός των ορίων της Κοινότητας, το συμβούλιο μπορεί να συνεδριάζει και ο πρόεδρος να εκτελεί τα κα­θήκοντα του στον τόπο της διαμονής τους. Σε εξαιρετι­κές περιπτώσεις, το κοινοτικό συμβούλιο μπορεί να συ­νεδριάζει και σε τοπικά διαμερίσματα εκτός της έδρας του, εφόσον τούτο αποφασισθεί από τα δύο τρίτα (2/3) του συνόλου των μελών του.

 

2. Το συμβούλιο έχει απαρτία όταν είναι παρόν το ήμι­συ πλέον ενός των μελών του.

 

3. Αν, μετά από δύο συνεχείς προσκλήσεις, το συμβού­λιο δεν έχει απαρτία, συνεδριάζει ύστερα από τρίτη πρό­σκληση και παίρνει αποφάσεις μόνο για τα θέματα που είναι γραμμένα στην αρχική ημερήσια διάταξη, εφόσον τα μέλη που είναι παρόντα αποτελούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών του. Στην τρίτη πρόσκληση πρέπει να υπενθυμίζεται αυτή η διάταξη.

 

4.  Το συμβούλιο λαμβάνει τις αποφάσεις του με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, αν δεν υπάρχει άλ­λη διάταξη που ορίζει διαφορετικά. Σε περίπτωση ισοψη­φίας, επικρατεί η ψήφος του προέδρου. Εάν κατά τον υπολογισμό της πλειοψηφίας προκύπτει δεκαδικός αριθ­μός άνω του ημίσεως της μονάδας, τότε αυτό στρογγυ­λοποιείται στην αμέσως μεγαλύτερη μονάδα.

 

5. Αν κάποιο μέλος του συμβουλίου αρνηθεί την ψήφο ή δώσει λευκή ψήφο, λογίζεται ως παρόν κατά τη συνε­δρίαση και τόσο η άρνηση ψήφου όσο και η λευκή ψήφος θεωρούνται ως αρνητικές ψήφοι.

 

6.  Τα μέλη του συμβουλίου που ήταν παρόντα κατά την έναρξη της συνεδρίασης, τα οποία με την παρουσία τους συντέλεσαν στη συγκρότηση απαρτίας λογίζονται και αν ακόμα αποχωρήσουν ως παρόντα μέχρι το τέλος της συνεδρίασης. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται όχι μό­νο για τη συζήτηση κάθε συγκεκριμένου θέματος, αλλά και για ολόκληρη τη συνεδρίαση. Στην περίπτωση αυτή για τη λήψη απόφασης επί κάθε συγκεκριμένου θέματος η απαιτούμενη πλειοψηφία δεν υπολογίζεται επί των πραγματικά παρόντων μελών κατά την ψηφοφορία, αλλά βάσει του αριθμού των μελών που απαιτούνται για την απαρτία.

 

 

Αρθρο 113

 

Πρακτικά συνεδρίασης

 

1. Στη συνεδρίαση του κοινοτικού συμβουλίου τηρού­νται πρακτικά με ευθύνη κοινοτικού υπαλλήλου. Τα πρα­κτικά καταρτίζονται με τη βοήθεια μαγνητοφωνικής συσκευής ή βίντεο ή με κάθε άλλο πρόσφορο ηλεκτρονικό μέσο. Ο κοινοτικός υπάλληλος κρατεί παράλληλα και πρόχειρα συνοπτικά πρακτικά.

 

2. Τα απομαγνητοφωνημένα ή απομαγνητοσκοπημένα κείμενα μεταφέρονται σε φύλλα χαρτιού, τα οποία αριθ­μεί και μονογράφει ο πρόεδρος. Στο τέλος του έτους, τα πρακτικά αυτά βιβλιοδετούνται, με ευθύνη του προέδρου και του γραμματέα του κοινοτικού συμβουλίου. Αν σε κά­ποια συνεδρίαση δεν είναι δυνατή η χρήση μαγνητοφωνικής συσκευής ή βίντεο, τηρούνται πρόχειρα πρακτικά, τα οποία αντιγράφονται σε φύλλα χαρτιού, που έχουν τη μονογραφή του προέδρου της Κοινότητας. Τα φύλλα αυ­τά παίρνουν αρίθμηση που αποτελεί συνέχεια της αριθμήσεως των απομαγνητοφωνημένων ή απομαγνητοσκοπημένων κειμένων και βιβλιοδετούνται μαζί με τα κείμε­να αυτά.

Η μη τήρηση των πρακτικών, σύμφωνα με τα ανωτέρω, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα για τον πρόεδρο και τον κοι­νοτικό υπάλληλο.

 

3. Τα πρακτικά, για τα οποία ορίζουν οι προηγούμενες παράγραφοι, υπογράφονται από όλα τα μέλη που μετέ­χουν στη συνεδρίαση.

Όταν ένας σύμβουλος αρνείται να υπογράψει, η άρνη­ση και η αιτία της αναφέρονται στα πρακτικά. Η μη υπο­γραφή των πρακτικών δεν επηρεάζει το κύρος της από­φασης.

 

4.  Τα πρακτικά κάθε συνεδρίασης παίρνουν ιδιαίτερο αύξοντα αριθμό. Κάθε χρόνο αρχίζει νέα αρίθμηση. Πρα­κτικό συντάσσεται και όταν η συνεδρίαση ματαιώνεται για οποιονδήποτε λόγο. Κάθε απόφαση του συμβουλίου παίρνει ιδιαίτερο αριθμό και στην αρχή κάθε χρόνου γί­νεται νέα αρίθμηση και των αποφάσεων αυτών.

 

5.  Οποιοσδήποτε κοινοτικός σύμβουλος ζητήσει, μπο­ρεί να λάβει αντίγραφα των πρακτικών ή να λάβει πλήρη γνώση αυτών στην περίπτωση που είναι δυσχερής η έκ­δοση αντιγράφων.

 

6. Τρεις (3) ημέρες μετά τη συνεδρίαση του κοινοτικού συμβουλίου δημοσιεύεται πίνακας στον οποίο σημειώνο­νται τα θέματα που συζητήθηκαν, ο αριθμός των αποφά­σεων και περίληψη του περιεχομένου τους. Ο πίνακας αυτός αναρτάται στο κοινοτικό κατάστημα, εκτός αν άλ­λες διατάξεις προβλέπουν ειδικό τρόπο για τη δημοσίευ­ση των αποφάσεων του κοινοτικού συμβουλίου. Οι κανο­νιστικού περιεχομένου αποφάσεις του κοινοτικού συμ­βουλίου δημοσιεύονται ολόκληρες στο κοινοτικό κατά­στημα και οι ατομικές διοικητικές πράξεις τουλάχιστον σε περίληψη. Για τις δημοσιεύσεις συντάσσεται αποδει­κτικό από κοινοτικό υπάλληλο ή άλλο δημόσιο όργανο.

 

7. Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον μπορεί να ζη­τήσει κυρωμένα αντίγραφα συγκεκριμένων πρακτικών και αποφάσεων ή να λάβει πλήρη γνώση αυτών στην πε­ρίπτωση που είναι δυσχερής η έκδοση αντιγράφων.

 

8.  Με φροντίδα του προέδρου της Κοινότητας δύναται να καταχωρούνται στην ιστοσελίδα της Κοινότητας όλες οι αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου. Η μη δημοσί­ευση των αποφάσεων στην ιστοσελίδα της Κοινότητας δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της απόφασης.

 

 

Αρθρο 114

 

Υποχρεώσεις των Κοινοτικών Συμβούλων

 

1. Οι κοινοτικοί σύμβουλοι έχουν υποχρέωση να μετέ­χουν σε όλες τις συνεδριάσεις του κοινοτικού συμβουλί­ου και όλων των επιτροπών, στις οποίες τους έχει εκλέξει το συμβούλιο, καθώς και να εκτελούν τα λοιπά καθή­κοντα τους που προβλέπει ο νόμος.

Έχουν επίσης υποχρέωση, μέσα στα πλαίσια των κα­θηκόντων τους, να εκτελούν με επιμέλεια κάθε εργασία που τους αναθέτει νόμιμα το συμβούλιο.

 

2. Ο κοινοτικός σύμβουλος εκφράζει τη γνώμη του και ψηφίζει με απόλυτη ελευθερία, αποβλέποντας πάντοτε στην ευσυνείδητη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του συνόλου των δημοτών.

 

3.  Αν ένας σύμβουλος απουσιάζει αδικαιολόγητα από τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις του κοινοτικού συμβου­λίου, μπορεί να τεθεί σε αργία και, σε περίπτωση υπο­τροπής, μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Ο πρόεδρος της Κοινότητας κινεί τη σχετική διαδικασία.

 

4.  Αν ένας σύμβουλος δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του για διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις (3) συνεχείς μήνες εντός του έτους, χωρίς την άδεια του συμβουλίου, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας τον κηρύσσει έκ­πτωτο.

 

 

Αρθρο 115

 

Κώλυμα συμμετοχής στη συνεδρίαση

 

1.  Κοινοτικός σύμβουλος δεν μπορεί να πάρει μέρος στη συζήτηση ενός θέματος ή στην κατάρτιση μιας απο­φάσεως του κοινοτικού συμβουλίου ή να συμμετέχει σε γνωμοδοτικά συλλογικά όργανα, τα οποία γνωμοδοτούν για θέμα που θα εισαχθεί στο κοινοτικό συμβούλιο, εφό­σον ο ίδιος ή συγγενής του έως το δεύτερο βαθμό εξ αί­ματος ή εξ αγχιστείας έχει υλικό ή ηθικό συμφέρον.

 

2.  Απόφαση που έχει ληφθεί κατά παράβαση της διά­ταξης αυτής είναι άκυρη. Ο σύμβουλος που έλαβε μέρος στη συνεδρίαση διαπράττει σοβαρή παράβαση καθήκο­ντος και τιμωρείται με την ποινή της αργίας, σύμφωνα με τα άρθρα 142 και 143.

 

 

Αρθρο 116

 

Κοινοτικό Κατάστημα και βιβλία

 

1.  Οι Κοινότητες είναι υποχρεωμένες να έχουν στην έδρα τους ιδιαίτερο κατάστημα για τη στέγαση και τη λειτουργία των υπηρεσιών τους.

 

2.  Κάθε Κοινότητα τηρεί τα βιβλία που είναι αναγκαία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Τα βιβλία αυτά καθορίζονται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

 

 

 

Αρθρο 117

 

Διαίρεση Δήμων σε διαμερίσματα

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ – ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

 

1.  Οι Δήμοι που, στην έδρα τους, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, έχουν περισσότερους από εκατό χιλιάδες (100.000) κατοίκους, διαιρούνται σε διαμερίσματα.

Ο Δήμος Αθηναίων διαιρείται σε πέντε (5) έως επτά (7) διαμερίσματα, οι Δήμοι της Θεσσαλονίκης και του Πει­ραιά σε τρία (3) έως πέντε (5) και ο Δήμος Πατρέων και οι λοιποί Δήμοι σε δύο (2) έως τέσσερα (4) διαμερίσματα.

 

2.  Ο αριθμός των διαμερισμάτων και τα όρια τους κα­θορίζονται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοί­κησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του δημοτικού συμβουλίου και αφού ληφθούν υπόψη η κατανομή του πληθυσμού και η καλύτερη εξυπηρέτηση των κατοίκων.

 

3.  Κάθε διαμέρισμα έχει ιδιαίτερο δημοτικό κατάστη­μα. Το δημοτικό συμβούλιο καθορίζει ποιες υπηρεσιακές μονάδες μπορούν να λειτουργήσουν στα διαμερίσματα.

 

4.  Σε κάθε δημοτικό διαμέρισμα παραχωρούνται αρμο­διότητες με σκοπό να προωθηθεί η δημοτική αποκέντρω­ση στην αντιμετώπιση των τοπικών υποθέσεων.

 

 

Αρθρο 118

Εκλογή Προέδρου του δημοτικού διαμερίσματος

 

1.  Στον πρώτο και στον τρίτο χρόνο της δημοτικής πε­ριόδου, την πρώτη Κυριακή του Ιανουαρίου το συμβούλιο του δημοτικού διαμερίσματος συνέρχεται, ύστερα από πρόσκληση του συμβούλου του επιτυχόντος συνδυα­σμού, που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και σε περίπτωση ισοψηφίας εκείνου που είναι γραμμένος πρώτος κατά σειρά στην απόφαση του δικαστηρίου και εκλέγει με φανερή ψηφοφορία τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του. Για την εκλογή εφαρμόζονται ανά­λογα οι διατάξεις του άρθρου 92.

 

2.  Αν η θέση του προέδρου ή του αντιπροέδρου του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος μείνει κενή λόγω θανάτου ή παραίτησης ή έκπτωσης από το αξίωμα ή εξαιτίας οποιουδήποτε άλλου λόγου, για την εκλογή νέου προέδρου και αντιπροέδρου του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος εφαρμόζονται ανάλογα οι δια­τάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

 

 

Αρθρο 119

 

Αρμοδιότητες συμβουλίου δημοτικού διαμερίσματος

 

1.  Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μέχρι 31.12.2007, μεταβιβάζεται στο συμβούλιο δημοτικού διαμερίσματος η άσκηση αρμοδιο­τήτων που αναφέρονται στην εκτέλεση μικρών τεχνικών έργων, στη διοργάνωση πολιτιστικών και αθλητικών εκ­δηλώσεων, σε θέματα κοινωνικής αρωγής, καθώς και σε πρωτοβουλίες για την εξυπηρέτηση του πολίτη.

Οι πιο πάνω αρμοδιότητες ασκούνται από τη δημοσίευ­ση του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την οργάνωση του τρόπου άσκησης των επί μέρους αρ­μοδιοτήτων, την οργάνωση των αντίστοιχων υπηρεσιών, την εξασφάλιση, μέσω του προϋπολογισμού του Οργανι­σμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των αναγκαίων πιστώ­σεων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

 

2. Το συμβούλιο του δημοτικού διαμερίσματος με απο­φάσεις του εκφράζει γνώμες και διατυπώνει προτάσεις είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν παραπομπής, από τα αρμόδια όργανα του Δήμου, σχετικά με τα ακό­λουθα θέματα:

α) Τις υπηρεσιακές μονάδες του Δήμου για τις οποίες συντρέχουν δυνατότητες λειτουργίας τους στο διαμέρι­σμα με κριτήριο ότι θα συμβάλλουν στην καλύτερη εξυ­πηρέτηση των δημοτών και στην ανάπτυξη του διαμερίσματος.

β) Την αξιοποίηση των ακινήτων του Δήμου που βρί­σκονται στην περιοχή του διαμερίσματος.

γ) Την ύδρευση, αποχέτευση και όλα τα κοινόχρηστα δίκτυα.

δ) Την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περι­βάλλοντος, καθώς και για την καθαριότητα της περιοχής του διαμερίσματος.

ε) Τους δημοτικούς δρόμους, τις γέφυρες, τις πλατεί­ες, τα δημοτικά άλση, κήπους, υπαίθριους χώρους ανα­ψυχής και γενικά για όλους τους κοινόχρηστους και κοι­νωφελείς χώρους της περιοχής του διαμερίσματος,

στ) Την κυκλοφορία και τη συγκοινωνία της περιοχής του διαμερίσματος.

ζ) Τη δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου των νέων της περιοχής του διαμερίσματος.

η) Την ανάπτυξη της περιφέρειας του διαμερίσματος, σε πολιτιστικά, πνευματικά, κοινωνικά θέματα, τη μέρι­μνα για την υγεία, την πρόνοια και την παροχή κοινωνι­κών υπηρεσιών και γενικά τη φροντίδα ώστε η λειτουρ­γία και ανάπτυξη του διαμερίσματος να αποβλέπει στην καλύτερη εξυπηρέτηση των κατοίκων του.

θ) Την πολεοδομική ανάπτυξη και ανάπλαση της πε­ριοχής.

ι) Τη λειτουργία των δημοτικών ιδρυμάτων, δημοτικών νομικών προσώπων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, δημοτι­κών επιχειρήσεων και γενικότερα κοινωφελών ιδρυμά­των που λειτουργούν στην περιφέρεια του διαμερίσμα­τος.

ια) Την εκτέλεση νέων έργων, τη συντήρηση και λει­τουργία των έργων που έχουν εκτελεστεί.

ιβ) Την τροποποίηση των ορίων του δημοτικού διαμερί­σματος.

ιγ) Την εξέταση γενικών ή ειδικών προβλημάτων που αφορούν την περιφέρεια του διαμερίσματος.

ιδ) Την αξιοποίηση των τοπικών πόρων της περιοχής του διαμερίσματος.

 

 

Αρθρο 120

Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στο συμβούλιο και στον πρόεδρο του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος

 

1.  Το δημοτικό συμβούλιο με απόφαση που λαμβάνε­ται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του μεταβιβάζει συγκεκριμένες αρμοδιότητες του στα συμβούλια των δημοτικών διαμερισμάτων. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται σε μία (1) τουλάχιστον ημερήσια ή εβδομαδιαία εφημερίδα και τοιχοκολλάται στο δημοτικό κατάστημα και στο κατάστημα του δημοτικού διαμερί­σματος.

Οι αρμοδιότητες αυτές ασκούνται μέσα στα όρια του δημοτικού διαμερίσματος.

 

2.  Οι αποφάσεις των συμβουλίων των δημοτικών δια­μερισμάτων για τα πιο πάνω αντικείμενα δημοσιεύονται, όπως και οι αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου. Για τη δημοσίευση αυτή συντάσσεται αποδεικτικό από υπάλ­ληλο του Δήμου.

Ο Πρόεδρος του συμβουλίου διαμερίσματος μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από τη συνεδρίαση διαβιβάζει στο δή­μαρχο απόσπασμα των πρακτικών του συμβουλίου, το οποίο περιλαμβάνει κάθε απόφαση του συμβουλίου χω­ριστά, μαζί με αντίγραφο του αποδεικτικού δημοσίευ­σης.

Οι σχετικές διατάξεις για τα κωλύματα συμμετοχής στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου εφαρμόζο­νται και στα συμβούλια των δημοτικών διαμερισμάτων.

 

3.  Οι αποφάσεις των συμβουλίων των δημοτικών διαμερισμάτων για τα πιο πάνω αντικείμενα είναι εκτελε­στές από τη δημοσίευση τους σύμφωνα με την προηγού­μενη παράγραφο.

 

4.  Οι διατάξεις των άρθρων 148 έως και 154 εφαρμό­ζονται, αναλόγως, και για τις πράξεις των συμβουλίων των δημοτικών διαμερισμάτων που λαμβάνονται σύμφω­να με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

 

5.  Κάθε έτος το δημοτικό συμβούλιο με απόφαση του καθορίζει το ανώτατο ύψος του προϋπολογισμού εξό­δων του δημοτικού διαμερίσματος. Η απόφαση αυτή δια­βιβάζεται στο δημοτικό διαμέρισμα έως το τέλος Ιουλίου.

 

6.α. Το συμβούλιο του δημοτικού διαμερίσματος κα­ταρτίζει σχέδιο του προϋπολογισμού εξόδων του διαμε­ρίσματος για το επόμενο οικονομικό έτος. Ο προϋπολο­γισμός δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ανώτατο ποσό που καθορίστηκε σύμφωνα με την προηγούμενη παρά­γραφο. Το σχέδιο συνοδεύεται από αιτιολογική έκθεση η οποία περιέχει αιτιολόγηση κάθε εγγραφής και απο­στέλλεται έγκαιρα στη δημαρχιακή επιτροπή έως το τέ­λος Σεπτεμβρίου.

β. Η δημαρχιακή επιτροπή εξετάζει: ι) αν οι συνολικές δαπάνες που αναγράφονται στο σχέδιο του προϋπολογι­σμού εξόδων του διαμερίσματος υπερβαίνουν το ανώτα­το ποσό που έχει καθοριστεί από το δημοτικό συμβούλιο για κάθε διαμέρισμα, ιι) αν οι δαπάνες αφορούν τις αρμο­διότητες που έχουν μεταβιβαστεί από το δημοτικό συμ­βούλιο στο διαμέρισμα και iii) αν οι δαπάνες είναι νόμι­μες. Η δημαρχιακή επιτροπή διαγράφει κάθε δαπάνη που δεν συγκεντρώνει τις πιο πάνω υπό στοιχεία Ν και iii προ­ϋποθέσεις και, σε περίπτωση υπέρβασης του πιο πάνω ανώτατου ποσού, περικόπτει τα επί μέρους κονδύλια.

γ. Το σχέδιο προϋπολογισμού εξόδων των δημοτικών διαμερισμάτων, όπως τελικά διαμορφώνεται από τη δη­μαρχιακή επιτροπή, εντάσσεται στο σχέδιο προϋπολογι­σμού του Δήμου. Στον προϋπολογισμό του Δήμου περι­λαμβάνονται ιδιαίτερα κεφάλαια για κάθε δημοτικό δια­μέρισμα.

δ. Το πιο πάνω σχέδιο προϋπολογισμού εξόδων δημο­τικού διαμερίσματος, αν δεν καταρτιστεί ή δεν υποβλη­θεί εμπρόθεσμα στη δημαρχιακή επιτροπή, καταρτίζεται από αυτήν.

 

7.α. Ο δήμαρχος, με απόφαση του που δημοσιεύεται σε μία (1) τουλάχιστον ημερήσια ή εβδομαδιαία εφημερί­δα, μεταβιβάζει αρμοδιότητες του στους προέδρους των συμβουλίων των δημοτικών διαμερισμάτων.

β. Ο πρόεδρος του συμβουλίου του δημοτικού διαμερί­σματος: ι) εκτελεί τις αποφάσεις του συμβουλίου που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ιι) εκδίδει τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής σε βάρος των πιστώσεων που προβλέπονται στον προϋπο­λογισμό εξόδων για το δημοτικό διαμέρισμα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, αφού προηγουμένως έχουν ελεγχθεί τα σχετικά δικαιολογητικά από την αρ­μόδια υπηρεσία του Δήμου.

 

8. Στον πρόεδρο του συμβουλίου του δημοτικού διαμε­ρίσματος παρέχονται από το Δήμο έξοδα παραστάσεως που ορίζονται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 121

Αρμοδιότητες προέδρου και αντιπροέδρου δημοτικού διαμερίσματος

 

1. Ο πρόεδρος του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος, πέρα από τις αρμοδιότητες εκείνες που προβλέπονται από άλλες διατάξεις του παρόντος, ασκεί και τις εξής αρμοδιότητες:

α) Εκπροσωπεί το συμβούλιο του δημοτικού διαμερίσματος.

β) Ασκεί κάθε αρμοδιότητα που εκχωρείται από τον δήμαρχο. Μεταφέρει και παρουσιάζει στον δήμαρχο και στα άλλα αρμόδια όργανα του Δήμου τα προβλήματα του διαμερίσματος. Συνεργάζεται με τον δήμαρχο και τις αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες προκειμένου να προετοι­μάσει κάθε θέμα που θα συζητηθεί στο συμβούλιο του διαμερίσματος. Παρακολουθεί την προώθηση από το Δή­μο των θεμάτων που αναφέρονται στις αποφάσεις του συμβουλίου που έχουν σταλεί σε αυτόν. Συμμετέχει στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου, στις οποίες καλείται υποχρεωτικά με δικαίωμα έκφρασης γνώμης για θέματα που ενδιαφέρουν το διαμέρισμα.

 

2. Ο αντιπρόεδρος του συμβουλίου του δημοτικού δια­μερίσματος αναπληρώνει τον πρόεδρο του συμβουλίου σε όλα τα καθήκοντα του, όταν αυτός απουσιάζει ή κω­λύεται.

 

 

Αρθρο 122

Σύγκληση και λειτουργία του συμβουλίου δημοτικού διαμερίσματος

 

1.  Το συμβούλιο του δημοτικού διαμερίσματος συνε­δριάζει τουλάχιστον μία (1) φορά το μήνα, καθώς και όταν το ζητήσει το ένα τρίτο (1/3) των συμβούλων ή ο δή­μαρχος για σοβαρά ή επείγοντα θέματα. Στις περιπτώ­σεις αυτές ο πρόεδρος του συμβουλίου του διαμερίσμα­τος είναι υποχρεωμένος να καλέσει το συμβούλιο σε συ­νεδρίαση μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την ημέρα υπο­βολής της αίτησης ή λήψης του εγγράφου του δημάρχου.

 

2. Ο πρόεδρος του συμβουλίου του διαμερίσματος κα­λεί το συμβούλιο σε συνεδρίαση με γραπτή πρόσκληση που επιδίδεται σε κάθε σύμβουλο τρεις (3) τουλάχιστον ολόκληρες ημέρες πριν από την ημέρα που ορίζεται για τη συνεδρίαση. Η πρόσκληση πρέπει να αναφέρει τα θέ­ματα της ημερήσιας διάταξης.

 

3.  Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η πρόσκληση αυτή μπορεί να επιδοθεί την ημέρα της συνεδρίασης. Στην πρόσκληση αυτή αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο η συνεδρίαση είναι κατεπείγουσα.

 

4.  Σε περίπτωση μη συνεδρίασης του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος πέραν του τριμήνου, το δημο­τικό συμβούλιο μπορεί να ζητήσει από αυτό να εκφράσει γνώμη ή διατυπώσει πρόταση για ορισμένο θέμα μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών.

 

 

Αρθρο 123

 

Συνεδριάσεις, απαρτία και αποφάσεις

 

1. Οι συνεδριάσεις του συμβουλίου του δημοτικού δια­μερίσματος είναι δημόσιες και γίνονται στο κατάστημα του δημοτικού διαμερίσματος. Του συμβουλίου προε­δρεύει ο πρόεδρος του και στην περίπτωση που απου­σιάζει ή κωλύεται, ο αντιπρόεδρος.

 

2.  Το συμβούλιο έχει απαρτία όταν είναι παρόντα τα περισσότερα μέλη του. Στα μέλη υπολογίζεται και ο πρό­εδρος.

 

3.  Το συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει, με την πλειο­ψηφία των μελών που είναι παρόντα, να συνεδριάσει κε­κλεισμένων των θυρών, η σχετική όμως απόφαση (γνώ­μη ή πρόταση) ανακοινώνεται δημόσια.

 

4.  Αν μετά από δύο (2) συνεχείς προσκλήσεις το συμβούλιο δεν έχει απαρτία, συνεδριάζει ύστερα από τρίτη πρόσκληση και παίρνει αποφάσεις μόνο για θέματα που είναι γραμμένα στην αρχική ημερήσια διάταξη, εφόσον τα μέλη που είναι παρόντα αποτελούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών του. Στην τρίτη πρόσκληση πρέπει να υπενθυμίζεται αυτή η διάταξη.

 

5. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, φροντίζει με κάθε κατάλληλο μέτρο για την τάξη της συ­νεδρίασης και μπορεί να διατάξει να αποβληθεί από το ακροατήριο κάθε πρόσωπο που διαταράσσει τη συνεδρί­αση.

 

6.  Το συμβούλιο παίρνει τις αποφάσεις, γνώμες και προτάσεις του με την απόλυτη πλειοψηφία των παρό­ντων, αν δεν υπάρχει άλλη διάταξη που να ορίζει διαφο­ρετικά. Σε περίπτωση ισοψηφίας επικρατεί η ψήφος του προέδρου ή του αντιπροέδρου, αν προεδρεύει. Απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων είναι ο ακέραιος αριθμός που είναι αμέσως μεγαλύτερος από το ένα δεύτερο (1/2) του αριθμού τους.

 

7. Τα καθήκοντα του γραμματέα του συμβουλίου ασκεί υπάλληλος του δημοτικού διαμερίσματος που ορίζεται από τον δήμαρχο.

 

8. Το συμβούλιο του δημοτικού διαμερίσματος συζητεί θέματα που είναι γραμμένα στην ημερήσια διάταξη. Έχει δικαίωμα να αποφασίζει ότι ένα θέμα που δεν είναι γραμ­μένο στην ημερήσια διάταξη είναι κατεπείγον και να το συζητήσει και να εκδώσει απόφαση για αυτό το θέμα.

 

9.  Την επόμενη της συνεδρίασης του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος δημοσιεύεται πίνακας με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και τα άλλα θέματα που έχουν τυχόν συζητηθεί με μνεία της απόφασης που έχει ληφθεί. Ο πίνακας αυτός τοιχοκολλάται στο κατάστημα του διαμερίσματος με μέριμνα του προέδρου και του γραμματέα του συμβουλίου.

 

10.  Στις συνεδριάσεις του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος τηρούνται πρακτικά κατ’ ανάλογη εφαρ­μογή του άρθρου 97.

 

 

Αρθρο 124

Αποστολή αποφάσεων συμβουλίου δημοτικού διαμερίσματος στο Δήμο

 

 

1.  Οι αποφάσεις του συμβουλίου διαβιβάζονται στον δήμαρχο μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών από τη συ­νεδρίαση. Ο δήμαρχος φροντίζει να τεθούν αμέσως υπό­ψη της δημαρχιακής επιτροπής, η οποία εξουσιοδοτείται να τις μελετήσει και να ενημερώσει σχετικά για κάθε θέ­μα το δημοτικό διαμέρισμα μέσα σε δύο (2) μήνες.

 

2.  Η δημαρχιακή επιτροπή μπορεί:

α) Να επιστρέψει την απόφαση του συμβουλίου του διαμερίσματος με παρατηρήσεις για επανεξέταση τυχόν του θέματος.

β) Να την παραπέμψει στο δημοτικό συμβούλιο.

γ) Να τη διαβιβάσει στις αρμόδιες υπηρεσίες του Δή­μου για να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες.

 

3.  Τα αρμόδια όργανα του Δήμου οφείλουν να ενημε­ρώνουν τον πρόεδρο του δημοτικού διαμερίσματος για τα μέτρα που παίρνονται για την προώθηση των θεμάτων που περιλαμβάνονται στις αποφάσεις του συμβουλίου του δημοτικού διαμερίσματος.

 

4. Ο πρόεδρος του συμβουλίου του δημοτικού διαμερί­σματος, στον οποίο κοινοποιούνται όλες οι ενέργειες, πράξεις και παρατηρήσεις των διαφόρων οργάνων και υπηρεσιών του Δήμου που αναφέρονται στις αποφάσεις γενικά του συμβουλίου του διαμερίσματος, υποχρεούται να ενημερώνει αμέσως το συμβούλιο.

 

5. Στα συμβούλια των δημοτικών διαμερισμάτων πρέ­πει να αποστέλλεται αντίγραφο των ημερήσιων διατάξε­ων του δημοτικού συμβουλίου και των αποφάσεων αυ­τού και της δημαρχιακής επιτροπής.

 

 

Αρθρο 125

 

Υποχρεώσεις συμβούλων δημοτικού διαμερίσματος

 

1.  Οι σύμβουλοι του δημοτικού διαμερίσματος έχουν υποχρέωση να μετέχουν σε όλες τις συνεδριάσεις του συμβουλίου και όλων των επιτροπών στις οποίες τους έχει εκλέξει το συμβούλιο, καθώς και να εκτελούν τα λοιπά καθήκοντα τους, όπως προβλέπει ο νόμος.

Έχουν, επίσης, υποχρέωση, μέσα στα πλαίσια των κα­θηκόντων τους, να εκτελούν με επιμέλεια κάθε εργασία που τους αναθέτει νόμιμα το συμβούλιο.

 

2.  Ο σύμβουλος του δημοτικού διαμερίσματος εκφρά­ζει τη γνώμη του και ψηφίζει με απόλυτη ελευθερία, αποβλέποντας πάντοτε στην ευσυνείδητη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του συνόλου των κατοίκων του δημο­τικού διαμερίσματος.

 

3. Αν ένας σύμβουλος επιθυμεί να μην εκτελεί τις υπο­χρεώσεις του για διάστημα που υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη του συμ­βουλίου.

 

4.  Αν ένας σύμβουλος δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του για διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του συμβουλίου, κηρύσσεται έκπτωτος με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περι­φέρειας.

 

 

Αρθρο 126

 

Επιτροπές

 

1.  Το συμβούλιο του δημοτικού διαμερίσματος μπορεί να συγκροτεί επιτροπές από τα μέλη του και από κατοί­κους του διαμερίσματος για την υποβοήθηση του έργου του. Κάθε σύμβουλος μπορεί να μετέχει σε περισσότε­ρες επιτροπές.

 

2.  Κάθε επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρο της, ο οποίος υποχρεούται να φροντίζει για τη λειτουργία και δραστη­ριοποίηση της.

 

3. Οι επιτροπές μπορούν να καλούν για μελέτη και εξέ­ταση ειδικών θεμάτων, χωρίς δικαίωμα ψήφου, υπαλλή­λους του Δήμου, τεχνικούς, ειδικούς ξένους προς τη διοί­κηση, αντιπροσώπους συνδικαλιστικών οργανώσεων, ομάδων, οργανώσεων και οργανισμών που δρουν στην περιφέρεια του διαμερίσματος.

 

 

Αρθρο 127

 

Αποζημίωση

 

1.  Το αξίωμα του προέδρου και των μελών του συμ­βουλίου του δημοτικού διαμερίσματος είναι τιμητικό και άμισθο.

 

2. Ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου του δημοτι­κού διαμερίσματος λαμβάνουν αποζημίωση για τη συμ­μετοχή τους σε συνεδριάσεις του συμβουλίου. Το ύψος της αποζημίωσης και η βάση υπολογισμού της, μέχρι τρεις (3) κατά μήνα συνεδριάσεις, καθορίζονται με από­φαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.

 

 

Αρθρο 128

 

Πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου

 

1.  Πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου του τοπικού δια­μερίσματος είναι ο υποψήφιος σύμβουλος του πλειοψηφήσαντος στο τοπικό διαμέρισμα συνδυασμού, που έχει λάβει τις περισσότερες ψήφους προτίμησης και σε περί­πτωση ισοψηφίας αυτός που είναι πρώτος στην απόφα­ση της ανακήρυξης.

 

2. Τον Πρόεδρο του τοπικού συμβουλίου αναπληρώνει ο επόμενος σε σταυρούς προτίμησης υποψήφιος του ίδιου συνδυασμού στο τοπικό διαμέρισμα.

 

3.  Οι Πρόεδροι των τοπικών συμβουλίων μετέχουν στις συνεδριάσεις του δημοτικού, κατά την πρόβλεψη της παρ. 7 του άρθρου 95.

 

 

Αρθρο 129

Αρμοδιότητες του τοπικού συμβουλίου και του προέδρου του

 

1 .α. Τα τοπικά συμβούλια ασκούν τις ακόλουθες αρμο­διότητες, στα όρια του τοπικού διαμερίσματος:

ι. Την αποκατάσταση επείγοντος χαρακτήρα βλαβών των εσωτερικών δικτύων ύδρευσης, των αντλιοστασίων, των υδρομαστεύσεων και του συστήματος αποχέτευσης,

ιι. τη συντήρηση και λειτουργία παιδικών χαρών,

iii. τη συντήρηση και λειτουργία των κοιμητηρίων και των κέντρων αποτέφρωσης νεκρών,

ιν. την αποκατάσταση επείγοντος χαρακτήρα ζημιών στις δημοτικές οδούς, γέφυρες, πλατείες, κοινόχρη­στους χώρους, καθώς και στις αγροτικές οδούς,

ν. τη συντήρηση του δικτύου ηλεκτροφωτισμού των κοινόχρηστων χώρων,

νι. την εφαρμογή πολιτιστικών, ψυχαγωγικών και αθλητικών προγραμμάτων και τη συντήρηση και λειτουρ­γία των αντίστοιχων εγκαταστάσεων.

β. Τα συμβούλια των τοπικών διαμερισμάτων εκφέ­ρουν γνώμη για τα ακόλουθα θέματα, στα όρια της χωρι­κής τους περιφέρειας:

ι. τον ορισμό των υπηρεσιακών μονάδων του Δήμου που υπάρχει η δυνατότητα να λειτουργήσει στο διαμέρι­σμα,

ιι. την αξιοποίηση των ακινήτων του Δήμου, που βρί­σκονται στο διαμέρισμα,

iii. την πολεοδομική ανάπτυξη και ανάπλαση της περιο­χής,

ιν. διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη στο δημοτικό συμ­βούλιο, για τον τρόπο διάθεσης των βοσκήσιμων εκτάσε­ων που βρίσκονται στην περιφέρεια του τοπικού διαμερί­σματος,

ν. διατυπώνει γνώμη για την εκμίσθωση χωρίς δημο­πρασία δασικών εκτάσεων, που βρίσκονται στην περιφέ­ρεια του τοπικού διαμερίσματος,

νι. εκφέρει σύμφωνη γνώμη για την εκποίηση, εκμί­σθωση, δωρεάν παραχώρηση χρήσης, ανταλλαγή και δωρεά, περιουσιακών στοιχείων του Δήμου που βρίσκο­νται στα όρια του τοπικού διαμερίσματος.

γ. Η αποδοχή κληροδοτήματος, κληρονομιάς ή δωρε­άς, η οποία διατίθεται ρητά και αποκλειστικά για τοπικό διαμέρισμα, γίνεται από τη δημαρχιακή επιτροπή μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου τοπικού συμβουλίου στοιχείων του Δήμου που βρίσκονται στα όρια του τοπι­κού διαμερίσματος.

 

2. Το δημοτικό συμβούλιο στην αρχή κάθε δημοτικής περιόδου, με απόφαση του, που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) του συνόλου των μελών του, μπορεί να αναθέτει στα τοπικά συμβούλια την άσκηση και άλλων αρμοδιοτήτων, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται:

ι. η έκδοση κανονιστικών πράξεων,

ιι. η επιβολή φόρων, τελών και δικαιωμάτων,

ιιι. η σύναψη δανείων και οι όροι τους,

ιν. η σύσταση και λειτουργία δημοτικών ιδρυμάτων και λοιπών δημοτικών νομικών προσώπων, καθώς και για την εκλογή των μελών των συλλογικών οργάνων που τα διοικούν και

ν. οι αποφάσεις που κατά ειδικές διατάξεις λαμβάνο­νται με ειδική πλειοψηφία των μελών του δημοτικού συμβουλίου.

Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται σε μία (1) τουλάχιστον εφημερίδα του νομού κι αναρτάται στο δημοτικό κατά­στημα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 284 του παρόντος.

 

3. Αν για οποιονδήποτε λόγο το τοπικό συμβούλιο δεν ασκεί τις παραπάνω αρμοδιότητες, τότε τις ασκεί ο Δή­μος με τα αρμόδια όργανα του.

 

4.  Ο Πρόεδρος του τοπικού διαμερίσματος διαβιβάζει, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη συνεδρίαση στον δή­μαρχο, απόσπασμα των πρακτικών του συμβουλίου, το οποίο περιλαμβάνει κάθε απόφαση του συμβουλίου χω­ριστά, μαζί με αντίγραφο του αποδεικτικού δημοσίευ­σης.

 

5.  Ο πρόεδρος του συμβουλίου του τοπικού διαμερί­σματος:

α. Μετέχει στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλί­ου, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 95.

β. Εκτελεί τις αποφάσεις του συμβουλίου που λαμβά­νονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

γ. Ενεργεί πληρωμές με την πάγια προκαταβολή, που συνιστάται κατά την παρ. 4 του άρθρου 173.

 

 

Αρθρο 130

 

Σύγκληση του τοπικού συμβουλίου

 

1.  Το τοπικό συμβούλιο συνεδριάζει ύστερα από πρό­σκληση του προέδρου του τουλάχιστον μία (1) φορά το μήνα, καθώς και όταν το απαιτούν οι υποθέσεις του τοπι­κού διαμερίσματος.

 

2.  Ο πρόεδρος καλεί το τοπικό συμβούλιο σε συνεδρί­αση με γραπτή πρόσκληση στην οποία αναφέρονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Η πρόσκληση δημοσιεύ­εται στο γραφείο του τοπικού συμβουλίου, και επιδίδεται στον δήμαρχο και στους τοπικούς συμβούλους τρεις (3) τουλάχιστον ολόκληρες ημέρες πριν από την ημέρα που ορίζεται για τη συνεδρίαση.

Τοπικός σύμβουλος, που δεν κατοικεί στη διοικητική περιφέρεια του Δήμου, οφείλει αμέσως μετά την εγκα­τάσταση των δημοτικών αρχών να δηλώσει στον πρό­εδρο του τοπικού συμβουλίου τη διεύθυνση κατοικίας του και να ορίσει με την ίδια δήλωση στην έδρα του Δή­μου αντίκλητο, στον οποίο θα επιδίδονται οι προσκλή­σεις για τις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου. Αν δεν ορίζεται αντίκλητος, αρκεί η δημοσίευση της πρό­σκλησης στο δημοτικό κατάστημα.

 

3.  Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, η πρόσκληση αυτή μπορεί να επιδοθεί την ημέρα της συνεδρίασης. Στην πρόσκληση πρέπει να αναφέρεται για ποιο λόγο η συνε­δρίαση είναι κατεπείγουσα. Πριν από τη συζήτηση το συμβούλιο αποφαίνεται για το κατεπείγον των θεμάτων.

 

4.  Ο πρόεδρος καλεί υποχρεωτικά το συμβούλιο, όπο­τε το ζητήσει, με γραπτή αίτηση, το ένα τρίτο (1/3) του­λάχιστον των κατοίκων του τοπικού διαμερίσματος, όπως ο πληθυσμός αυτού προκύπτει από την τελευταία απογραφή. Στην αίτηση αναφέρονται τα θέματα που θα συζητηθούν. Εάν ο πρόεδρος δεν συγκαλέσει το τοπικό συμβούλιο το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την παραλαβή της αίτησης, το συμβούλιο συνέρχεται με πρόσκληση του αμέσως επόμενου πλειοψηφήσαντος το­πικού συμβούλου.

 

5.  Αν ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου παραλείπει αδικαιολόγητα επί δύο (2) συνεχείς φορές να συγκαλέ­σει το τοπικό συμβούλιο, μπορεί να τεθεί σε αργία και σε περίπτωση υποτροπής να τιμωρηθεί με την ποινή της έκ­πτωσης από το αξίωμα.

 

 

Αρθρο 131

Τόπος συνεδρίασης, απαρτία και λήψη αποφάσεων του τοπικού συμβουλίου

 

1.  Οι συνεδριάσεις του τοπικού συμβουλίου είναι δη­μόσιες και γίνονται στο γραφείο του τοπικού διαμερί­σματος με την προεδρία του προέδρου του τοπικού συμ­βουλίου.

 

2.  Το συμβούλιο έχει απαρτία όταν είναι παρόντα τα ημίσεα πλέον ενός των μελών του.

 

3.  Το συμβούλιο παίρνει τις αποφάσεις του με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, αν δεν υπάρχει άλ­λη διάταξη που ορίζει διαφορετικά.

 

4. Αν κάποιο μέλος του συμβουλίου αρνηθεί την ψήφο ή δώσει λευκή ψήφο, λογίζεται ως παρόν κατά τη συνε­δρίαση και η ψήφος του λογίζεται ως αρνητική.

 

5. Τα μέλη του συμβουλίου που ήταν παρόντα κατά την έναρξη της συνεδρίασης, τα οποία με την παρουσία τους συντέλεσαν στη συγκρότηση απαρτίας λογίζονται και αν ακόμα αποχωρήσουν ως παρόντα μέχρι το τέλος της συ­νεδρίασης. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται όχι μόνο για τη συζήτηση κάθε συγκεκριμένου θέματος αλλά και για ολόκληρη τη συνεδρίαση. Στην περίπτωση αυτή, για τη λήψη απόφασης επί κάθε συγκεκριμένου θέματος η απαι­τούμενη πλειοψηφία δεν υπολογίζεται επί των πραγματι­κά παρόντων μελών κατά την ψηφοφορία, αλλά βάσει του αριθμού των μελών που απαιτούνται για την απαρτία.

 

6.  Η διάταξη του άρθρου 99 εφαρμόζεται αναλόγως.

 

 

Αρθρο 132

 

Πρακτικά συνεδρίασης

 

1.  Στη συνεδρίαση του τοπικού συμβουλίου τηρούνται πρακτικά με ευθύνη υπαλλήλου του Δήμου, ο οποίος ορί­ζεται από τον δήμαρχο. Τα πρακτικά αυτά γράφονται σε ειδικό βιβλίο αριθμημένο και μονογραφημένο από δημό­σιο υπάλληλο που ορίζει ο Γενικός Γραμματέας της Περι­φέρειας. Ο υπάλληλος αυτός κρατεί παράλληλα και πρό­χειρα συνοπτικά πρακτικά που μονογράφονται από όσους συμμετέχουν στη συνεδρίαση.

 

2.  Στα πρακτικά καταχωρίζονται οι αποφάσεις του το­πικού συμβουλίου και η γνώμη της μειοψηφίας. Τα πρα­κτικά υπογράφονται από όλα τα μέλη που μετέχουν στη συνεδρίαση. Όταν ένας σύμβουλος αρνείται να υπογρά­ψει, η άρνηση και η αιτία της αναφέρονται στα πρακτικά.

 

3.  Τα πρακτικά κάθε συνεδρίασης παίρνουν ιδιαίτερο αύξοντα αριθμό. Κάθε χρόνο αρχίζει νέα αρίθμηση. Πρα­κτικό συντάσσεται και όταν η συνεδρίαση ματαιώνεται για οποιονδήποτε λόγο. Κάθε απόφαση του τοπικού συμβουλίου παίρνει ιδιαίτερο αριθμό και στην αρχή κάθε χρόνου γίνεται νέα αρίθμηση και των αποφάσεων αυ­τών.

 

4.  Οποιοσδήποτε δημοτικός ή τοπικός σύμβουλος ζη­τήσει, μπορεί να λάβει αντίγραφα των πρακτικών ή να λάβει πλήρη γνώση αυτών στην περίπτωση που είναι δυ­σχερής η έκδοση αντιγράφων.

 

5.  Τρεις (3) ημέρες μετά τη συνεδρίαση του τοπικού συμβουλίου δημοσιεύεται πίνακας στον οποίο σημειώνο­νται τα θέματα που συζητήθηκαν, ο αριθμός των αποφά­σεων και περίληψη του περιεχομένου τους. Ο πίνακας αυτός αναρτάται στο γραφείο του τοπικού διαμερίσμα­τος και στο δημοτικό κατάστημα. Για τις δημοσιεύσεις συντάσσεται αποδεικτικό από υπάλληλο του Δήμου.

 

6.  Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει κυρωμένα αντίγραφα συγκεκριμένων πρακτικών και απο­φάσεων ή να λάβει πλήρη γνώση αυτών στην περίπτωση που είναι δυσχερής η έκδοση αντιγράφων.

 

7. Με φροντίδα του προέδρου του τοπικού συμβουλίου δύναται να καταχωρούνται στην ιστοσελίδα του Δήμου όλες οι αποφάσεις του τοπικού συμβουλίου. Η μη δημο­σίευση των αποφάσεων στην ιστοσελίδα του Δήμου δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της απόφασης.

 

 

Αρθρο 133

 

Έξοδα κίνησης

 

1. Το αξίωμα του προέδρου και των μελών του τοπικού συμβουλίου είναι τιμητικό και άμισθο.

 

2.  Δύνανται να λαμβάνουν αποζημίωση για τη συμμε­τοχή τους σε συνεδριάσεις του συμβουλίου. Το ύψος της αποζημίωσης, καθώς και η βάση υπολογισμού της μέχρι τρεις (3) συνεδριάσεις κατά μήνα καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη­σης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών. Ο πρόεδρος λαμβάνει και έξοδα κίνησης, τα οποία καθο­ρίζονται με την ίδια απόφαση.

 

 

Αρθρο 134

 

Αρμοδιότητες Παρέδρων

 

1.  Οι πάρεδροι καλούνται υποχρεωτικά στις συνεδριά­σεις του κοινοτικού συμβουλίου και έχουν δικαίωμα να εκφράσουν γνώμη σε όλα τα θέματα που συζητούνται σε αυτό.

 

2. Ο πάρεδρος:

α. Υπογράφει με ανάθεση του προέδρου Κοινότητας τα οριζόμενα από αυτόν έγγραφα, βεβαιώσεις ή πιστο­ποιητικά.

β. Ενημερώνει τον πρόεδρο της Κοινότητας και τα άλ­λα αρμόδια όργανα της κοινότητας για τα προβλήματα του κοινοτικού διαμερίσματος και συνεργάζεται με αυτά και τις αρμόδιες υπηρεσίες για την επίλυση τους.

γ. Ασκεί όσες αρμοδιότητες του μεταβιβάζει ο πρόε­δρος της Κοινότητας με απόφαση του. Σε περίπτωση κω­λύματος ή απουσίας του οι μεταβιβασθείσες αρμοδιότη­τες ασκούνται από τον πρόεδρο της Κοινότητας.

δ. Εισηγείται στα αρμόδια όργανα σχετικά με τους ακόλουθους τομείς:

ι. Συντήρηση και λειτουργία των εσωτερικών δικτύων ύδρευσης των αντλιοστασίων και υδρομαστεύσεων.

ιι. Συντήρηση και λειτουργία του δικτύου άρδευσης.

iii. Συντήρηση συστήματος αποχέτευσης.

iv. Συντήρηση και λειτουργία παιδικών χαρών και άλ­λων παιδιών.

ν. Συντήρηση και λειτουργία νεκροταφείων.

νι. Συντήρηση κοινοτικών οδών και γεφυρών, πλατειών και άλλων κοινόχρηστων χώρων και αγροτικών οδών.

νιι. Εφαρμογή πολιτιστικών, ψυχαγωγικών και αθλητι­κών προγραμμάτων και συντήρηση και λειτουργία των αντίστοιχων εγκαταστάσεων.

viii. Παροχή υπηρεσιών και προστασία στους ηλικιωμέ­νους κατοίκους της περιοχής του, στο πλαίσιο της κοι­νωνικής πολιτικής της Κοινότητας.

ιχ. Παροχή υπηρεσιών για την τουριστική αξιοποίηση και προβολή του κοινοτικού διαμερίσματος.

 

3. Ο πάρεδρος έχει τα ακόλουθα ειδικά καθήκοντα:

α. Συμμετέχει στη διοίκηση κληροδοτήματος στην οποία προβλέπεται σύμφωνα με την πράξη σύστασης του η συμμετοχή του προέδρου ή συμβούλων της καταρ­γούμενης Κοινότητας. Στην περίπτωση που το κληροδό­τημα αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, τις πράξεις διαχείρισης εκδίδει το κοινοτικό συμβούλιο μετά από γνώμη του παρέδρου.

Η αποδοχή κληροδοτήματος, κληρονομιάς ή δωρεάς, η οποία διατίθεται ρητά και αποκλειστικά για την Κοινό­τητα που καταργήθηκε ή τον οικισμό που προσαρτήθηκε, γίνεται από το κοινοτικό συμβούλιο μετά από σύμφωνη γνώμη του παρέδρου.

β. Ψηφίζει στο κοινοτικό συμβούλιο για θέματα που αναφέρονται στην εκμετάλλευση δασών και γενικά των δασικών εκτάσεων που ανήκαν στην ιδιοκτησία της κα­ταργηθείσας Κοινότητας ή οικισμού που προσαρτήθηκε.

γ. Συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο της λειτουρ­γούσας πριν από την κατάργηση της οικείας Κοινότητας κοινοτικής επιχείρησης, που εκμεταλλεύεται ιαματικές πηγές. Η επιβολή τέλους για τη χρήση των ιαματικών πη­γών γίνεται από το κοινοτικό συμβούλιο με συμμετοχή του παρέδρου, ο οποίος έχει δικαίωμα ψήφου.

 

4.  Δικαίωμα ψήφου στις συνεδριάσεις του κοινοτικού συμβουλίου έχουν οι πάρεδροι για όλα τα θέματα που συζητούνται και που αφορούν το κοινοτικό διαμέρισμα στο οποίο έχουν εκλεγεί.

 

5.  Ο πάρεδρος δύναται να ενεργεί πληρωμές εφόσον έχει προβλεφθεί σχετική πάγια προκαταβολή.

 

6. Το αξίωμα του παρέδρου είναι τιμητικό και άμισθο.

 

7.  Ο πάρεδρος λαμβάνει έξοδα κίνησης και αποζημίω­ση για τη συμμετοχή του σε συνεδριάσεις του κοινοτι­κού συμβουλίου. Το ύψος των εξόδων κίνησης και της αποζημίωσης, καθώς και η βάση υπολογισμού αυτής κα­θορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δη­μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.

 

8. Οι πάρεδροι έχουν υποχρέωση να μετέχουν σε όλες τις συνεδριάσεις του κοινοτικού συμβουλίου και όλων των επιτροπών, στις οποίες τους έχει τυχόν ορίσει το συμβούλιο. Επίσης, έχουν υποχρέωση, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, να εκτελούν με επιμέλεια κάθε εργα­σία που τους ανατίθεται από το κοινοτικό συμβούλιο.

 

9. Αν ένας πάρεδρος επιθυμεί να μην εκτελεί τα καθή­κοντα του για διάστημα που υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη του κοινοτι­κού συμβουλίου.

 

10.  Αν ένας πάρεδρος δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του για διάστημα που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, χω­ρίς τη σύμφωνη γνώμη του κοινοτικού συμβουλίου, κη­ρύσσεται έκπτωτος με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Στην περίπτωση αυτή καλείται αναπλη­ρωματικός του ίδιου συνδυασμού.

 

11.  Στα πρακτικά συνεδριάσεων των κοινοτικών συμ­βουλίων γίνεται ειδική μνεία περί της προσκλήσεως των παρέδρων και της παρουσίας ή της απουσίας τους.

 

12.  Στις αποφάσεις των κοινοτικών συμβουλίων γίνε­ται μνεία περί του αριθμού των παρέδρων που είναι πα­ρόντες και ψηφίζουν όταν πρόκειται για θέματα για τα οποία έχουν δικαίωμα ψήφου.

 

13. Αν δεν κληθούν οι πάρεδροι στις συνεδριάσεις των συμβουλίων για τα θέματα στα οποία έχουν δικαίωμα ψήφου, οι αντίστοιχες αποφάσεις είναι άκυρες.

 

 

Αρθρο 135

Καταστατική θέση αιρετών

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ

ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΩΝ

 

Τα αιρετά όργανα της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδι­οίκησης:

α) Διαθέτουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ως εκπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών, που εκλέγονται με άμεση ψηφοφορία, απεριόριστο το δικαίωμα της κατά συνείδηση γνώμης και ψήφου.

β) Εχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να εκτελούν την αποστολή τους, έχοντας στη διάθεση τους τον ανά­λογο χρόνο, τις υπηρεσίες και τα μέσα υποστήριξης, κα­θώς και τους ανάλογους οικονομικούς πόρους, ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη εκπλήρωση της λαϊκής εντολής.

γ) Μεριμνούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, για την τήρηση των αρχών της νομιμότητας, της διαφά­νειας, της αποδοτικότητας και της χρηστής διοίκησης στους οργανισμούς όπου υπηρετούν, ενώ απέχουν υπο­χρεωτικά από τη συζήτηση και τη λήψη αποφάσεων, που σχετίζονται άμεσα με τα ιδιωτικά τους συμφέροντα ή με τα συμφέροντα συγγενών τους, κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του παρόντος.

δ) Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομι­κών, ύστερα από γνώμη της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων, μπορεί να καθορίζεται οικονομική απο­ζημίωση των δημάρχων και προέδρων Κοινοτήτων. Κριτή­ρια για τον καθορισμό του ύψους της οικονομικής αποζη­μίωσης αποτελούν ιδίως τα τακτικά έσοδα των αντίστοι­χων Δήμων και Κοινοτήτων, καθώς και ο πληθυσμός τους.

 

 

Αρθρο 136

 

Έξοδα παράστασης

 

1. Οι δήμαρχοι και οι πρόεδροι Κοινοτήτων, μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της περίπτωσης δ’ του προηγούμενου άρθρου, καθώς και οι αντιδήμαρχοι, οι πρόεδροι δημοτικών συμβουλίων και οι αντιπρόεδροι Κοινοτήτων δικαιούνται εξόδων παράστασης, τα οποία καταβάλλονται από το Δήμο ή την Κοινότητα.

 

2.α. Τα έξοδα παράστασης καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, ανάλο­γα με τα τακτικά έσοδα, που πραγματοποιούν οι αντί­στοιχοι Δήμοι και Κοινότητες. Η απόφαση του Υπουρ­γού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκδίδεται τρεις (3) μήνες πριν από την έναρξη κάθε οικονομικού έτους, ύστερα από γνώμη του διοικητι­κού συμβουλίου της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοι­νοτήτων της Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.). Εάν η γνώμη της δεν παρασχεθεί εντός ενός (1) μηνός, αφότου ζητήθηκε, η ανωτέρω απόφαση εκδίδεται και χωρίς αυτή. Αν δεν εκ­δοθεί απόφαση μέσα στην προθεσμία αυτή, ισχύει η από­φαση του προηγούμενου έτους.

β. Για τους Δήμους, που η έδρα τους είναι έδρα Νο­μαρχιακής Αυτοδιοίκησης ή Νομαρχιακού Διαμερίσμα­τος και για τους Δήμους με πληθυσμό μεγαλύτερο από δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους, μπορεί ο δήμαρχος να λαμβάνει έξοδα παράστασης αυξημένα έως είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον διαπιστώνεται η κανονική βεβαίω­ση των εσόδων.

 

3. Αντιδήμαρχοι Δήμων με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιά­δες (10.000) κατοίκους λαμβάνουν το σαράντα τοις εκα­τό (40%) των συνολικών εξόδων παράστασης του οικεί­ου δημάρχου και με πληθυσμό άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) το πενήντα τοις εκατό (50%). Αντιπρόεδροι Κοι­νοτήτων με πληθυσμό άνω των δύο χιλιάδων (2.000) κα­τοίκων λαμβάνουν το σαράντα τοις εκατό (40%) των εξόδων παράστασης του οικείου προέδρου.

 

4.  Πρόεδροι συμβουλίων Δήμων με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους λαμβάνουν το τριάντα τοις εκατό (30%) των συνολικών εξόδων παράστασης του οικείου δημάρχου, με πληθυσμό άνω των δέκα χιλιά­δων (10.000) και μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) το σαρά­ντα τοις εκατό (40%) και με πληθυσμό άνω των εκατό χι­λιάδων (10.000) κατοίκων το πενήντα τοις εκατό (50%).

 

5. Αν οι δήμαρχοι, πρόεδροι Κοινοτήτων, αντιδήμαρχοι και πρόεδροι δημοτικών συμβουλίων έχουν τεθεί σε αρ­γία, τα έξοδα παράστασης τους λαμβάνουν οι αναπλη­ρωτές τους. Αν ο αναπληρωτής είναι αντιδήμαρχος ή αντιπρόεδρος Κοινότητας λαμβάνει έξοδα παράστασης από ένα μόνο αξίωμα.

 

6.  Δήμαρχοι και πρόεδροι Κοινοτήτων, που απουσιά­ζουν σύμφωνα με τα άρθρα 91 παρ. 2 και 106 παρ. 7, λαμβάνουν το ήμισυ των εξόδων παράστασης. Το υπό­λοιπο ήμισυ καταβάλλεται στον αντίστοιχο αναπληρωτή. Αν απουσιάζει αντιδήμαρχος ή αντιπρόεδρος Κοινότη­τας, για το ίδιο χρονικό διάστημα, λαμβάνει το ήμισυ των εξόδων παράστασης που δικαιούται.

 

7.  Οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, οι πρόεδροι και αντι­πρόεδροι Κοινοτήτων, καθώς και οι πρόεδροι δημοτικών συμβουλίων και οι σύμβουλοι που έχουν περισσότερα από ένα αξιώματα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, υποχρεού­νται να εισπράττουν όλα τα έξοδα παράστασης μόνο από ένα αξίωμα και το ήμισυ (1/2) των εξόδων παράστα­σης από ένα ακόμη αξίωμα. Οι ανωτέρω επιλέγουν τα έξοδα παράστασης που λαμβάνουν από κάθε αξίωμα με ταυτόσημη υπεύθυνη δήλωση που υποβάλλεται και στους δύο φορείς.

 

8.α. Τα αιρετά όργανα Δήμων και Κοινοτήτων, στα οποία χορηγείται ειδική άδεια, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 139, για όλο το διάστημα της θητείας τους, υποχρεούνται να επιλέξουν είτε τις αποδοχές της οργα­νικής τους θέσης είτε τα έξοδα παράστασης που δικαι­ούνται.

β. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομι­κών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθο­ρίζεται, σε περίπτωση επιλογής των εξόδων παράστα­σης, η διαδικασία καταβολής των εισφορών, επί των αποδοχών της οργανικής θέσης, στους οικείους ασφαλι­στικούς οργανισμούς, καθώς και ο φορέας που υπέχει την αντίστοιχη υποχρέωση.

 

 

Αρθρο 137

Εκτέλεση ειδικών καθηκόντων των Δημάρχων και Προέδρων Κοινοτήτων

 

 

1.  Οι δήμαρχοι και οι πρόεδροι Κοινοτήτων οφείλουν να ασκούν τα καθήκοντα οργάνου του κράτους ή άλλου δημόσιου φορέα, που επιβάλλονται ρητά με ειδικό νόμο. Αν αρνείται ή αμελεί, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέ­ρειας μπορεί να αναθέσει την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών σε δημόσιο υπάλληλο.

 

2.  Οι δαπάνες του Δήμου ή της Κοινότητας που δη­μιουργούνται από την εκτέλεση των καθηκόντων της προηγούμενης παραγράφου επιβαρύνουν το κράτος ή τον οικείο δημόσιο φορέα.

 

 

Αρθρο 138

Συμμετοχή εκπροσώπων των Δήμων και Κοινοτήτων στα συλλογικά όργανα

 

1. Οι εκπρόσωποι των Δήμων και Κοινοτήτων στα συλ­λογικά όργανα που προβλέπονται είτε στις διατάξεις του παρόντος είτε στη σχετική νομοθεσία, ορίζονται εντός μηνός το αργότερο, αφότου εγκατασταθούν οι νέες δη­μοτικές και κοινοτικές αρχές ή εκλεγούν τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των τοπικών ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων και του διοικητικού συμβουλίου της Κε­ντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας.

 

2.  Η θητεία των εκπροσώπων αυτών ακολουθεί τη δη­μοτική ή κοινοτική περίοδο και λήγει, σε κάθε περί­πτωση, μόλις ορισθούν οι νέοι εκπρόσωποι. Αν η θέση των εκπροσώπων αυτών μείνει κενή κατά τη διάρκεια της θητείας τους, για οποιονδήποτε λόγο, και δεν είναι δυνατόν να οριστούν νέοι εκπρόσωποι, ή δεν οριστούν μέσα σε ένα μήνα αφότου τα όργανα που είναι αρμόδια να τους ορίσουν έλαβαν το σχετικό ερώτημα, τότε τα συλλογικά όργανα που προβλέπουν οι προαναφερόμε­νες διατάξεις λειτουργούν νόμιμα και χωρίς τη συμμετο­χή εκπροσώπων των Δήμων και Κοινοτήτων.

 

 

Αρθρο 139

Ειδική άδεια και ρυθμίσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων αιρετών οργάνων, που έχουν την υπαλληλική ιδιότητα

 

1. Στους δημάρχους όλων των Δήμων, στους προέ­δρους των Κοινοτήτων άνω των δύο χιλιάδων (2.000) κα­τοίκων, στους αντιδημάρχους και προέδρους δημοτικών συμβουλίων Δήμων που είναι πρωτεύουσες νομών ή έχουν πληθυσμό άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000) κα­τοίκων, στους προέδρους δημοτικών διαμερισμάτων, κα­θώς και στους Προέδρους Συνδέσμων Οργανισμών Τοπι­κής Αυτοδιοίκησης, τα μέλη των οποίων είναι άνω των διακοσίων χιλιάδων (200.000) κατοίκων, που είναι δημό­σιοι υπάλληλοι, περιλαμβανομένων και όσων υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας ή είναι υπάλληλοι φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός έχει οριοθετηθεί κατά την ανακήρυξη των υποψηφίων, χορηγείται από την υπηρε­σία της οργανικής τους θέσης ειδική άδεια για όλο το διάστημα που ασκούν τα καθήκοντα τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τους δημάρχους που είναι αναπληρωτές καθηγητές μέσης εκ­παίδευσης.

 

2.  Στους προέδρους Κοινοτήτων κάτω των δύο χιλιά­δων (2.000) κατοίκων, που είναι δημόσιοι υπάλληλοι, πε­ριλαμβανομένων και όσων υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας, ή είναι υπάλληλοι φορέων του δημόσιου το­μέα, όπως αυτός έχει οριοθετηθεί κατά την ανακήρυξη των υποψηφίων, χορηγείται από την υπηρεσία της οργα­νικής τους θέσης ειδική άδεια εξήντα (60) εργάσιμων ημερών κατ’ έτος, επιπλέον της κανονικής. Η ειδική άδεια του προηγούμενου εδαφίου χορηγείται και στα μέ­λη του Δ.Σ. της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε..

 

3.  Στους αντιδημάρχους και προέδρους δημοτικών συμβουλίων Δήμων που έχουν πληθυσμό κάτω των πε­νήντα χιλιάδων (50.000) κατοίκων και είναι δημόσιοι υπάλληλοι, περιλαμβανομένων και όσων υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας, ή είναι υπάλληλοι φορέων του δη­μόσιου τομέα, όπως αυτός έχει οριοθετηθεί κατά την ανακήρυξη των υποψηφίων, χορηγείται από την υπηρε­σία της οργανικής τους θέσης ειδική άδεια εξήντα ( 60) εργάσιμων ημερών κατ’ έτος, επιπλέον της κανονικής.

 

4. Στους Προέδρους και τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων, καθώς και στους Προέδρους των Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων, εφόσον έχουν τις ιδιότητες της παραγράφου 1 και με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι δεν είναι δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι ή πρόεδροι Κοινοτήτων, χορη­γείται ειδική άδεια μέχρι τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, κατ’ έτος, επιπλέον της κανονικής τους άδειας.

 

5.  Η ειδική άδεια των προηγούμενων παραγράφων χο­ρηγείται υποχρεωτικά από την υπηρεσία, ανεξαρτήτως υποβολής σχετικής αίτησης. Το χρονικό διάστημα χρή­σης της θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για όλα τα υπαλληλικά, εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώ­ματα που απορρέουν. Η ειδική άδεια των εξήντα (60) ή τριάντα (30) ημερών, αντιστοίχως, μπορεί να χορηγείται και τμηματικά σε εργάσιμες ημέρες και ώρες.

 

6.   Εάν στο πρόσωπο του δικαιούχου της ειδικής άδειας συντρέχουν περισσότερα από ένα αξιώματα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, η ειδική άδεια παρέχεται κατ’ επι­λογή του, για ένα μόνο εξ αυτών.

 

7.  Οι ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων ε­φαρμόζονται και για όσους είναι μέλη Δ.Ε.Π. Πανεπιστη­μίων και Ε.Π. T.E.I, περιλαμβανομένου και του ειδικού δι­δακτικού και επιστημονικού προσωπικού. Για τα μέλη αυ­τά η χορήγηση των ειδικών αδειών προϋποθέτει υποβο­λή σχετικής αίτησης.

 

8. Δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι των φορέων του Δημοσίου, όπως αυτός είναι οριοθετημένος κατά το χρό­νο ανακήρυξης των υποψηφίων, με οποιαδήποτε σχέση και αν υπηρετούν, εκλεγόμενοι δήμαρχοι, πρόεδροι Κοι­νοτήτων, δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι, καθώς και σύμβουλοι δημοτικών και τοπικών διαμερισμάτων, διαρ­κούσης της θητείας τους, δεν μετατίθενται ούτε απο­σπώνται εκτός των διοικητικών ορίων του Δήμου ή της Κοινότητας στην οποία έχουν εκλεγεί. Οι υπάλληλοι αυ­τοί, εφόσον υπηρετούν στα διοικητικά όρια άλλου Δήμου ή Κοινότητας, μετά από αίτηση τους, μετατίθενται ή απο­σπώνται εκεί όπου έχουν εκλεγεί. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει αντίστοιχη υπηρεσία ή θέση, μετατίθενται ή αποσπώνται στην πλησιέστερη υπηρεσία προς το Δήμο ή την Κοινότητα όπου εξελέγησαν. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, οι ρυθμίσεις των προηγούμενων εδαφίων μπορεί να επε­κτείνονται και σε κλάδους γιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

 

 

Αρθρο 140

 

Δαπάνες μετακίνησης – Αποζημιώσεις – Λοιπά έξοδα

 

1.  Οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, οι πρόεδροι Κοινοτή­των και οι δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι μπορούν να μετακινούνται εκτός της έδρας του Δήμου ή της Κοινό­τητας για εκτέλεση υπηρεσίας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Σε κατεπείγου­σες περιπτώσεις επιτρέπεται να μετακινηθεί εκτός έδρας ο δήμαρχος, ο αντιδήμαρχος ή ο πρόεδρος Κοινό­τητας, χωρίς προηγούμενη απόφαση του συμβουλίου. Στις περιπτώσεις αυτές το συμβούλιο αποφασίζει χωρίς καθυστέρηση αν η μετακίνηση ήταν επιβεβλημένη ή όχι.

 

2. Σε όσους μετακινούνται για εκτέλεση υπηρεσίας κα­ταβάλλονται, ύστερα από απόφαση του οικείου δημοτι­κού ή κοινοτικού συμβουλίου, οι δαπάνες μετακίνησης που προβλέπονται για τις μετακινήσεις των υπαλλήλων Δήμων και Κοινοτήτων.

 

3.  Τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, ανεξαρτήτως εάν έχουν και την ιδιότητα του αντιδημάρχου, τα οποία μετέχουν στις συνεδριάσεις του και τα μέλη της δημαρ­χιακής επιτροπής, εκτός από τον δήμαρχο, δικαιούνται αποζημίωση για κάθε συνεδρίαση και μέχρι τρεις (3)το πολύ συνεδριάσεις το μήνα.

Η αποζημίωση για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις αυ­τές είναι για τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου ίση με ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) και για τα μέλη της δημαρ­χιακής επιτροπής, εκτός από τον δήμαρχο, ένα τοις εκα­τό (1%) επί των μηνιαίων εξόδων παράστασης του δη­μάρχου, όπως αυτά διαμορφώνονται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 136.

 

4.  Η κηδεία δημάρχων και προέδρων Κοινοτήτων και όσων κατείχαν τα αντίστοιχα αξιώματα, καθώς και των εν ενεργεία δημοτικών και κοινοτικών συμβούλων μπο­ρεί να γίνεται με δαπάνη του οικείου Δήμου ή Κοινότη­τας. Το ανώτατο όριο της δαπάνης αυτής καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου στην αρχή κάθε έτους και εγγράφεται στον αντίστοιχο προϋπολογισμό.

 

 

 

Αρθρο 141

 

Αστική ευθύνη

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

1.  Οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, τα μέλη του δημοτι­κού συμβουλίου, τα μέλη της δημαρχιακής επιτροπής, οι πρόεδροι Κοινοτήτων, τα μέλη του κοινοτικού συμβουλί­ου, καθώς και οι σύμβουλοι δημοτικού διαμερίσματος, οι τοπικοί σύμβουλοι και οι πάρεδροι οφείλουν να αποζη­μιώσουν το Δήμο ή την Κοινότητα για κάθε θετική ζημία, που προξένησαν εις βάρος της περιουσίας τους από δό­λο ή βαριά αμέλεια. Οι ανωτέρω δεν υπέχουν ευθύνη αποζημίωσης έναντι τρίτων.

 

2.  Η ζημία καταλογίζεται στα πρόσωπα αυτά με αιτιο­λογημένη πράξη τριμελούς ελεγκτικής επιτροπής, που συγκροτείται στην έδρα κάθε νομού ή νομαρχίας με από­φαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας και απο­τελείται από:

α) Τον Πρόεδρο Πρωτοδικών της έδρας του νομού ή της νομαρχίας ή τον αναπληρωτή του που ορίζει ο ίδιος.

β) Τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ή όπου δεν υπηρετεί Επίτροπος, από έναν ανώτερο υπάλληλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζεται μαζί με τον ανα­πληρωτή του από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και

γ) Τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων του νομού αναπλη­ρούμενο σε περίπτωση κωλύματος από τον αντιπρόεδρο αυτής. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του κλάδου ΠΕ διοικητικού της Περιφέρειας που ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. Η επιτροπή εξετάζει τις υποθέσεις ύστερα από αίτηση του Δήμου ή της Κοινότητας ή με εντολή του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, που ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε δημότη, και αποφασίζει, αφού κά­νει έρευνα και καλέσει τα πρόσωπα που θεωρούνται υπεύθυνα για την πρόκληση της ζημίας, να δώσουν εξη­γήσεις, μέσα σε εύλογο διάστημα.

Κατά των πράξεων της επιτροπής επιτρέπεται προ­σφυγή στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, στην περι­φέρεια του οποίου βρίσκεται ο Δήμος ή η Κοινότητα. Κα­τά των αποφάσεων του δικαστηρίου επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση στο Διοικητικό Εφετείο. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση της αναστέλ­λουν την εκτέλεση της πράξεως της επιτροπής.

 

 

Αρθρο 142

Πειθαρχική ευθύνη

 

1.  Στους δημάρχους, αντιδημάρχους, προέδρους Κοι­νοτήτων και παρέδρους, στα μέλη των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων, καθώς και στα μέλη των δημοτι­κών και τοπικών διαμερισμάτων επιβάλλεται η πει­θαρχική ποινή της αργίας.

 

2.  Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας μπορεί να επιβάλει στα πρόσωπα αυτά την ποινή της αργίας έως έξι (6) μηνών, αν έχουν διαπράξει σοβαρή παράβαση των καθηκόντων τους ή υπέρβαση της αρμοδιότητας τους από δόλο ή βαριά αμέλεια.

 

3.  Η ανωτέρω πειθαρχική ποινή της αργίας επιβάλλε­ται μετά προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας του επό­μενου άρθρου.

 

4. Τα πειθαρχικά παραπτώματα των αιρετών της παρα­γράφου 1 υπόκεινται σε τριετή παραγραφή, η οποία αρ­χίζει από την επομένη της ημέρας που διαπράχθηκαν.

 

 

Αρθρο 143

 

Πειθαρχική διαδικασία

 

1.  Η πειθαρχική ποινή της αργίας επιβάλλεται με αιτιο­λογημένη απόφαση, αφού προηγηθεί απολογία του εγκαλουμένου ή περάσει η προθεσμία που έχει τάξει ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας με γραπτή κλήση στον εγκαλούμενο, χωρίς αυτός να έχει απολογηθεί. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες.

 

2.  Για την επιβολή της ποινής της αργίας και τη διάρ­κεια της, απαιτείται σύμφωνη γνώμη πειθαρχικού συμ­βουλίου, το οποίο συγκροτείται κατά την πρόβλεψη της παραγράφου 7 και συντίθεται από τον πρόεδρο του Πρω­τοδικείου ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο, δύο (2) πρωτοδίκες, έναν (1) υπάλληλο της Διεύθυνσης Αυτοδιοίκησης και Αποκέντρωσης της Περιφέρειας ή της Διεύθυνσης Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Διοίκησης στον οικείο νομό και έναν (1) αιρετό εκπρόσωπο της Τοπικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων, που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του από το Διοικητικό Συμβούλιό της.

 

3.  Ο εγκαλούμενος μπορεί να εμφανίζεται αυτοπρο­σώπως, καθώς και με πληρεξούσιο δικηγόρο ή να εκπρο­σωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο στο συμβούλιο και να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Το συμβούλιο συνε­δριάζει σε δημόσια συνεδρίαση για την οποία συντάσσο­νται πρακτικά, μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να εκτι­μά οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. Η απόφα­ση εκδίδεται, ύστερα από μυστική διάσκεψη, δύο (2) μή­νες το αργότερο, αφότου το συμβούλιο έλαβε το σχετι­κό παραπεμπτικό έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας.

 

4.  Εκείνος που τιμωρείται έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή στον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη­σης και Αποκέντρωσης, κατά της αποφάσεως που επι­βάλλει οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, μέσα σε δεκαπέ­ντε (15) ημέρες, αφότου η απόφαση του κοινοποιήθηκε. Ο Υπουργός μπορεί είτε να απορρίψει την προσφυγή εί­τε να τη δεχτεί και να εξαφανίσει ή να μειώσει την ποινή που έχει επιβληθεί.

 

5.  Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση της αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης που έχει επιβάλει την ποινή.

 

6.  α. Τα δικαστικά μέλη του συμβουλίου της παραγρά­φου 2 ορίζονται με απόφαση του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο, ύστερα από αίτημα του Γενικού Γραμμα­τέα της Περιφέρειας. Με την ίδια απόφαση ορίζονται και τα αναπληρωματικά μέλη, εφόσον ο αριθμός αυτών που υπηρετούν είναι επαρκής.

β. Ο υπάλληλος της Περιφέρειας, μαζί με τον αναπλη­ρωτή του, ορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περι­φέρειας.

 

7.  Το συμβούλιο της παραγράφου 2 συγκροτείται κά­θε δύο (2) χρόνια με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, και τα καθήκοντα του γραμματέα εκτε­λεί ένας (1) υπάλληλος της Περιφέρειας, τον οποίο ορί­ζει, μαζί με τον αναπληρωτή του, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας.

 

8. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί μέσα σε τριάντα (30) ημέ­ρες, αφότου η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δη­μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης του κοινοποιήθηκε, να προσφύγει κατά της αποφάσεως αυτής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο κρίνει την υπόθεση και κατ’ ουσία. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης που επιβάλλει την ποινή. Αν ασκηθεί η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η επιτροπή αναστολών του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του προσφεύγοντος, κρίνει για τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής σταθμίζο­ντας και τη συνδρομή του δημοσίου συμφέροντος. Σε περίπτωση κατάθεσης αίτησης αναστολής, η ποινή που έχει επιβληθεί δεν εκτελείται, μέχρι να εκδοθεί η απόφα­ση της επιτροπής αναστολών.

 

 

Αρθρο 144

Αποκλειστική άσκηση της πειθαρχικής δικαιοδοσίας από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας

 

Την πειθαρχική δικαιοδοσία ως προς τις δημοτικές και κοινοτικές αρχές ή τα μέλη τους, η οποία αφορά παραβάσεις των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, σύμ­φωνα με ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, ασκεί μόνον ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας, ύστερα από ανα­φορά της αρμόδιας υπηρεσίας. Οι διατάξεις του προηγού­μενου άρθρου εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.

 

 

Αρθρο 145

Ιδιάζουσα δωσιδικία – Εξαίρεση από τη συνοπτική διαδικασία

 

1.  Οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι Κοινοτήτων, καθώς και οι πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως, κάθε φο­ρά, ισχύει.

 

2.  Για πταίσματα ή πλημμελήματα των αιρετών οργά­νων των Δήμων και Κοινοτήτων που διαπράττονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και εξαιτίας αυτών, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 409-413 και 417-427 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

 

Αρθρο 146

 

Έκπτωση εξαιτίας καταδίκης

 

1. Οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, οι πρόεδροι Κοινοτή­των, οι δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι, καθώς και οι σύμβουλοι δημοτικών και τοπικών διαμερισμάτων και οι πάρεδροι εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμα τους:

α) Αν στερηθούν τη διαχείριση της περιουσίας τους με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

β) Αν στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα με αμε­τάκλητη δικαστική απόφαση.

γ) Αν καταδικαστούν με αμετάκλητη δικαστική απόφα­ση, ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι σε κακούργημα ή σε οποιαδήποτε ποινή για παραχάραξη, κιβδηλεία, πλαστο­γραφία, ψευδή βεβαίωση, δωροδοκία, εκβίαση, κλοπή, υπεξαίρεση, απιστία, απάτη, καταπίεση, αιμομιξία, μαστροπεία, σωματεμπορία, παράνομη διακίνηση αλλοδαπών, παράβαση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, τη λαθρεμπορία, καθώς και για παράβα­ση καθήκοντος, εφόσον από τη διάπραξη του αδικήμα­τος αυτού προξενείται οικονομική βλάβη στο Δήμο, στην Κοινότητα ή στα νομικά τους πρόσωπα.

Για την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Γε­νικού Γραμματέα της Περιφέρειας.

 

2. α. Όταν γίνεται παραπομπή για κακούργημα με αμε­τάκλητο βούλευμα ή με απευθείας κλήση, κατά της οποί­ας έχει εξαντληθεί το δικαίωμα προσφυγής, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας οφείλει να θέσει τον εγκα­λούμενο σε κατάσταση αργίας, η οποία διατηρείται σε περίπτωση έκδοσης καταδικαστικής απόφασης του ποι­νικού δικαστηρίου. Εάν εκδοθεί αθωωτική απόφαση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως και η διοικητική ποινή θεωρεί­ται ως μηδέποτε επιβληθείσα.

β.α. Εάν εκδοθεί καταδικαστική απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου, σε πρώτο βαθμό, για τα πλημμελήματα της προηγούμενης παραγράφου, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας οφείλει να θέσει τον καταδικασθέντα σε κατάσταση αργίας, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη αθωω­τική απόφαση, οπότε και αίρεται αυτοδικαίως η αργία, το δε διοικητικό μέτρο θεωρείται ως ουδέποτε επιβληθέν.

β.β. Ως καταδικαστική απόφαση, σε πρώτο βαθμό, για τους δημάρχους και τους προέδρους των Κοινοτήτων, θεωρείται αυτή που εκδίδεται από το Τριμελές Ποινικό Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 7 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

 

Αρθρο 147

 

Παύση

 

1.  Δήμαρχοι, πρόεδροι Κοινοτήτων, δημοτικοί και κοι­νοτικοί σύμβουλοι επιτρέπεται να παυθούν για σοβαρούς λόγους  δημοσίου   συμφέροντος,   με   απόφαση   του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέ­ντρωσης ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη έκθεση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, και σύμφωνη γνώ­μη συμβουλίου, πειθαρχικού χαρακτήρα, που συντίθεται από έναν (1) πρόεδρο Εφετών Αθηνών, ως πρόεδρο, δύο (2) εφέτες, που έχουν τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσία, τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουρ­γίας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργεί­ου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και τον πρόεδρο της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοι­νοτήτων Ελλάδας, ο οποίος αναπληρώνεται από έναν (1) από τους αντιπροέδρους, που υποδεικνύει το Διοικη­τικό Συμβούλιό της. Τα δικαστικά μέλη του συμβουλίου προτείνονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη του Προϊσταμένου του Εφετείου Αθηνών. Το ανωτέρω συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέ­ντρωσης.

 

2.  Για τον ίδιο λόγο και με την ίδια διαδικασία, μπορεί να διαλυθεί ένα δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Η διά­λυση αυτή συνεπιφέρει και τη διάλυση των συμβουλίων των δημοτικών και τοπικών διαμερισμάτων, καθώς και τη λήξη της θητείας των παρέδρων. Στην περίπτωση αυτή γίνεται νέα εκλογή σύμφωνα με το άρθρο 74 του παρό­ντος.

 

3.  Κατά της υπουργικής απόφασης, που διατάσσει την παύση, επιτρέπεται προσφυγή στο Υπουργικό Συμβούλιο, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης. Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί είτε να απορρίψει είτε να δεχθεί την προ­σφυγή και να εξαφανίσει την απόφαση, για την παύση ή να επιβάλει ποινή αργίας έως έξι (6) μηνών.

 

4.α. Τα καθήκοντα του γραμματέα του συμβουλίου που προβλέπει η παράγραφος 1 εκτελεί ένας (1) υπάλληλος της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης του Κλάδου ΠΕ Διοικητικού, βαθμού Α’, που ορίζεται μαζί με τον ανα­πληρωτή του από τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

β. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 3, 5, 7 και 8 του άρ­θρου 143 εφαρμόζονται ανάλογα και σε αυτή την περί­πτωση.

 

 

 

Αρθρο 148

Εποπτεία των οργάνων των Δήμων και Κοινοτήτων – Εκτελεστότητα πράξεων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

 

1. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί εποπτεία στους Δήμους και στις Κοινότητες που συνίσταται, αποκλειστικώς, σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους.

 

2. Οι αποφάσεις των δημοτικών και κοινοτικών συμ­βουλίων και των λοιπών συλλογικών οργάνων των Δή­μων, των Κοινοτήτων και των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου είναι εκτελεστές αφότου εκδοθούν.

 

Αρθρο 149

Έλεγχος νομιμότητας από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας

 

1.  Οι αποφάσεις των δημοτικών και κοινοτικών συμ­βουλίων, της δημαρχιακής επιτροπής και των οργάνων διοίκησης των ιδρυμάτων, των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των Συνδέσμων, οι οποίες αφορούν: α) ρυθμίσεις κανονιστικού πε­ριεχομένου, β) ανάθεση έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών, γ) αγορά και εκποίηση ακινήτων, δ) κήρυξη αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ε) επιβολή φόρων, τελών, δικαιωμάτων, στ) τη σύναψη κάθε μορφής συμβάσεων, περιλαμβανομένων και των προγραμματικών, ζ) τη σύναψη συμβάσεων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 222 και 223, η) τη σύναψη δανείων και θ) τη διενέργεια τοπι­κού δημοψηφίσματος, αποστέλλονται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, μαζί με αντίγραφο του αποδει­κτικού δημοσίευσης και με τα έγγραφα στοιχεία που εί­ναι αναγκαία για τη νόμιμη έκδοση τους, μέσα σε προθε­σμία δέκα (10) ημερών από τη συνεδρίαση.

Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τη νο­μιμότητα τους, εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την περιέλευσή τους και εκδίδει σχετι­κή πράξη. Σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι η απόφαση είναι παράνομη την ακυρώνει.

 

2.  Ο Γενικός Γραμματέας μπορεί, επίσης, αυτεπάγγελ­τα, να ακυρώσει οποιαδήποτε απόφαση των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των Δήμων, των Κοινοτήτων, των τοπικών διαμερισμάτων, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου και των Συνδέσμων, μέσα σε προθε­σμία ενός (1) μηνός αφότου η απόφαση έχει δημοσιευθεί ή εκδοθεί.

 

 

Αρθρο 150

 

Ασκηση και εξέταση προσφυγών

 

1 .α. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσφύγει στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και να προσβάλει τις αποφάσεις των συλλογικών ή μονομε­λών οργάνων των Δήμων, των Κοινοτήτων, των τοπικών διαμερισμάτων, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου και των Συνδέσμων, για λόγους νομιμότητας, μέ­σα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή από την κοινοποίηση της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής.

β. Η προσφυγή μπορεί να στρέφεται και κατά παραλεί­ψεως οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των ανωτέρω ορ­γάνων. Στην περίπτωση αυτή η προσφυγή ασκείται εντός δεκαημέρου μετά την παρέλευση άπρακτης της ει­δικής προθεσμίας που, τυχόν, τάσσει ο νόμος προς έκ­δοση της οικείας πράξεως. Σε διαφορετική περίπτωση μετά την παρέλευση τριμήνου από την υποβολή της σχε­τικής αίτησης του ενδιαφερόμενου.

 

2. Ο Γενικός Γραμματέας αποφαίνεται επί της προσφυ­γής, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την υποβολή της. Αν παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία χωρίς να εκδοθεί απόφαση θεωρείται ότι η προσφυ­γή έχει απορριφθεί.

 

 

Αρθρο 151

Προσφυγή κατά των αποφάσεων του Γενικού Γραμματέα

 

Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προ­σβάλει τις αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα που εκδί­δονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 149 και 150, ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του επόμενου άρ­θρου, εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έκδοση της απόφασης ή την κοινοποίηση της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής.

 

Αρθρο 152

 

Ειδική Επιτροπή

 

1.  Στην έδρα κάθε Περιφέρειας συνιστάται τουλάχι­στον μία (1) τριμελής Ειδική Επιτροπή που αποτελείται από:

α) Έναν (1) δικαστικό λειτουργό των διοικητικών ή πο­λιτικών Εφετείων, ως πρόεδρο, που ορίζεται με τον ανα­πληρωτή του, από τον πρόεδρο του οικείου Εφετείου. Σε περίπτωση που στην έδρα της Περιφέρειας δεν έχει ιδρυθεί διοικητικό ή πολιτικό Εφετείο, οι δικαστικοί λει­τουργοί προέρχονται από τα αντίστοιχα διοικητικά ή πο­λιτικά Πρωτοδικεία και υποδεικνύονται από τους προέ­δρους αυτών.

β) Ένα (1) μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κρά­τους, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του, από τον πρό­εδρο του.

γ) Έναν (1) αιρετό εκπρόσωπο της Τοπικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Ε.Δ.Κ.) του πολυπληθέστερου νομού, με αναπληρωτή, που προέρχεται από την Τ.Ε.Δ.Κ. του επόμενου σε πληθυσμό νομού, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση των οικείων διοικητικών συμβου­λίων.

Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Σε περίπτωση που στην ίδια Περιφέρεια συνιστώνται περισσότερες από μία Ειδικές Επιτροπές, με την ίδια απόφαση, καθορίζεται η τοπική αρμοδιότητα καθεμιάς και η έδρα της. Στην περίπτωση αυτή οι εκπρόσωποι των Τ.Ε.Δ.Κ. ορίζονται κατά σειρά από το μεγαλύτερο σε πληθυσμό νομό, πρώτα τα τακτι­κά και ύστερα τα αναπληρωματικά μέλη. Όταν κρίνεται απόφαση του Ο.Τ.Α., από τον οποίο προέρχεται ο αιρε­τός εκπρόσωπος της Τ.Ε.Δ.Κ., αντικαθίσταται υποχρεω­τικώς από τον αναπληρωτή του.

Καθήκοντα γραμματέα της Ειδικής Επιτροπής ασκεί υπάλληλος της Περιφέρειας, που ορίζεται με τον ανα­πληρωτή του με την απόφαση συγκρότησης της.

 

2.  Η Ειδική Επιτροπή ασκεί έλεγχο νομιμότητας, και εκδίδει απόφαση επί της προσφυγής μέσα σε αποκλει­στική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της. Συνεδριάζει, τουλάχιστον, δύο (2) φορές το μήνα.

 

3.  Η Ειδική Επιτροπή θεωρείται ότι έχει απαρτία με την παρουσία δύο (2) εκ των μελών της. Σε περίπτωση ισο­ψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

 

4.  Οι αποφάσεις της Ειδικής Επιτροπής προσβάλλο­νται μόνο στα αρμόδια δικαστήρια.

 

5.  Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δη­μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η αποζημίωση των μελών της Επιτροπής και του Γραμματέα αυτής, σύμφωνα με τις ισχύουσες, κάθε φορά, διατάξεις. Θέματα λειτουργίας της Ειδικής Επιτροπής ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

 

 

Αρθρο 153

 

Κοινοποίηση αποφάσεων της Ειδικής Επιτροπής

 

Οι αποφάσεις της ειδικής επιτροπής, οι οποίες εκδίδο­νται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρ­θρου, κοινοποιούνται στον Γενικό Γραμματέα της Περι­φέρειας και στο Δήμο ή στην Κοινότητα ή στο νομικό πρόσωπο αυτών, καθώς και σε αυτόν που έχει ασκήσει την προσφυγή.

Οι αποφάσεις αυτές δημοσιεύονται υποχρεωτικά με φροντίδα του Δήμου ή της Κοινότητας με ανάρτηση στο κατάστημα του οικείου οργανισμού. Για τις δημοσιεύσεις αυτές συντάσσεται αποδεικτικό ενώπιον δύο (2) μαρτύ­ρων.

 

 

Αρθρο 154

 

Υποχρέωση Συμμόρφωσης

 

Τα αιρετά όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων, οι διοι­κήσεις των νομικών προσώπων και των Συνδέσμων, έχουν υποχρέωση συμμόρφωσης, χωρίς καθυστέρηση, προς τις αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέ­ρειας καθώς και της ειδικής επιτροπής, που αναφέρονται στον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των συλλογικών και μονομελών οργάνων των Δήμων και Κοινοτήτων, κα­τά τα άρθρα 149 και 150. Σε αντίθετη περίπτωση δια­πράττουν σοβαρή παράβαση καθήκοντος, η οποία ελέγ­χεται πειθαρχικά, κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και 143 του παρόντος.

 

 

 

Αρθρο 155

Περιεχόμενο και τύπος προϋπολογισμού

 

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ Ο.Τ.Α .- ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ Ο.Τ.Α. – ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ – ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ – ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

 

1. Στον προϋπολογισμό γράφονται όλα τα έσοδα και οι δαπάνες των Δήμων και των Κοινοτήτων.

 

2. Ο τύπος του προϋπολογισμού των Δήμων και Κοινο­τήτων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.

 

 

Αρθρο 156

 

Οικονομικό έτος

 

Το οικονομικό έτος της διαχείρισης των Δήμων και των Κοινοτήτων αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

 

 

Αρθρο 157

Εσοδα

 

1. Τα έσοδα είναι τακτικά και έκτακτα. Τακτικά έσοδα είναι αυτά που προέρχονται:

α) Από θεσμοθετημένους υπέρ αυτών πόρους.

β) Από τα εισοδήματα της κινητής και ακίνητης περιου­σίας.

γ) Από ανταποδοτικά τέλη και δικαιώματα.

δ) Από φόρους, τέλη, δικαιώματα και εισφορές και

ε) Από τοπικά δυνητικά τέλη, δικαιώματα και εισφορές.

Έκτακτα έσοδα είναι αυτά που προέρχονται:

α) Από δάνεια, δωρεές, κληροδοτήματα και κληρονο­μιές.

β) Από διάθεση, εκποίηση και εν γένει εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων.

γ) Από συμμετοχή σε επιχειρηματική δραστηριότητα κατά τις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος.

δ) Από τα κάθε είδους πρόστιμα ή άλλες διοικητικές κυρώσεις και

ε) Από κάθε άλλη πηγή.

 

2.  Με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 155 προσ­διορίζονται αναλυτικά τα έσοδα που ανήκουν σε κάθε κατηγορία. Με την ίδια απόφαση μπορεί να διακρίνονται τα έσοδα που προορίζονται για επενδύσεις από τα λοιπά έσοδα του Δήμου ή της Κοινότητας.

 

 

Αρθρο 158

 

Δαπάνες

 

1. Οι δαπάνες είναι υποχρεωτικές και προαιρετικές.

Υποχρεωτικές δαπάνες είναι:

α) Τα έξοδα παράστασης, η αποζημίωση των συμβού­λων για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του δημο­τικού ή κοινοτικού συμβουλίου και της δημαρχιακής επι­τροπής, καθώς και τα έξοδα κίνησης των προέδρων των τοπικών συμβουλίων.

β) Οι κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού, περιλαμ­βανομένων και των κατ’ αποκοπή εξόδων κίνησης.

γ) Οι παροχές σε είδος για την προστασία των εργαζο­μένων.

δ) Η γραφική ύλη, τα έντυπα και τα βιβλία των υπηρε­σιών, η δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου και ύδρευσης, καθώς και τα τέλη ταχυ­δρομικών και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, καθώς και κάθε είδους καύσιμο και ελαιολιπαντικά.

ε) Τα μισθώματα των ακινήτων που χρησιμοποιούνται για τις δημοτικές ή κοινοτικές υπηρεσίες.

στ) Τα έξοδα βεβαίωσης και είσπραξης.

ζ) Τα τοκοχρεολύσια των δανείων.

η) Τα έξοδα υποχρεωτικής από το νόμο ασφάλισης οχημάτων.

θ) Οι ετήσιες εισφορές υπέρ των Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων.

ι) Οι δαπάνες υλοποίησης των συμβάσεων διαδημοτι­κής συνεργασίας και των προγραμματικών συμβάσεων.

ια) Οι επιχορηγήσεις των ιδρυμάτων και νομικών προ­σώπων που ιδρύει κάθε Δήμος ή Κοινότητα, ως προς το ποσό που αναγράφεται στην οικεία συστατική πράξη.

ιβ) Οι δαπάνες για την εκτέλεση των τελεσίδικων δικα­στικών αποφάσεων και για την εξόφληση των εκκαθαρι­σμένων, σύμφωνα με το διατακτικό τους, οφειλών.

ιγ) Οι εισφορές που επιβάλλονται με ειδικούς νόμους.

 

2. Οι εισφορές της προηγούμενης παραγράφου υπο­λογίζονται με βάση τα τακτικά έσοδα που πραγματο­ποιήθηκαν το προτελευταίο έτος που αφορά ο προϋπο­λογισμός.

 

3.  Πιστώσεις που είναι γραμμένες στους οικείους κω­δικούς αριθμούς του προϋπολογισμού του Δήμου ή της Κοινότητας μπορεί να διατεθούν, με απόφαση του δημο­τικού ή κοινοτικού συμβουλίου για την πληρωμή δαπα­νών, που αφορούν:

α) Εθνικές ή τοπικές γιορτές ή άλλες ιδίως πολιτιστι­κές, μορφωτικές, ψυχαγωγικές, αθλητικές εκδηλώσεις, συνέδρια και συναντήσεις που οργανώνει ο Δήμος ή η Κοινότητα, εφόσον σχετίζονται με την εδαφική του περι­φέρεια και συνδέονται με την προαγωγή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων ή των πολιτιστικών και πνευματικών ενδιαφερόντων των κατοίκων του.

β) Όμοιες εκδηλώσεις που οργανώνουν άλλοι φορείς και συμμετέχει ο Δήμος ή η Κοινότητα.

γ) Τιμητικές διακρίσεις, αναμνηστικά δώρα και φιλοξε­νία αντιπροσωπειών ή φυσικών προσώπων τα οποία συ­νέβαλαν με οποιονδήποτε τρόπο στην κοινωνική, οικο­νομική και πολιτιστική ανάπτυξη ή προβολή του Δήμου ή της Κοινότητας, καθώς και οι συνεπαγόμενες δαπάνες δημοσίων σχέσεων.

δ) Την τουριστική προβολή, με κάθε πρόσφορο μέσο, του Δήμου ή της Κοινότητας.

ε) Έκτακτες επιχορηγήσεις σε νομικά πρόσωπα δημο­σίου δικαίου του Δήμου ή της Κοινότητας.

 

4.  Πιστώσεις που έχουν εγγραφεί στους οικείους κω­δικούς αριθμούς του προϋπολογισμού του Δήμου ή της Κοινότητας μπορούν να διατίθενται με απόφαση του δη­μάρχου ή του προέδρου της Κοινότητας για την πληρω­μή δαπανών, οι οποίες αφορούν:

α) Επικοινωνίες κάθε μορφής.

β) Την άμεση αποκατάσταση απρόβλεπτων ζημιών σε δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης, άρδευσης, φωτισμού και σε δρόμους. Στις περιπτώσεις αυτές, εάν ο προϋπο­λογισμός του σχετικού έργου δεν υπερβαίνει το ποσό που καθορίζεται κάθε φορά, βάσει της περίπτωσης γ’ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23 Α’), όπως κάθε φορά ισχύει, μπορεί να γίνεται απευθείας ανάθεση με απόφαση του δημάρχου ή του προέδρου της Κοινότητας.

 

5.  Πιστώσεις που έχουν εγγραφεί στους οικείους κω­δικούς αριθμούς του προϋπολογισμού του Δήμου ή της Κοινότητας είτε αρχικά είτε ύστερα από αναμόρφωση, διατίθενται, χωρίς να απαιτείται απόφαση οποιουδήποτε οργάνου, για την πληρωμή δαπανών που αφορούν:

α) Αποδοχές κάθε είδους προσωπικού.

β) Έξοδα παράστασης.

γ) Μισθώματα ακινήτων που χρησιμοποιούνται για τις υπηρεσίες του Δήμου ή της Κοινότητας.

δ) Εισφορές για τη μισθοδοσία των ελεγκτών εσόδων – εξόδων και των εισπρακτόρων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

ε) Έξοδα κίνησης εισπρακτόρων, στ) Εισφορές που περιλαμβάνονται στην παρ. 1 περ. ιγ’·

 

6.  Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης πα­ραγράφου, δεν επιτρέπεται η έναρξη της διαδικασίας ανάθεσης μελετών και συναφών υπηρεσιών για την εκτέλεση έργου και των πάσης φύσεως υπηρεσιών, αν δεν υπάρχει στον προϋπολογισμό σχετική πίστωση, ίσης τουλάχιστον αξίας με το  τμήμα του έργου, της παροχής υπηρεσίας ή της προμήθειας που, βάσει της μελέτης, πρόκειται να εκτελεσθεί μέχρι το τέλος του έτους.

Στην απαγόρευση αυτή δεν περιλαμβάνεται η διαδικα­σία εκπόνησης μελέτης από τις αρμόδιες υπηρεσίες κα­τά το άρθρο 209 παρ. 3, καθώς και το άρθρο 1 του π.δ. 28/1980 (ΦΕΚ 11 Α’), χωρίς καταβολή αμοιβής.

 

7. Στις περιπτώσεις του στοιχείου β’ της παραγράφου 4 του παρόντος και στις περιπτώσεις απευθείας ανάθε­σης προμηθειών, παροχής υπηρεσιών, εκπόνησης μελε­τών και εκτέλεσης έργων όταν συντρέχει κατεπείγουσα ανάγκη, εάν δεν υπάρχει στον προϋπολογισμό πίστωση ή αυτή που υπάρχει είναι ανεπαρκής, η αναγκαία τροπο­ποίηση του προϋπολογισμού γίνεται στην πρώτη, μετά την ανάθεση, συνεδρίαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 159

 

Κατάρτιση, ψήφιση και δημοσίευση προϋπολογισμού

 

1.  Η δημαρχιακή επιτροπή ή ο πρόεδρος της Κοινότη­τας συντάσσει το σχέδιο του προϋπολογισμού των εσό­δων και εξόδων του Δήμου ή της Κοινότητας και το υπο­βάλλει, αιτιολογώντας κάθε εγγραφή, στο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, για συζήτηση και απόφαση, το αρ­γότερο έως το τέλος Οκτωβρίου κάθε έτους. Το συμβού­λιο έως το τέλος Νοεμβρίου του ίδιου έτους ψηφίζει τον προϋπολογισμό, σε ειδική για αυτόν το σκοπό συνεδρία­ση και τον υποβάλλει ισοσκελισμένο στον Γενικό Γραμ­ματέα της Περιφέρειας.

Το αργότερο σε είκοσι (20) ημέρες και όχι πέραν της τριακοστής πρώτης Δεκεμβρίου από την ψήφιση του προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων του Δήμου ή της Κοινότητας, το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο γνωμο­δοτεί και για τους προϋπολογισμούς των ιδρυμάτων και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου του Δήμου ή της Κοινότητας.

Η προθεσμία ψήφισης του προϋπολογισμού του έτους που ακολουθεί αυτό της διενέργειας δημοτικών και κοι­νοτικών εκλογών μπορεί να παρεκταθεί μέχρι την 28η Φεβρουαρίου του έτους το οποίο αφορά ο προϋπολογι­σμός.

Κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού τίθενται υπό­ψη του συμβουλίου χρηματοοικονομικοί και άλλοι δεί­κτες που παρέχονται από την οικονομική υπηρεσία, σύμ­φωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 165.

 

2.  Αν το σχέδιο του προϋπολογισμού δεν καταρτιστεί και δεν υποβληθεί, όπως προβλέπεται στην προηγούμε­νη παράγραφο, ή αν ο πρόεδρος του δημοτικού συμβου­λίου ή ο πρόεδρος της Κοινότητας δεν μεριμνήσουν για να συγκληθεί το συμβούλιο έως το τέλος Νοεμβρίου, το συμβούλιο συνέρχεται αυτοδίκαια την πρώτη Κυριακή μετά την ημερομηνία αυτή και προχωρεί στη σύνταξη και ψήφιση του προϋπολογισμού.

 

3. Σε περίπτωση που το δημοτικό ή κοινοτικό συμβού­λιο δεν συντάξει και ψηφίσει τον προϋπολογισμό κατά τα προαναφερόμενα, συνέρχεται αυτοδίκαια εκ νέου, τη δεύτερη Κυριακή του Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και προχωρεί στη σύνταξη και ψήφιση του προϋπολογισμού, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος του έτους.

 

4.  Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τα ανωτέρω, οι υπαίτιοι υπέχουν αστική και πειθαρχική ευθύνη, για σοβαρή παράβαση καθήκοντος, σύμφωνα με τα οριζόμε­να στις διατάξεις των άρθρων 141, 142 και 143.

 

5. Συνοπτική κατάσταση του προϋπολογισμού, όπως τελικώς ψηφίσθηκε από το συμβούλιο, δημοσιεύεται και σε μία (1) τουλάχιστον ημερήσια ή εβδομαδιαία τοπική εφημερίδα ή, εάν τέτοια δεν υπάρχει, σε εφημερίδα που εκδίδεται στα όρια του νομού που εδρεύει ο Δήμος ή η Κοινότητα.

Η παράλειψη δημοσίευσης αυτής δεν επηρεάζει το κύ­ρος της απόφασης του δημοτικού ή κοινοτικού συμβου­λίου, με την οποία ψηφίστηκε ο προϋπολογισμός.

 

 

Αρθρο 160

 

Διάρκεια της ισχύος του προϋπολογισμού

 

1.  Ώσπου να αρχίσει να ισχύει ο νέος προϋπολογι­σμός, και πάντως όχι αργότερα από το τέλος Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους, ισχύει ο προϋπολογι­σμός του έτους που έχει λήξει, μόνον ως προς την πλη­ρωμή:

α) Των υποχρεωτικών δαπανών που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 158.

β) Των δαπανών που γίνονται για ειδικούς σκοπούς, βάσει διάταξης νόμου, κατόπιν αποφάσεων χρηματοδό­τησης από την Κρατική Διοίκηση, καθώς και αυτών που γίνονται στο πλαίσιο της υλοποίησης εγκεκριμένων έρ­γων ή δράσεων, τα οποία συγχρηματοδοτούνται από πό­ρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

2.  Μετά την πάροδο του τριμήνου απαγορεύεται να γί­νει οποιαδήποτε δαπάνη με βάση τον προϋπολογισμό του περασμένου έτους, πλην αυτών που αφορούν τις αποδοχές προσωπικού και την καταβολή των αντίστοι­χων ασφαλιστικών εισφορών.

 

 

Αρθρο 161

Μεταφορά πιστώσεων για την εκτέλεση έργου Αποθεματικό

 

1.  Πίστωση, που έχει εγγραφεί στον προϋπολογισμό για την εκτέλεση ορισμένου έργου, επιτρέπεται, σε περί­πτωση που υπάρχει αδυναμία να εκτελεστεί αυτό το έρ­γο, να διατεθεί μόνον για την εκτέλεση άλλου έργου. Για τη διάθεση αυτή απαιτείται αναμόρφωση του προϋπολο­γισμού.

 

2.  Κατά το τελευταίο τρίμηνο του οικονομικού έτους επιτρέπεται να διατεθεί ποσοστό μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) από τις πιστώσεις, που έχουν εγγραφεί για έργα που δεν έχουν εκτελεστεί και δεν μπορούν πια να εκτελεστούν στο διάστημα που απομένει, για την πλη­ρωμή υποχρεωτικών δαπανών. Για τη διάθεση αυτή απαι­τείται αναμόρφωση του προϋπολογισμού.

 

3.  Το αποθεματικό κεφάλαιο του δημοτικού ή κοινοτι­κού προϋπολογισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου των τακτικών εσόδων που είναι γραμμένα στον προϋπολογισμό.

 

 

Αρθρο 162

 

Έλεγχος προϋπολογισμού

 

1. Ο προϋπολογισμός και η εισηγητική έκθεση της δη­μαρχιακής επιτροπής ή του προέδρου της Κοινότητας υποβάλλονται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας μαζί με τις αποφάσεις των συμβουλίων που αφορούν την επιβολή των φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών που είναι γραμμένες σε αυτόν.

 

2.  Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας, αν διαπιστώσει ότι δεν έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό οι υποχρεωτικές δαπάνες ή έσοδα που επιβάλλονται υπο­χρεωτικά από το νόμο ή ότι έχουν εγγραφεί έσοδα ή έξοδα, τα οποία δεν προβλέπονται από το νόμο καλεί το συμβούλιο να αναμορφώσει κατάλληλα τον προϋπολογι­σμό μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών.

 

3. Τα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου υπέχουν, ανεξάρτητα από τυχόν ποινική ευθύνη, πειθαρχική και αστική ευθύνη κατά τις διατάξεις των άρθρων 141, 142 και 143.

 

 

 

Αρθρο 163

 

Απολογισμός – Ισολογισμός Δήμων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

 

1.  Έως το τέλος Μαΐου, εκείνος που ενεργεί την τα­μειακή υπηρεσία του Δήμου υποβάλλει δια μέσου του δημάρχου στη δημαρχιακή επιτροπή λογαριασμό της διαχείρισης του οικονομικού έτους που έληξε. Τα στοι­χεία που περιλαμβάνει ο λογαριασμός της διαχείρισης ορίζονται με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 2 του άρ­θρου 175. Ο λογαριασμός υποβάλλεται ενιαίος, ανεξάρ­τητα από τις μεταβολές που έχουν τυχόν γίνει, ως προς τα πρόσωπα εκείνων που ενεργούν την ταμειακή υπηρε­σία.

 

2.  Μέσα σε δύο (2) μήνες αφότου παρέλαβε τα ανωτέ­ρω στοιχεία, η δημαρχιακή επιτροπή τα προελέγχει και, το αργότερο πέντε (5) ημέρες μετά τη λήξη του διμήνου, υποβάλλει τον απολογισμό και, προκειμένου για Δήμους που εφαρμόζουν το κλαδικό λογιστικό σχέδιο Δήμων και Κοινοτήτων, τον ισολογισμό και τα αποτελέσματα χρή­σεως, μαζί με έκθεση της στο δημοτικό συμβούλιο.

 

3.  Ο ισολογισμός και τα αποτελέσματα χρήσεως, πριν την υποβολή τους στο δημοτικό συμβούλιο, ελέγχονται από έναν ορκωτό ελεγκτή – λογιστή.

Οι Δήμοι που εφαρμόζουν το κλαδικό λογιστικό σχέ­διο υποχρεούνται, για τον έλεγχο των οικονομικών κα­ταστάσεων κάθε οικονομικού έτους, να ορίζουν τον ορ­κωτό ελεγκτή – λογιστή και τον αναπληρωτή του μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του έτους αυτού.

Ο ορκωτός ελεγκτής – λογιστής, για τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων (ισολογισμού, λογα­ριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως, πίνακα διαθέσεως αποτελεσμάτων και προσαρτήματος) του Δήμου, εφαρ­μόζει τις αρχές και τους κανόνες ελεγκτικής που ακο­λουθεί το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών – Λογιστών, οι οποί­ες συμφωνούν με τις βασικές αρχές των διεθνών ελε­γκτικών προτύπων. Στο χορηγούμενο πιστοποιητικό ελέγχου του, ο ορκωτός ελεγκτής – λογιστής αναφέρει εάν ο Δήμος εφάρμοσε ορθά το κλαδικό λογιστικό σχέ­διο Δήμων και Κοινοτήτων και εάν τηρήθηκαν οι διατά­ξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και των αντί­στοιχων κανονιστικών ρυθμίσεων οι οποίες αφορούν το οικονομικό, λογιστικό και διαχειριστικό σύστημα των Δή­μων. Περιλαμβάνει επίσης και όλες τις παρατηρήσεις που αφορούν σε σημαντικές ανεπάρκειες που έχουν ου­σιώδη επίδραση στην ακρίβεια ή ορθότητα κονδυλίων του ισολογισμού ή των αποτελεσμάτων χρήσεως.

Εκτός από το πιστοποιητικό ελέγχου, ο ορκωτός ελε­γκτής -λογιστής υποχρεούται να καταρτίζει και έκθεση ελέγχου, στην οποία θα περιλαμβάνει τα όσα προέκυ­ψαν από τον έλεγχο του, παραθέτοντας, επιπροσθέτως και τις αναγκαίες υποδείξεις του για κάθε θέμα. Η έκθε­ση ελέγχου υποβάλλεται από τον ορκωτό ελεγκτή – λο­γιστή στο δημοτικό συμβούλιο και στον Γενικό Γραμμα­τέα της οικείας Περιφέρειας.

 

4.  Το συμβούλιο μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών αφότου παρέλαβε τον απολογισμό ή και τον ισολογισμό και τα αποτελέσματα χρήσεως και την έκθεση της δη­μαρχιακής επιτροπής αποφασίζει με πράξη του για την έγκριση του απολογισμού ή και του ισολογισμού και δια­τυπώνει τις παρατηρήσεις του σχετικά με αυτόν, σε ειδι­κή για αυτόν το σκοπό συνεδρίαση, στην οποία παρίστα­ται και ο διευθυντής των οικονομικών υπηρεσιών του Δή­μου.

Στους Δήμους που εφαρμόζουν κλαδικό λογιστικό σχέδιο, στην ανωτέρω ειδική συνεδρίαση καλείται και παρίσταται και ο ορκωτός ελεγκτής – λογιστής ή ο ανα­πληρωτής του, ο οποίος συνέταξε το πιστοποιητικό ελέγχου. Η απουσία του ορκωτού ελεγκτή – λογιστή ή του αναπληρωτή του δεν επηρεάζει τη λήψη απόφασης του συμβουλίου, υπό τον όρο ότι αποδεικνύεται η εμπρό­θεσμη πρόσκληση του στην ειδική συνεδρίαση.

Ο δήμαρχος με έγγραφο του κοινοποιεί την απουσία του ορκωτού ελεγκτή – λογιστή από τη συνεδρίαση στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών, το συμβούλιο δε, έχει δικαίω­μα να αποκλείσει τον ορκωτό ελεγκτή – λογιστή που δεν προσήλθε, από επόμενο έλεγχο στο Δήμο.

 

5.  Ο απολογισμός ή και ο ισολογισμός με το πιστο­ποιητικό και την έκθεση ελέγχου του ορκωτού ελεγκτή -λογιστή, μαζί με όλα τα δικαιολογητικά που ορίζονται στο άρθρο 24 του ν. 3202/2003 (ΦΕΚ 284 Α’), όπως ισχύ­ει, υποβάλλονται για έλεγχο στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μέσα σε έναν (1) μήνα αφότου εκδόθηκε η πράξη του δη­μοτικού συμβουλίου που προβλέπει η προηγούμενη πα­ράγραφος και η υποβολή του ανακοινώνεται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

Σε περίπτωση μη υποβολής του απολογισμού ή και του ισολογισμού στο Ελεγκτικό Συνέδριο, επιβάλλονται σε βάρος των υπαιτίων οι κυρώσεις του άρθρου 26 του π.δ. 774/1980 και παράλληλα διενεργείται έκτακτος γενικευμένος έλεγχος στη διαχείριση του Δήμου, μετά από απόφαση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκδίδεται είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτηση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας.

 

6.  Συνοπτική κατάσταση του απολογισμού ή και ο ισολογισμός μετά των αποτελεσμάτων χρήσεως και του πιστοποιητικού ελέγχου του ορκωτού ελεγκτή – λογιστή δημοσιεύονται, μετά την έγκριση τους από το δημοτικό συμβούλιο, σε μία (1) τουλάχιστον ημερήσια ή εβδομαδιαία τοπική εφημερίδα ή, εάν τέτοια δεν υπάρχει, σε εφημερίδα η οποία εκδίδεται στα όρια του νομού που εδρεύει ο Δήμος.

Με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 2 του άρθρου 175, καθορίζονται τα προς δημοσίευση στοιχεία του απολογι­σμού.

 

7.  Οι Δήμοι, οι οποίοι δεν υποχρεούνται κατά το νόμο στην εφαρμογή του κλαδικού λογιστικού σχεδίου, συντάσσουν στη λήξη κάθε οικονομικού έτους οικονομική κατάσταση, στην οποία εμφανίζονται οι απαιτήσεις και υποχρεώσεις τους. Με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 2 του άρθρου 175, καθορίζονται τα στοιχεία της οικονομικής κατάστασης αυτής.

Σύνοψη της οικονομικής κατάστασης δημοσιεύεται μαζί με τον απολογισμό, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού.

Οι Δήμοι που εφαρμόζουν προαιρετικά το κλαδικό λογιστικό σχέδιο Δήμων και Κοινοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 315/1999 (ΦΕΚ 302 Α’) δεν υποχρεού­νται στη σύνταξη της οικονομικής κατάστασης της παρού­σας παραγράφου.

 

 

Αρθρο 164

 

Απολογισμός – ισολογισμός Κοινοτήτων

 

1.  Έως το τέλος Μαΐου, εκείνος που ενεργεί την τα­μειακή υπηρεσία της Κοινότητας, υποβάλλει στο κοινοτι­κό συμβούλιο τους λογαριασμούς της διαχείρισης του περασμένου οικονομικού έτους μαζί με τα σχετικά δικαιο­λογητικά. Το κοινοτικό συμβούλιο αποφασίζει για την έγκριση του απολογισμού και, προκειμένου για Κοινότη­τες που εφαρμόζουν το κλαδικό λογιστικό σχέδιο Δή­μων και Κοινοτήτων, του ισολογισμού και των αποτελε­σμάτων χρήσεως και διατυπώνει τις παρατηρήσεις του, με πράξη που εκδίδει μέσα σε ένα δίμηνο από την παρα­λαβή των λογαριασμών.

 

2. Οι διατάξεις του άρθρου 163 εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αναλόγως και για τις Κοινότητες.

 

 

Αρθρο 165

 

Υποβολή στοιχείων

 

1.  Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης υποβάλλουν στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης στοιχεία για το προσωπικό τους, τακτικό και έκτακτο και για την οικονομική τους κατάσταση και διαχείριση, καθώς και όμοια στοιχεία για τα νομικά πρό­σωπα δημοσίου δικαίου και τις κάθε είδους επιχειρήσεις τους, με σκοπό τη δημιουργία Βάσης Δεδομένων για το σύνολο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού.

Τα ανωτέρω στοιχεία υποβάλλονται, μέσω της οικείας Περιφέρειας και μετά από σχετικό έλεγχο τους από αυ­τή, στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και κοινοποιούνται στην οικεία Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων και στην Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας.

Η μη παροχή ή η καθυστέρηση παροχής των στοιχείων τιμωρείται με πρόστιμο που επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέ­ντρωσης, σε βάρος του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοί­κησης, το οποίο ανέρχεται από πέντε τοις εκατό (5%) έως δεκαπέντε τοις εκατό (15%) των Κ.Α.Π., του άρθρου 25 του ν. 1828/1989 ανάλογα με τη συχνότητα και τη βα­ρύτητα της παράβασης και το οποίο παρακρατείται κατά την κατανομή των Κ.Α.Π. του επόμενου έτους, στον οι­κείο Ο.Τ.Α..

Ο τύπος, το περιεχόμενο των στοιχείων, ο χρόνος και τρόπος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

 

2.  Με όμοια απόφαση καθορίζονται δείκτες αξιολόγη­σης της οικονομικής διαχείρισης των ανωτέρω φορέων, οι οποίοι συνοδεύουν τον προϋπολογισμό, καθώς και τον απολογισμό ή και τον ισολογισμό αυτών.

Στην ίδια απόφαση, ρυθμίζεται η διαδικασία και η εξει­δίκευση του περιεχομένου της αξιολόγησης, οι στόχοι, η συχνότητα, οι δείκτες και η διάρκεια της μέτρησης της αποδοτικότητας της δράσης των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέ­ρεια.

 

Αρθρο 166

 

Διεξαγωγή

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

 

1. Η ταμειακή λειτουργία των Δήμων με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων διεξάγεται υποχρε­ωτικά από ίδια ταμειακή υπηρεσία που συνιστάται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ.).

 

2.  Στους λοιπούς Δήμους, είναι δυνατή η σύσταση ίδιας ταμειακής υπηρεσίας με σχετική πρόβλεψη στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτών (Ο.Ε.Υ.).

 

3. Στις Κοινότητες της Χώρας, στους Συνδέσμους Δή­μων και Κοινοτήτων, καθώς και στα ιδρύματα και νομικά πρόσωπα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είναι δυνατή η σύσταση ίδιας ταμειακής υπηρεσίας με σχετική πρόβλεψη στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυ­τών (Ο.Ε.Υ.).

 

4.  Η ταμειακή υπηρεσία των Οργανισμών Τοπικής Αυ­τοδιοίκησης που δεν υποχρεούνται και δεν έχουν συστή­σει ίδια ταμειακή υπηρεσία διεξάγεται από το Ταμείο Πα­ρακαταθηκών και Δανείων, δια των δημοσίων οικονομι­κών υπηρεσιών, με υπαλλήλους που διατίθενται από τους οικείους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονο­μικών μπορούν να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα, σχετι­κά με την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

 

5.  Δήμοι και Κοινότητες εντός του ιδίου νομού είναι δυνατό να συστήσουν κοινή ταμειακή υπηρεσία, συνάπτοντας σχετική σύμβαση διαδημοτικής συνεργασίας.

 

6.  Η ταμειακή υπηρεσία των νομικών προσώπων δημο­σίου δικαίου των Δήμων και των Κοινοτήτων, τα οποία δεν έχουν δική τους ταμειακή υπηρεσία, διεξάγεται από αυτόν που την ασκεί στο Δήμο ή την Κοινότητα που τα έχει συστήσει.

Σε περίπτωση που η ταμειακή υπηρεσία διεξάγεται μέ­σω των Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών, αυτή διεξά­γεται από υπαλλήλους του οικείου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο οποίος έχει συστήσει το νομικό πρό­σωπο.

 

 

Αρθρο 167

 

Είσπραξη εσόδων

 

1.  Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρό­ντος, για την είσπραξη των εσόδων των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ει­σπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν.

Τα ταμειακά όργανα των Οργανισμών Τοπικής Αυτο­διοίκησης ασκούν αντιστοίχως όλες τις αρμοδιότητες που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές.

 

2. Οι διατάξεις του α.ν. 1819/1951 (ΦΕΚ 149 Α’) «Περί τρόπου διεξαγωγής των πάσης φύσεως συναλλαγών του Δημοσίου», όπως κάθε φορά ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα και για τα χρέη προς τους Οργανισμούς Τοπι­κής Αυτοδιοίκησης, που έχουν ίδια ταμειακή υπηρεσία.

Δήμοι που έχουν δική τους ταμειακή υπηρεσία και υπη­ρεσία ύδρευσης ή επιχείρηση ύδρευσης μπορούν να συνεισπράττουν με τους λογαριασμούς ύδρευσης, με σχετική ειδική μνεία και άλλα βεβαιωμένα χρέη από τέλη, δι­καιώματα και εισφορές ανταποδοτικού χαρακτήρα, ύστε­ρα από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβου­λίου.

 

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δη­μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα όρια των οφειλών προς τους Ο.Τ.Α., μέχρι τα οποία αμελείται η ταμειακή βεβαί­ωση τους και η λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.

 

 

Αρθρο 168

 

Οικονομικός και διαχειριστικός έλεγχος

 

Η Οικονομική Επιθεώρηση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να διενεργεί οικονομικούς και διαχειριστικούς ελέγχους στις διαχειρίσεις των Δήμων και Κοινοτήτων και των νομικών τους προσώπων δημοσί­ου δικαίου και μετά από αίτημα του Υπουργού Εσωτερι­κών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ή του Γενι­κού Γραμματέα Περιφέρειας.

 

 

Αρθρο 169

Ελεγχος των λογαριασμών των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού

 

1. Οι δαπάνες των Δήμων με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων υπάγονται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος διενεργεί­ται σύμφωνα με τη νομοθεσία που το διέπει και αναφέ­ρεται στην εξέταση:

α) Αν η σχετική πίστωση είναι εγγεγραμμένη στον προϋπολογισμό του Δήμου.

β) Αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία του λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων και

γ) Αν τα δικαιολογητικά της δαπάνης είναι πλήρη.

 

2. Από τον προληπτικό έλεγχο εξαιρούνται οι εξής κα­τηγορίες δαπανών:

α) Δαπάνες πληρωμής κάθε είδους αποδοχών καθώς και των κατ’ αποκοπή εξόδων κίνησης των τακτικών υπαλλήλων, περιλαμβανομένων των έμμισθων δικηγό­ρων, και των με σύμβαση αορίστου χρόνου, πλην των προσθέτων αμοιβών αυτών και της μισθοδοσίας του πρώτου μήνα εκείνων που διορίζονται ή μονιμοποιού­νται.

β) Δαπάνες απόδοσης των υπέρ τρίτων ενεργούμενων κρατήσεων (ασφαλιστικών εισφορών, φόρων κ.λπ.).

γ) Περιοδικές δαπάνες μισθωμάτων ακινήτων και εγκαταστάσεων, εκτός από εκείνες που καταβάλλονται για πρώτη φορά, μετά την κατάρτιση, παράταση, ανανέ­ωση ή τροποποίηση της σχετικής σύμβασης.

δ) Δαπάνες καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος, νε­ρού και σταθερής τηλεφωνίας.

ε) Υποχρεωτικές δαπάνες των περιπτώσεων στ’, ζ’, η’, ιβ’ της παρ. 1 του άρθρου 158, καθώς και δαπάνες απομαγνητοφώνησης των πρακτικών συνεδριάσεων των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων και των δημαρχια­κών επιτροπών.

στ) Δαπάνες κατ’ είδος μικρότερες των χιλίων ευρώ (1.000) ετησίως.

 

3. Αρμόδια όργανα για την άσκηση του ελέγχου αυτού είναι οι Υπηρεσίες Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εδρεύουν στις πρωτεύουσες των νομών, που ορίζο­νται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνε­δρίου.

 

4.  Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δικαιοσύνης, μετά από αίτη­ση του οικείου πρωτοβάθμιου Ο.Τ.Α., επιτρέπεται η άσκηση προληπτικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο, επί των δαπανών Δήμων ή Κοινοτήτων, κάτω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων, καθώς και νομικών προσώπων αυτών.

 

5.  Ο κατασταλτικός έλεγχος των δαπανών των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού είναι δειγματοληπτικός και διενεργείται από την Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία ορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας αυτού.

 

6.  Στην αρμόδια Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου υποβάλλονται, κατ’ έτος, αντίγραφα των απο­λογισμών ή και των ισολογισμών των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. συνοδευόμενα: α) από τις σχετικές εκθέσεις και πράξεις των αρμόδιων οργάνων τους και β) από κάθε σχετικό με τον έλεγχο στοιχείο που καθορίζεται με από­φαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 4 του Οργανι­σμού του (π.δ. 774/1980, ΦΕΚ 189 Α’).

Τα απολογιστικά στοιχεία (δικαιολογητικά) φυλάσσο­νται, με ευθύνη των προϊσταμένων των αρμόδιων υπηρε­σιών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε ασφα­λές μέρος. Ο κατασταλτικός έλεγχος ολοκληρώνεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία αποστολής του αντιγράφου του απολογισμού ή και του ισολογι­σμού.

 

7.  Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποδίδουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο ετήσιο λογαριασμό διαχείρισης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην προηγούμενη παρά­γραφο, όπως επίσης και στην παρ. 1 του άρθρου 48 του β.δ. της 17.5/15.6.1959, στις παρ. 5 του άρθρου 163 και 2 του άρθρου 164 του παρόντος, καθώς και στην παρ. 8 του άρθρου 12 του ν. 2539/1997.

 

8.  Σε κάθε περίπτωση ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συ­νεδρίου μπορεί να διατάξει έκτακτο διαχειριστικό έλεγ­χο της διαχείρισης ενός Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοί­κησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αυτού.

 

 

Αρθρο 170

 

Διευκολύνσεις οφειλετών

 

1.  Στους οφειλέτες των Δήμων, των Κοινοτήτων και των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου παρέχο­νται οι διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής των οφει­λών τους, οι οποίες προβλέπονται από τη νομοθεσία που ισχύει για τους οφειλέτες του Δημοσίου.

 

2. Όπου στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ 238 Α’) αναφέρεται «προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας», «επιτροπή» και «Υπουργός Οι­κονομικών», νοούνται αντίστοιχα ο προϊστάμενος της ταμειακής υπηρεσίας του Δήμου ή της Κοινότητας, η δη­μαρχιακή επιτροπή και το δημοτικό ή κοινοτικό συμβού­λιο. Για την άσκηση της αρμοδιότητας του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου δεν απαιτείται γνωμοδότηση επι­τροπής.

 

3.  Στους οφειλέτες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοί­κησης, των οποίων η ταμειακή υπηρεσία διεξάγεται δια των Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.), αρμόδια όργανα για τη χορήγηση των ανωτέρω διευκολύνσεων είναι εκείνα της προηγούμενης παραγράφου.

 

4.  Το παράβολο που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ 238 Α’), όπως αυτό διαμορφώνεται κάθε φορά, κατατίθεται υπέρ του Δήμου ή της Κοινότητας στην ταμειακή τους υπηρε­σία και, ελλείψει αυτής, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ..

 

5. Από τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου εξαιρούνται οι οφειλές από συμβάσεις.

 

 

Αρθρο 171

 

Έντοκη κατάθεση εσόδων των Δήμων και Κοινοτήτων

 

1.  Εφόσον η διαχείριση των εσόδων ενός Δήμου ή μιας Κοινότητας έχει ανατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθη­κών και Δανείων, το χρηματικό υπόλοιπο που απομένει στα δημόσια ταμεία στο τέλος κάθε έτους κατατίθεται εντόκως στο ταμείο αυτό. Το επιτόκιο μπορεί να είναι κατώτερο από το επιτόκιο των δανείων που χορηγεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά μία μονάδα το πολύ. Το προϊόν του τόκου εμφανίζεται σε ιδιαίτερο λο­γαριασμό του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

 

2. Το ποσό που μπορεί να διατηρεί σε μετρητά στο τα­μείο ο δημοτικός ή κοινοτικός ταμίας ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη­σης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών. Τα υπόλοιπα κατατίθενται εντόκως, σε λογαριασμό όψε­ως ή προθεσμιακό, σε πιστωτικό ίδρυμα που καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Τοποθέτηση των ταμειακών διαθεσίμων σε άλλου είδους τραπεζικά και χρηματοοικονομικά προϊόντα δεν επιτρέ­πεται εκτός από τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου.

 

3.  Ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να κα­ταθέτουν εντόκως τα έσοδα τους που προέρχονται από εκποίηση περιουσιακών τους στοιχείων ή από δωρεές και κληροδοτήματα που προορίζονται αποκλειστικά για την εκτέλεση κοινωφελών έργων, σε ιδιαίτερο λογαρια­σμό, στο όνομα τους, σε Πιστωτικό Ίδρυμα ή σε Τράπε­ζα, που καθορίζεται με την ίδια απόφαση.

 

 

Αρθρο 172

 

Εντάλματα προπληρωμής

 

1.  Με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής ή του κοι­νοτικού συμβουλίου μπορεί να εγκρίνεται η έκδοση ενταλμάτων προπληρωμής για την αντιμετώπιση δαπα­νών, γενικά, εφόσον η πληρωμή με τακτικό ένταλμα στο όνομα του δικαιούχου είναι αδύνατη ή απρόσφορη.

 

2.  Τα εντάλματα προπληρωμής εκδίδονται στο όνομα δημοτικών ή κοινοτικών υπαλλήλων.

 

 

Αρθρο 173

 

Πάγια προκαταβολή

 

1. Με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής ή του κοι­νοτικού συμβουλίου παρέχεται πάγια προκαταβολή σε βάρος του σχετικού κωδικού αριθμού του προϋπολογι­σμού.

Με την απόφαση αυτήν ορίζονται:

α) Οι δαπάνες που θα αντιμετωπισθούν από την πάγια προκαταβολή και το ύψος τους, στα όρια των πιστώσεων που έχουν εγγραφεί στους οικείους κωδικούς αριθμούς του προϋπολογισμού.

β) Το ποσό της προκαταβολής, που δεν μπορεί να υπερβαίνει για τις Κοινότητες πληθυσμού μέχρι δύο χι­λιάδες (2.000) κατοίκους το ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 ευρώ), ενώ για τις υπόλοιπες Κοινότητες και τους Δή­μους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000).

Για Δήμους με πληθυσμό από δέκα χιλιάδες έναν (10.001) μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) κατοίκους το ποσό αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (4.000) και για Δήμους άνω των τριάντα χι­λιάδων και ενός (30.001) κατοίκων το ποσό των έξι χιλιάδων ευρώ (6.000).

γ) Ο δημοτικός ή κοινοτικός υπάλληλος, στο όνομα του οποίου θα εκδοθεί το ένταλμα και ο οποίος θα ενερ­γεί τις πληρωμές σύμφωνα με έγγραφες εντολές του δημάρχου ή του προέδρου της Κοινότητας.

 

2. Ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της Κοινότητας, μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών από την αρμόδια λογιστική υπηρεσία, εκδίδει ισόποσα χρηματικά εντάλματα σε βά­ρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού για κάθε δαπά­νη. Τα χρηματικά εντάλματα εκδίδονται στο όνομα του δικαιούχου και σημειώνεται σε αυτά ότι η πληρωμή έγινε από την πάγια προκαταβολή.

 

3.  Για τις προμήθειες, τις εργασίες και τις μεταφορές, που πληρώνονται από την πάγια προκαταβολή, αξίας μέ­χρι τετρακοσίων ευρώ (400 ευρώ), δεν απαιτείται η τήρηση των διαδικασιών ανάθεσης που προβλέπει η ισχύουσα κατά περίπτωση νομοθεσία ούτε η σύνταξη μελέτης ή τεχνικών προδιαγραφών.

 

4.  Στα δημοτικά και τοπικά διαμερίσματα συνιστάται πάγια προκαταβολή σε βάρος του σχετικού κωδικού αριθμού του προϋπολογισμού του οικείου Ο.Τ.Α.. Το συ­νολικό ποσό της πάγιας προκαταβολής για όλα τα δημο­τικά διαμερίσματα δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο, που ορίζεται, κάθε φορά για το Δήμο και κατανέμε­ται σε κάθε δημοτικό διαμέρισμα με απόφαση της Δη­μαρχιακής Επιτροπής. Ειδικά το ύψος της πάγιας προκα­ταβολής για κάθε τοπικό διαμέρισμα με πληθυσμό μέχρι χίλιους (1.000) κατοίκους ανέρχεται σε χίλια ευρώ (1.000 ευρώ) και με μεγαλύτερο πληθυσμό δύο χιλιάδες ευρώ (2.000).

 

 

Αρθρο 174

 

Διαγραφή χρεών

 

1.  Κάθε είδους χρέη προς τους Δήμους και τις Κοινό­τητες διαγράφονται ολόκληρα ή εν μέρει:

α) Όταν οι οφειλέτες απεβίωσαν χωρίς να αφήσουν περιουσία ή οι κληρονόμοι τους αποποιήθηκαν την κλη­ρονομιά.

β) Όταν οι οφειλέτες δεν έχουν καθόλου περιουσία και η επιδίωξη της είσπραξης δεν έφερε κανένα αποτέ­λεσμα επί τρία χρόνια, αφότου έληξε η χρήση κατά την οποία βεβαιώθηκαν.

γ) Όταν οι οφειλέτες δεν έχουν περιουσία και είναι αγνώστου διαμονής, εφόσον οι προσπάθειες, που έγιναν επί μία τριετία για την ανεύρεση της διαμονής τους, δεν έφεραν αποτέλεσμα, και

δ) Όταν η εγγραφή στους οριστικούς βεβαιωτικούς κα­ταλόγους δημοτικών ή κοινοτικών φόρων, τελών, δικαι­ωμάτων και εισφορών έγινε κατά τρόπο προφανώς λαν­θασμένο ως προς τη φορολογητέα ύλη ή το πρόσωπο του φορολογουμένου ή όταν έγινε λανθασμένη πολλα­πλή εγγραφή για το ίδιο είδος εσόδου και για το ίδιο πρόσωπο.

 

2.  Η διαγραφή των χρεών γίνεται με απόφαση του δη­μοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

3.  Στους Δήμους και στις Κοινότητες που έχουν δική τους ταμειακή υπηρεσία, το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο με αιτιολογημένη απόφαση του, μπορεί να απαλλάσ­σει τους οφειλέτες από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον η εκπρόθεσμη καταβολή οφείλεται:

α) στη μη επίδοση της ατομικής ειδοποίησης,

β) σε οικονομική αδυναμία που προήλθε από γεγονότα ανωτέρας βίας,

γ) σε υπαιτιότητα της υπηρεσίας.

Η απόφαση του συμβουλίου εκδίδεται ύστερα από αί­τηση του οφειλέτη. Στις περιπτώσεις α’ και γ’ απαιτείται και η γνώμη της ταμειακής υπηρεσίας.

 

 

Αρθρο 175

 

Γενικές ρυθμίσεις

 

1.  Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη­σης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, ρυθμίζεται κάθε θέμα που αναφέρεται στην εφαρμογή του Διπλογραφικού Συστήματος Γενικής και Αναλυτικής Λογιστικής – Κοστολόγησης.

 

2.  Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη­σης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την κατάρτιση και την τροποποίηση του προϋπολογισμού, τον τρόπο διάθεσης των πιστώσεων, την ανάληψη υποχρεώσεων, την εκκα­θάριση των δαπανών, την έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων ή άλλων τίτλων πληρωμής και τον έλεγχο που ασκείται σε αυτά, την πληρωμή των δαπανών, τη βε­βαίωση και την είσπραξη των εσόδων, τη λειτουργία της ταμειακής υπηρεσίας, τον καθορισμό των υπολόγων και την ευθύνη αυτών, καθώς και των άλλων προσώπων που ασκούν διαχειριστικά καθήκοντα, τη λογοδοσία, τα προς δημοσίευση στοιχεία του προϋπολογισμού και του απο­λογισμού και γενικά την οικονομική διοίκηση και το λογι­στικό των Δήμων και των Κοινοτήτων.

 

3.  Αν ο ταμίας αμφισβητεί τη νομιμότητα εντάλματος, γνωστοποιεί στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότη­τας με ειδική αναφορά τους λόγους αμφισβήτησης. Αν ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της Κοινότητας απορρίψει τους λόγους αμφισβήτησης, το ένταλμα εκτελείται. Στη συνέ­χεια, με φροντίδα του ταμία, αποστέλλεται μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά, χωρίς καθυστέρηση, στον Επί­τροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Νομού ή της Νο­μαρχίας για έλεγχο, κατά προτεραιότητα.

 

4.  Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δη­μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται κάθε έτος, παρέχονται οδη­γίες για την κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογι­σμού των Ο.Τ.Α..

 

 

Αρθρο 176

Διαδικασία συνομολογήσεως

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΔΑΝΕΙΑ

 

1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνομολο­γούν δάνεια με το Κράτος, με αναγνωρισμένα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς της Ελλά­δας ή του εξωτερικού και με κάθε είδους δημόσιους ορ­γανισμούς και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, απο­κλειστικά για την πραγματοποίηση σκοπών της αρμοδιό­τητας ή της δράσης τους, συμπεριλαμβανομένης και της αποπληρωμής ληξιπρόθεσμων ή μη οφειλών.

 

2.  Με την απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμ­βουλίου που αφορά τη σύναψη του δανείου και η οποία λαμβάνεται, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 4, με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, πρέ­πει να καθορίζονται ο σκοπός, οι όροι του και η τοκοχρεωλυτική δόση.

 

3. Απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί το δάνειο για σκο­πό άλλον από εκείνο για τον οποίο συνομολογήθηκε. Επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση να χρησιμοποιηθεί το δάνειο ή ένα μέρος του για την εκτέλεση άλλου έργου, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των μελών του.

Για να συναφθεί δάνειο για την εκτέλεση έργων ή προ­μηθειών, πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον προκαταρκτική τεχνική μελέτη των έργων ή των προμηθειών, για τα οποία θα συνομολογηθεί το δάνειο, που να έχει συντα­χθεί και εγκριθεί από τα αρμόδια όργανα. Αν και ο σκο­πός αυτός ματαιωθεί, λύεται η δανειακή σύμβαση και το δάνειο ή το τμήμα αυτού επιστρέφεται στον δανειστή.

 

4.  Για τη συνομολόγηση δανείου ποσού άνω του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (1.500.000) από Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης με πληθυσμό έως πενήντα χιλιάδες (50.000) κατοίκους ή άνω των τριών εκατομμυρίων ευρώ (3.000.000) με πληθυσμό άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000) κατοίκων ή άνω των πέντε εκατομμυρίων ευρώ (5.000.000) με πληθυσμό άνω των ογδόντα χιλιάδων (80.000) κατοίκων, η σχετική απόφαση του οικείου συμβουλίου λαμβάνεται με αυξη­μένη πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των μελών του. Τα ανωτέρω ποσά μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη­σης και Αποκέντρωσης. Η ανωτέρω αυξημένη πλειοψη­φία των δύο τρίτων δεν απαιτείται για δάνεια που συνο­μολογούνται προς καταβολή αποζημιώσεων για αναγκα­στικές απαλλοτριώσεις, καθώς και για εκείνα που αφο­ρούν αναχρηματοδότηση συναφθέντων δανείων με ευ­νοϊκότερους όρους.

 

5.  Η εξυπηρέτηση του δανείου επιτρέπεται να γίνεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) από έσοδα που προέρχονται από εξειδικευμένες επιχορηγήσεις ή από τα ανταποδοτικά τέλη ή από το τμήμα των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (Κ.Α.Π.) που προορίζονται για επεν­δυτικές δραστηριότητες των Οργανισμών Τοπικής Αυτο­διοίκησης (Συλλογική Απόφαση Τοπικής Αυτοδιοίκησης -Σ.Α.Τ.Α.). Επιτρέπεται η λήψη δανείου με εκχώρηση εσόδων για την ασφάλεια του από ανταποδοτικά τέλη με την προϋπόθεση ότι το δάνειο συνάπτεται με την εξυπη­ρέτηση της αντίστοιχης υπηρεσίας χάριν της οποίας επι­βάλλονται τα ανταποδοτικά τέλη.

Επίσης επιτρέπεται η λήψη δανείου με ασφάλεια την εκχώρηση εσόδων από εξειδικευμένες επιχορηγήσεις ή από το τμήμα των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (Κ.Α.Π.) που προορίζονται για επενδυτικές δραστηριότητες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Συλλογική Απόφα­ση Τοπικής Αυτοδιοίκησης – Σ.Α.Τ.Α.), υπό την προϋπό­θεση ότι το δάνειο συνάπτεται για την εξυπηρέτηση ή εκτέλεση συγκεκριμένων έργων ή προμηθειών, που προ­βλέπονται από τη Συλλογική Απόφαση Τοπικής Αυτοδιοί­κησης (Σ.Α.Τ.Α.) ή την εξειδικευμένη επιχορήγηση.

Στους πιο πάνω περιορισμούς δεν περιλαμβάνονται τα κάθε είδους έσοδα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοί­κησης που προέρχονται από τους συνδέσμους στους οποίους ανήκουν.

 

6.  Απαραίτητο στοιχείο για την υπογραφή της δανεια­κής σύμβασης, με εξαίρεση τα δάνεια που συνομολογού­νται με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αποτε­λεί η πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, από την οποία προκύπτει η νομιμότητα της απόφασης του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

7.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, με σκοπό την κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών ρευστότητας τους και αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση των λειτουργικών τους δαπανών, μπορούν να συνομολογούν με αναγνωρι­σμένα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργα­νισμούς της Ελλάδας ή του εξωτερικού και με κάθε εί­δους δημόσιους οργανισμούς και νομικά πρόσωπα δημο­σίου δικαίου:

α) Βραχυπρόθεσμες πιστώσεις Ανοιχτών Αλληλόχρεων Λογαριασμών με όριο έως τέσσερα τοις εκατό (4%) του Κυκλοφορούντος Ενεργητικού του τελευταίου Ισο­λογισμού Χρήσης τους και στην περίπτωση μη εφαρμο­γής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου των Ο.Τ.Α. πρώ­του βαθμού, ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί των μέσων ταμειακών και τραπεζικών καταθετικών υπολοί­πων του προηγούμενου τριμήνου, μη συμπεριλαμβανο­μένων των διαθεσίμων που προορίζονται για επενδυτικούς σκοπούς και

β) Συμβάσεις δημιουργίας χρεωστικού υπολοίπου σε λογαριασμούς καταθέσεων. Το χρεωστικό υπόλοιπο αυ­τό δεν μπορεί να υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του μέσου ετήσιου πιστωτικού υπολοίπου των τηρούμε­νων καταθετικών λογαριασμών τους.

Επί των ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως οι διατά­ξεις των παραγράφων 3, 4, 5, 6 και 8 του παρόντος άρ­θρου.

 

8.α. Οι Δήμοι μπορούν να εκδίδουν ομολογιακά δά­νεια, για την πραγματοποίηση των σκοπών της αρμοδιό­τητας τους, ύστερα από έγκριση της Επιτροπής Κεφα­λαιαγοράς.

β. Η σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου λαμ­βάνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται, από την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού.

γ. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονο­μικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ­νήσεως, καθορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις, οι όροι και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την έκδο­ση κάθε ομολογιακού δανείου.

 

9. Εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου παρέχονται μό­νο για δάνεια των Ο.Τ.Α. που συνομολογούνται με ανα­γνωρισμένα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς της αλλοδαπής και σύμφωνα με τις ειδικό­τερες ρυθμίσεις του ν. 2322/1995 (ΦΕΚ 143 Α’). 10. Όποιοι παραβαίνουν τις διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4 και 6 διώκονται για παράβαση του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα και παραλλήλως ευθύνονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 141.

 

 

Αρθρο 177

 

Δαπάνες για τη συνομολόγηση δανείων

 

1. Οι διατάξεις, που επιβάλλουν την παράσταση δικη­γόρων κατά τη σύνταξη δανειστικών συμβολαιογραφι­κών εγγράφων, δεν εφαρμόζονται για τους Δήμους και τις Κοινότητες. Οι συμβάσεις για τη συνομολόγηση δα­νείων προς Δήμους και Κοινότητες δεν επιβαρύνονται με τέλη και δικαιώματα υπέρ τρίτων.

 

2.  Στις συμβάσεις, που γίνονται με συμβολαιογραφικά έγγραφα και αφορούν τη συνομολόγηση δανείων εκ μέ­ρους Δήμων και Κοινοτήτων, τα συμβολαιογραφικά δι­καιώματα μειώνονται στο ένα δεύτερο και δεν μπορούν πάντως να υπερβούν το ποσό των τριάντα ευρώ (30). Τα κάθε είδους δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθη­κοφυλάκων, για την εγγραφή υποθήκης, προσημειώσε­ως ή κατασχέσεως, σε βάρος των Δήμων και Κοινοτή­των, μειώνονται στο ένα δεύτερο και δεν μπορούν πά­ντως να υπερβούν το ποσό των είκοσι ευρώ (20).

 

3.   Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και για τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύ­ματα και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τους συνδέσμους Δήμων, Κοινοτήτων και Δήμων και Κοινοτή­των και τις αμιγείς δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις.

 

 

 

Αρθρο 178

Γενικές υποχρεώσεις – προστασία

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

 

1.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες οφείλουν να διατηρούν, να προστατεύουν και να διαχειρίζονται την κάθε είδους περιουσία τους με τρόπο επιμελή και αποδοτικό.

 

2.  Ακίνητα και κινητά πράγματα, αξίες και οτιδήποτε άλλο ανήκει στην περιουσία των Δήμων και των Κοινοτή­των καταγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία τους.

 

3.  Η διάθεση περιουσιακών στοιχείων των Δήμων ή των Κοινοτήτων επιτρέπεται, εφόσον τηρηθούν οι ειδι­κές διατάξεις του παρόντος και εφόσον ο σκοπός που επιδιώκεται με τη διάθεση αυτή εξυπηρετεί το δημοτικό ή κοινοτικό συμφέρον.

 

4. Η ακίνητη περιουσία των Δήμων και των Κοινοτήτων προστατεύεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσί­ας, περί προστασίας της ακίνητης περιουσίας του Δημο­σίου, όπως κάθε φορά ισχύουν. Επί διοικητικής αποβο­λής αποφαίνεται το δημοτικό ή κοινοτικό Συμβούλιο, ενώ το σχετικό πρωτόκολλο εκδίδει ο Δήμαρχος ή Πρόε­δρος Κοινότητας.

 

 

Αρθρο 179

Ακίνητη περιουσία σε περίπτωση προσάρτησης οικισμού σε Δήμο ή Κοινότητα

 

1. Σε περίπτωση που ένας οικισμός αποσπάται από έναν Δήμο ή μία Κοινότητα και προσαρτάται σε άλλο Δή­μο ή Κοινότητα, η ακίνητη περιουσία ρυθμίζεται, ως ακο­λούθως:

α) Τα ακίνητα του οικισμού που είχαν περιέλθει στο Δήμο ή την Κοινότητα από όπου αυτός αποσπάται, πε­ριέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα, όπου προσαρτά­ται.

β) Τα ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια του οι­κισμού και ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δήμου ή της Κοινότητας, από όπου αποσπάται ο οικισμός, περιέρ­χονται στην κυριότητα του Δήμου ή της Κοινότητας, όπου προσαρτάται.

γ) Τα ακίνητα της περιφέρειας του οικισμού, που είναι προορισμένα για την εκπλήρωση δημοτικού ή κοινοτικού σκοπού, περιέρχονται στην κυριότητα του Δήμου ή της Κοινότητας, όπου προσαρτάται μαζί με τις εγκαταστάσεις που βρίσκονται επάνω σε αυτά.

δ) Τα κοινόχρηστα ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια του οικισμού περιέρχονται στο Δήμο ή Κοινότητα, όπου αυτός προσαρτάται.

 

2. Τα δικαιώματα για αποκλειστική χρήση ακινήτων, που προϋπήρχαν υπέρ των κατοίκων του οικισμού, δια­τηρούνται.

 

 

Αρθρο 180

Περιουσία Δήμων ή Κοινοτήτων σε περίπτωση ενώσεως

 

1.  Η περιουσία Ο.Τ.Α. που συνενώνονται περιέρχεται στο νέο Δήμο.

 

2.  Τα δικαιώματα για αποκλειστική χρήση των ακινήτων, που προϋπήρχαν υπέρ των κατοίκων κάθε Δήμου ή Κοινότητας, διατηρούνται.

 

 

Αρθρο 181

 

Κατανομή οφειλών σε περίπτωση προσάρτησης

 

1. Ο Δήμος ή η Κοινότητα, σε περίπτωση προσάρτησης οικισμού, οφείλουν να καταβάλουν το μέρος που αναλογεί στον οικισμό που προσαρτήθηκε από τις οφειλές, που προέκυψαν αποκλειστικά από την εκτέλεση έργων κοινής ωφέλειας, τα οποία εξυπηρετούν και τον οικισμό. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται έναντι του Δήμου ή της Κοινότητας από όπου αποσπάστηκε ο οικισμός, και η σχετική δαπάνη εγγράφεται ως υποχρεωτική.

 

2.  Η κατανομή της οφειλής γίνεται ανάλογα με την ωφέλεια που προέκυψε για τον οικισμό από τα έργα, αφού ληφθεί υπόψη και ο πληθυσμός, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας.

 

 

Αρθρο 182

 

Διάθεση – διαχείριση βοσκοτόπων

 

Βοσκότοποι που ανήκουν στο κράτος διατίθενται για εκμετάλλευση στους Δήμους και στις Κοινότητες στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται, κατά προτεραιότητα, αποκλειστικά και μόνο για την ικανοποίηση κτηνοτροφι­κών αναγκών, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

 

 

Αρθρο 183

 

Καταγραφή ακίνητης περιουσίας

 

1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες οφείλουν να καταρτίζουν και να τηρούν κτηματολόγιο των ακινήτων τους.

 

2. Στο κτηματολόγιο καταχωρίζεται:

α) Η περιγραφή και το είδος του ακινήτου.

β) Η τοποθεσία.

γ) Η έκταση και τα όρια του ακινήτου, καθώς και το σχετικό τοπογραφικό ή πρόχειρο σχεδιάγραμμα.

δ) Η χρονολογία της αποκτήσεως του και οι τίτλοι ιδιο­κτησίας.

ε) Αλλα δικαιώματα που τυχόν υπάρχουν και οι σχετι­κοί τίτλοι, και

στ) η κατά προσέγγιση αξία του ακινήτου.

 

3.  Ο τρόπος, με τον οποίο καταρτίζεται το κτηματολό­γιο, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

 

 

Αρθρο 184

 

Δωρεές ακινήτων

 

1. Δωρεές δημοτικών και κοινοτικών ακινήτων επιτρέ­πονται, ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του αριθμού των μελών του, για την εκπλήρωση σπουδαίου κοινωφελούς σκοπού, που συνδέεται με την προαγωγή των τοπικών συμφερόντων και την εξυπηρέτηση των κατοίκων της περιοχής.

Η ως άνω απόφαση λαμβάνεται ύστερα από γνώμη του τοπικού συμβουλίου ή παρέδρου. Ο τελευταίος συμ­μετέχει στη συνεδρίαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και έχει δικαίωμα ψήφου κατά τη λήψη της απόφασης του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

2. Αν η χρήση των ακινήτων, που έχουν δωρηθεί, με­ταβληθεί ή ο σκοπός της δωρεάς δεν εκπληρωθεί μέσα στην προθεσμία που έχει οριστεί, η σύμβαση της δωρεάς λύεται, και η κυριότητα των ακινήτων επανέρχεται αυτο­δικαίως στο Δήμο ή στην Κοινότητα. Η σχετική απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών.

 

 

Αρθρο 185

Δωρεάν παραχώρηση κυριότητας και χρήσης δημοτικών και κοινοτικών ακινήτων

 

1.  Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου επιτρέπεται να παραχωρείται δωρεάν η χρήση δημο­τικών ή κοινοτικών ακινήτων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, για την αντιμετώπιση έκτα­κτης και επείγουσας ανάγκης. Η παραχώρηση ανακαλεί­ται με όμοια απόφαση, εφόσον οι λόγοι που την είχαν υπαγορεύσει έχουν εκλείψει.

 

2.  Ομοίως με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, επιτρέπεται να παραχωρείται δωρεάν η χρήση ακινήτων σε άλλα νομικά πρόσωπα, που ασκούν αποκλειστικά και μόνο δραστηριότητα, η οποία είναι κοι­νωφελής ή προάγει τα τοπικά συμφέροντα.

 

3.  Με απόφαση του ίδιου οργάνου επιτρέπεται να πα­ραχωρούνται δωρεάν, κατά πλήρη κυριότητα, δημοτικά ή κοινοτικά ακίνητα σε αθίγγανους και ομογενείς που εγκαθίστανται στην Ελλάδα και οι οποίοι έχουν ενταχθεί σε κρατικά προγράμματα στεγαστικής αποκατάστασης ή σε προγράμματα που χρηματοδοτούνται, καθ’ οιονδήπο­τε τρόπο, από το κράτος.

Η ανωτέρω παραχώρηση συντελείται υπό τη διαλυτική αίρεση, ότι επί μία εικοσαετία, το παραχωρούμενο ακίνη­το δεν θα πωληθεί ή δεν θα εκμισθωθεί, με εξαίρεση τη γονική παροχή.

Η σχετική απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμ­βουλίου αποτελεί τίτλο για τη μεταγραφή στα βιβλία του οικείου υποθηκοφυλακείου.

 

4.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζονται οι προϋπο­θέσεις και τα ειδικότερα κριτήρια παραχώρησης, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

 

 

Αρθρο 186

Εκποίηση ακινήτων

 

1.  Η εκποίηση δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων επι­τρέπεται μόνο για ωφέλεια του Δήμου ή της Κοινότητας, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοι­νοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του.

 

2. Ο Δήμος ή η Κοινότητα διαθέτουν το προϊόν της εκ­ποίησης αποκλειστικά και μόνο για την εκπλήρωση του σκοπού, για τον οποίο έγινε η εκποίηση. Αν τυχόν απο­μένει υπόλοιπο, διατίθεται για την εκτέλεση έργων. Αποκλείεται η διάθεση του υπολοίπου για την κάλυψη λει­τουργικών αναγκών.

 

3.  Η εκποίηση γίνεται με δημοπρασία.

 

4.  Με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του, επι­τρέπεται η απευθείας και χωρίς δημοπρασία εκποίηση δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων στο Δημόσιο, σε άλ­λους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε επιχειρή­σεις των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε οργανισμούς και επι­χειρήσεις κοινής ωφέλειας, για την εκτέλεση έργων του προγράμματος τους.

 

5.  Το τίμημα των ακινήτων της προηγούμενης παρα­γράφου καθορίζεται από επιτροπή, που συγκροτείται με απόφαση του δημάρχου ή προέδρου της Κοινότητας και αποτελείται από δύο δημοτικούς ή κοινοτικούς συμβού­λους, που υποδεικνύονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και από έναν μηχανικό, που ορίζεται από το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότητας και προέρχεται από την τεχνική υπηρεσία του Οργανισμού Τοπικής Αυ­τοδιοίκησης, εφόσον υπάρχει ή αν δεν υπάρχει από την Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ) ή από άλλη δημόσια υπηρεσία. Πρόεδρος της επιτροπής, ορί­ζεται ένας από τους δημοτικούς ή κοινοτικούς συμβού­λους με την απόφαση συγκρότησης. Με την ίδια απόφα­ση ορίζεται δημοτικός ή κοινοτικός υπάλληλος γραμμα­τέας της επιτροπής. Στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτο­διοίκησης που λειτουργούν τοπικά συμβούλια και πάρε­δροι στην επιτροπή μετέχει αντί του δευτέρου συμβού­λου, ο πρόεδρος του οικείου τοπικού συμβουλίου ή ο οι­κείος πάρεδρος.

 

6. Για την κατάρτιση σύμβασης μεταβίβασης της κυριό­τητας ακινήτων ή σύστασης επ’ αυτών εμπραγμάτων δι­καιωμάτων, εφόσον συμβάλλεται Δήμος ή Κοινότητα απαιτείται εκτίμηση της αγοραίας αξίας, η οποία γίνεται από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, στην περίπτωση που η αξία αυτή υπερβαίνει το χρηματικό όριο που καθορίζε­ται κάθε φορά από τις ισχύουσες διατάξεις.

 

7.  Κάθε άλλη διάταξη, που ρυθμίζει κατά διαφορετικό τρόπο την εκτίμηση της αγοραίας αξίας των ακινήτων, παύει να ισχύει.

 

8.  Τα έξοδα μεταβίβασης του ακινήτου βαρύνουν τον αγοραστή.

 

9.  Οι διατάξεις της παραγράφου 4 εφαρμόζονται και για κατηγορίες συνεταιρισμών που καθορίζονται με προ­εδρικά διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης   και  του   κατά  περίπτωση   αρμόδιου Υπουργού. Με τα ίδια διατάγματα μπορούν να προσδιο­ρίζονται και οι προϋποθέσεις της απευθείας εκποίησης.

 

10.  Ο πλειοδότης σε δημοπρασία που διενεργήθηκε για την εκποίηση δημοτικού ή κοινοτικού ακινήτου μπο­ρεί ως την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης να υποδεί­ξει εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης ως αγοράστρια, υπό τον όρο, ότι ο ανωτέρω πλειοδότης θα έχει, ήδη, προσυμφωνήσει τη χρηματοδοτική μίσθωση του εν λόγω ακινήτου με την υποδεικνυόμενη από αυτόν εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης.

 

 

Αρθρο 187

Εκποίηση οικοπέδων σε άστεγους δημότες

 

1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν με απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του συμβουλίου τους να εκποιούν απευθείας οικόπεδα τους σε άστεγους και οικονομικά αδύνατους δημότες, κατά προτίμηση εκείνους που κατοικούν στο Δήμο ή την Κοινότητα. Με άλλη απόφαση του δημοτικού ή του κοινοτικού συμβουλίου καθορίζονται οι κατηγορίες των δι­καιούχων, σύμφωνα με κριτήρια, όπως το ύψος του ετή­σιου εισοδήματος, ο αριθμός των ανήλικων τέκνων, η κα­τάσταση της υγείας των μελών της οικογένειας, οι κατα­στροφές από θεομηνίες κ.λπ.. Η επιλογή των δικαιούχων και η παραχώρηση των οικοπέδων γίνεται με απόφαση του δημοτικού ή του κοινοτικού συμβουλίου. Αν οι δικαι­ούχοι που πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις είναι περισ­σότεροι γίνεται δημόσια κλήρωση μεταξύ αυτών.

 

2. Το τίμημα των οικοπέδων, που εκποιούνται με αυτόν τον τρόπο, καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοι­νοτικού συμβουλίου στο ένα τέταρτο (1/4) τουλάχιστον της τρέχουσας αξίας τους, καταβάλλεται σε πέντε ετή­σιες δόσεις και διατίθεται για να εκτελεστούν έργα, κα­τά προτίμηση μέσα στον παραχωρούμενο χώρο. Εφόσον εκείνοι στους οποίους παραχωρούνται τα οικόπεδα δεν ανεγείρουν οικοδομή μέσα σε πέντε (5) χρόνια από την παραχώρηση, εκπίπτουν αυτοδικαίως από τα δικαιώματα τους, εκτός αν ζητήσουν παράταση της πενταετούς προ­θεσμίας με αίτηση τους, που περιέχει επαρκή αιτιολογία και υποβάλλεται κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους της προθεσμίας. Η προθεσμία δεν μπορεί πάντως να πα­ραταθεί περισσότερο από μία ακόμη τριετία. Το συμβό­λαιο για τη μεταβίβαση της κυριότητας συντάσσεται, αφού τηρηθούν οι προαναφερόμενοι όροι και προϋποθέ­σεις.

 

3.  Επιτρέπεται να παραχωρηθεί από το Δήμο ή την Κοινότητα δικαίωμα εγγραφής υποθήκης, ώστε να λάβει στεγαστικό δάνειο εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκ­ποίηση.

 

4.  Αν εφαρμοσθούν οποιαδήποτε προγράμματα απο­κατάστασης αστέγων και οικονομικά αδυνάτων, σύμφω­να με την κείμενη νομοθεσία δημοτών, σε Δήμους και Κοινότητες που προήλθαν από συνένωση Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι κάτοικοι των τοπικών διαμερι­σμάτων έχουν δικαίωμα προτίμησης στα προγράμματα αυτά, εφόσον εφαρμόζονται στην περιφέρεια τους.

 

 

Αρθρο 188

Ανέγερση κατοικιών

 

Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να ανεγείρουν κα­τοικίες και να παραχωρούν τη χρήση τους, χωρίς δημο­πρασία, σε άστεγους και οικονομικά αδύνατους δημό­τες. Οι διατάξεις του άρθρου 187 εφαρμόζονται, αναλό­γως, και στις περιπτώσεις αυτές.

 

Αρθρο 189

Διάθεση αποκαλυπτόμενων καλλιεργητικών εκτάσεων

 

1. Επιτρέπεται, με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτι­κού συμβουλίου, να παραχωρηθεί, χωρίς δημοπρασία και χρονικό περιορισμό σε γεωργούς δημότες κατοίκους για αυτοκαλλιέργεια ή χρήση:

α) των καλλιεργήσιμων δημοτικών και κοινοτικών εκτάσεων, που αποκαλύπτονται ύστερα από αποστράγγιση ή αποξήρανση, που έγινε με δαπάνες του Δήμου ή της Κοινότητας,

β) των εκτάσεων που προσκτάται ο Δήμος ή η Κοινότητα και

γ) των εκτάσεων που αποκαλύπτονται με την αποξήρανση εθνικών τελμάτων, ελών και λιμνών, που παραχω­ρούνται από το Δημόσιο στους Δήμους ή στις Κοινότητες.

Αν οι παραπάνω εκτάσεις ευρίσκονται εξ ολοκλήρου σε ένα τοπικό διαμέρισμα, η ανωτέρω απόφαση λαμβά­νεται ύστερα από γνώμη του οικείου τοπικού συμβουλί­ου ή παρέδρου, ο οποίος στη λήψη της απόφασης έχει και δικαίωμα ψήφου.

 

2.  Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου καθορίζονται:

α) οι εκτάσεις που θα παραχωρηθούν,

β) οι δικαιούχοι σύμφωνα με γενικά κριτήρια, όπως η παντελής έλλειψη ή η ανεπάρκεια κλήρου, ο αριθμός των μελών της οικογένειας, το ύψος του ετήσιου εισο­δήματος,

γ) το ετήσιο δικαίωμα χρήσεως, που πρέπει να κατα­βάλλεται, ανάλογα με τις κατηγορίες των εκτάσεων και το οποίο δεν μπορεί να ορίζεται κατώτερο από το ένα δέκατο (1/10) της τρέχουσας μισθωτικής αξίας τους, για κάθε χρόνο.

 

3.  Η παραχώρηση ανακαλείται με απόφαση του δημο­τικού ή κοινοτικού συμβουλίου, αν:

α) δεν καλλιεργείται η έκταση από αυτόν τον ίδιο προς τον οποίο έγινε η παραχώρηση ή από τους κληρονόμους του εξ αδιαθέτου, για μία διετία τουλάχιστον και

β) αν οι προϋποθέσεις της παραχωρήσεως έχουν εκλείψει. Με όμοια απόφαση, μπορεί να ανακληθεί η πα­ραχώρηση, αν άλλαξε ο γεωργικός χαρακτήρας της εκτάσεως ή η έκταση βρίσκεται σε περιοχή που έχει δια­μορφωθεί τουριστικά.

 

4.  Για να δημιουργηθούν συνεχόμενες εκτάσεις, που η χρήση τους θα παραχωρηθεί κατά τις προηγούμενες πα­ραγράφους του παρόντος, επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας ιδιωτικών γαιών, που βρίσκονται μέσα στην περιοχή των δημοτι­κών και κοινοτικών εκτάσεων, που αποξηραίνονται. Εφό­σον συναινούν τα ενδιαφερόμενα μέρη, μπορεί να γίνει και ανταλλαγή των ανωτέρω ιδιωτικών γαιών με διαθέσι­μες δημοτικές ή κοινοτικές εκτάσεις ίσης αξίας.

Η αποζημίωση των ιδιοκτητών μειώνεται κατά ποσο­στό ανάλογο με τις δαπάνες που έχουν γίνει για τη βελ­τίωση ολόκληρης της εκτάσεως.

 

 

Αρθρο 190

 

Ανταλλαγή ακινήτων

 

Η ανταλλαγή ακινήτων των Δήμων και των Κοινοτή­των μπορεί να γίνει χωρίς δημοπρασία. Στη περίπτωση αυτή, καθώς και στη περίπτωση της επιβάρυνσης τους με εμπράγματα δικαιώματα, ακολουθούνται οι προϋποθέ­σεις και η διαδικασία του άρθρου 186.

 

 

Αρθρο 191

 

Αγορά ακινήτων

 

1. Οι διατάξεις του άρθρου 186 εφαρμόζονται, αναλό­γως, για την αγορά ιδιωτικών ακινήτων εκ μέρους Δή­μων και Κοινοτήτων. Αν από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο κριθεί ότι μόνο ένα ακίνητο είναι κατάλληλο για την εκπλήρωση δημοτικού ή κοινοτικού σκοπού, το ακίνητο μπορεί να αγοραστεί απευθείας, με απόφαση του συμβουλίου, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των μελών του.

 

2. Επιτρέπεται η αγορά κτίσματος έτοιμου προς χρήση με το λειτουργικό του εξοπλισμό, σύμφωνα με τα προ­βλεπόμενα στους όρους διακήρυξης της δημοπρασίας. Για τον σκοπό αυτόν καταρτίζεται προσύμφωνο αγορα­πωλησίας ακινήτου, το οποίο προβλέπει την κατάρτιση οριστικής σύμβασης μεταβίβασης και την παράδοση του οικοδομήματος εντός της προβλεπόμενης, από τη διακή­ρυξη, προθεσμίας και σύμφωνα με τους όρους αυτής.

 

 

Αρθρο 192

 

Εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και των Κοινοτήτων

 

1.  Η εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και των Κοινοτή­των γίνεται με δημοπρασία. Αν η δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, επαναλαμβάνεται. Αν και η δεύτερη δημο­πρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, η εκμίσθωση μπορεί να γίνει με απευθείας συμφωνία, της οποίας τους όρους κα­θορίζει το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο.

 

2.  Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο μπορεί με από­φαση του να εκμισθώνει, χωρίς δημοπρασία, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες, θέα­τρα και κινηματοθέατρα ή άλλους χώρους, για επιστημο­νικούς και καλλιτεχνικούς σκοπούς, αφού το συμβούλιο εκτιμήσει την ποιότητα των εκδηλώσεων που θα πραγ­ματοποιηθούν.

 

3.  Με απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειο­ψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου επιτρέπεται η απευθείας εκμί­σθωση δημοτικών και κοινοτικών ακινήτων στο Δημόσιο, σε άλλους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε επι­χειρήσεις των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε οργανισμούς και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και σε συνεται­ρισμούς για την ικανοποίηση των αναγκών τους.

 

4.  Για την εκμίσθωση σε συνεταιρισμούς εφαρμόζο­νται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρ­θρου 186.

 

5.  Το μίσθωμα των ακινήτων της παραγράφου 3 καθο­ρίζεται από την επιτροπή της παραγράφου 5 του άρθρου 186.

 

6.  Επιτρέπεται, με απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η απευθείας εκ­μίσθωση του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως λατομείων αδρανών υλικών σε συνεταιρισμούς λατόμων που λει­τουργούν νόμιμα, των οποίων όλα τα μέλη είναι κάτοικοι του ιδιοκτήτη Δήμου ή Κοινότητας, με τους όρους και περιορισμούς των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 669/1977 (ΦΕΚ 241 Α’) περί εκμεταλλεύσεως λατομείων. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και προκειμένου περί δημοτικών ή κοινοτικών λατο­μείων μαρμάρων.

 

7.  Απαγορεύεται η με οποιαδήποτε μορφή παραχώρη­ση από το μισθωτή συνεταιρισμό του, κατά την προηγού­μενη παράγραφο, δικαιώματος εκμεταλλεύσεως θεωρού­μενης, αυτοδικαίως, άκυρης της παραχωρήσεως. Σε πε­ρίπτωση παραβάσεως της διατάξεως αυτής η άδεια εκ­μεταλλεύσεως ανακαλείται υποχρεωτικά και ο συνεταιρι­σμός υποχρεούται στην καταβολή ποσού ίσου με το δι­πλάσιο του μισθώματος, που καθορίστηκε με τη σύμβαση.

 

8.  Με απόφαση του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συ­νολικού αριθμού των μελών του, επιτρέπεται η εκμίσθω­ση με δημοπρασία δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων με μειωμένο μίσθωμα για χρονικό διάστημα μέχρι είκοσι πέ­ντε (25) έτη, υπό τον όρο ότι ο μισθωτής θα αναλάβει το σύνολο ή μέρος της δαπάνης ανακαίνισης ή ανακατα­σκευής του ακινήτου και θα προβεί σε τυχόν πρόσθετες παροχές, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα ειδικότερα στους όρους διακήρυξης της δημοπρασίας. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζονται πρόσθετοι όροι και προϋ­ποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας πα­ραγράφου.

 

 

Αρθρο 193

 

Χρηματοδοτική μίσθωση

 

1.  Δήμοι, Κοινότητες, σύνδεσμοι και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών μπορούν να συμβάλλονται στο πλαίσιο συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης που έχουν ως αντικείμενο πράγματα κινητά ή ακίνητα, σύμ­φωνα με τις οικείες διατάξεις.

 

2. Όταν αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης εί­ναι ακίνητο τρίτου, τότε η μεν επιλογή του κατάλληλου ακινήτου γίνεται με την ανάλογη εφαρμογή των διατάξε­ων περί αγοράς ακινήτων, η δε σύναψη της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης γίνεται με την ανάλογη εφαρ­μογή των διατάξεων περί δανείων.

 

3. Όταν αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης εί­ναι κινητά πράγματα, τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις περί προμηθειών.

 

4.  Η δυνατότητα σύναψης χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.1665/ 1986 (ΦΕΚ  194 Α’), όπως κάθε φορά ισχύει, δεν κατα­λαμβάνει τους φορείς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

 

5.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μπορεί να καθορίζονται πρόσθετες ειδικές προϋποθέσεις, καθώς και θέματα τε­χνικού χαρακτήρα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

 

 

Αρθρο 194

Μίσθωση ακινήτων από τους Δήμους και τις Κοινότητες

 

Για ακίνητα που μισθώνουν οι Δήμοι και οι Κοινότητες γίνεται δημοπρασία. Αν η δημοπρασία που διεξήχθη δεν απέφερε αποτέλεσμα, μπορεί να γίνει απευθείας μίσθω­ση με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του συμβουλίου τους, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.

 

 

Αρθρο 195

Εκμίσθωση καλλιεργήσιμης γης των Δήμων και των Κοινοτήτων

 

1. Η καλλιεργήσιμη γη του Δήμου ή της Κοινότητας, που περιλαμβάνεται στη δημοτική ή κοινοτική περιφέ­ρεια, αφού βεβαιωθεί ως προς τη θέση, τα όρια και την έκταση, εκμισθώνεται ολόκληρη ή σε τμήματα, με δημο­πρασία, που γίνεται ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, ανάμεσα σε δημότες κατοί­κους του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει την κυριότη­τα της γης, εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι η έκταση δεν είναι απαραίτητη για τις ανάγκες της τοπικής κτηνοτροφίας. Με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής ή του κοινοτικού συμβουλίου ορίζονται το κατώτατο όριο του μισθώματος και οι λοιποί όροι της δημοπρασίας, και μπορεί να απαγορευθεί να συμμετάσχουν στη δημοπρα­σία ιδιοκτήτες καλλιεργήσιμων εκτάσεων ορισμένου αριθμού στρεμμάτων.

 

2. Αν η δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, επαναλαμ­βάνεται ανάμεσα σε όλους τους δημότες, ανεξάρτητα από την έκταση της καλλιεργήσιμης ιδιοκτησίας τους. Αν και στην περίπτωση αυτή, η δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, επαναλαμβάνεται και μπορεί να συμμετά­σχει σε αυτήν οποιοσδήποτε.

 

3.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν, με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου τους, να εκμι­σθώνουν με δημοπρασία, για χρονικό διάστημα έως τριάντα (30) ετών, δημοτικές και κοινοτικές εκτάσεις που επιδέχονται καλλιέργεια και δενδροκομία και δεν υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, ώστε οι εκτάσεις αυτές να αξιοποιηθούν. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι της εκμίσθωσης.

Η κατακύρωση γίνεται επίσης με απόφαση του δημοτι­κού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 196

 

Μεταγραφή συμβάσεων

 

Το πλήρες κείμενο των συμβάσεων, με τις οποίες γίνε­ται εκμίσθωση δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων για χρονική διάρκεια μεγαλύτερη από εννέα (9) έτη, μετα­γράφεται ατελώς, στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ή της Κοινότητας.

 

Αρθρο 197

 

Εκμετάλλευση δημοτικών και κοινοτικών δασών

 

1. Η διαχείριση, η καλλιέργεια και η εκμετάλλευση των δημοτικών ή κοινοτικών δασών και των δασικών γενικά εκτάσεων γίνεται σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία. Η εκμίσθωση της εκμεταλλεύσεως γίνεται με δημοπρασία.

 

2.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες που έχουν στην ιδιοκτη­σία τους δάση μπορούν, με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, να εκμισθώνουν την εκμετάλ­λευση του δάσους σε δασικούς συνεταιρισμούς εργασί­ας, των οποίων όλα τα μέλη είναι κάτοικοι του Δήμου ή της Κοινότητας, απευθείας και χωρίς δημοπρασία και για χρονικό διάστημα έως τριών (3) ετών.

 

3. Απαγορεύεται στο συνεταιρισμό που έχει μισθώσει, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως, να παραχωρήσει, με οποιαδήποτε μορφή, το δικαίωμα αυτό, και θεωρείται αυτοδικαίως άκυρη η σχετική σύμβαση, καθώς και η παραχώρηση. Στους παραβάτες επιβάλλεται χρηματική ποινή που είναι ίση τουλάχιστον με το δεκαπλάσιο της αξίας του ανταλ­λάγματος.

 

 

Αρθρο 198

Διαχείριση – Εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας που ανήκει σε περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες

 

1. Ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η διαχείριση και η εκμετάλλευση ακινήτων που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες καθορίζεται με ομόφωνη απόφαση όλων των ενδιαφερόμενων οργανι­σμών. Σε περίπτωση διαφωνίας, επικρατεί η πλειοψηφία που υπολογίζεται, σύμφωνα με το μέγεθος του εξ αδιαι­ρέτου ποσοστού.

 

2. Οι δημοπρασίες για την εκποίηση ή την εκμίσθωση των ακινήτων αυτών γίνονται στην έδρα του Δήμου ή της Κοινότητας, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα ακίνητα ολόκληρα ή κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους, ενώπιον των δημάρχων ή των προέδρων Κοινοτήτων ή των νόμιμων αναπληρωτών τους που έχουν τη συγκυριό­τητα. Με απόφαση των συμβουλίων τους, μπορεί να ανα­τεθεί σε έναν από τους συγκύριους οργανισμούς η διε­νέργεια της δημοπρασίας από αρμόδιο όργανο του. Και στις δύο περιπτώσεις, η κατακύρωση της δημοπρασίας πρέπει να εγκριθεί από τα συμβούλια των Δήμων ή των Κοινοτήτων που έχουν συγκυριότητα.

 

 

Αρθρο 199

 

Κινητά πράγματα των Δήμων και Κοινοτήτων

 

1.  Η εκποίηση κινητών πραγμάτων των Δήμων και των Κοινοτήτων επιτρέπεται, ύστερα από απόφαση του δη­μοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και ενεργείται με δη­μοπρασία. Όταν πρόκειται για πράγματα που έχουν αξία έως χίλια ευρώ (1.000) μπορεί με αιτιολογημένη από­φαση του δημοτικού ή του κοινοτικού συμβουλίου να γί­νεται πρόχειρη δημοπρασία.

Επιτρέπεται η απευθείας και χωρίς δημοπρασία εκποί­ηση κινητών πραγμάτων προς το Δημόσιο, άλλους Ορ­γανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιχειρήσεις Οργανι­σμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, νομικά πρόσωπα δημοσί­ου δικαίου, οργανισμούς και επιχειρήσεις κοινής ωφέ­λειας, για την κάλυψη των αναγκών τους με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του. Το τίμημα των κινητών καθορίζεται από την επιτροπή της παραγράφου 5 του άρθρου 186.

 

2.  Η εκμίσθωση κινητών πραγμάτων των Δήμων και των Κοινοτήτων γίνεται με δημοπρασία. Αν η δημοπρα­σία δεν φέρει αποτέλεσμα, η εκμίσθωση μπορεί να γίνει με απευθείας συμφωνία, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή του κοινοτικού συμβουλίου. Η εκμίσθωση κινητών πραγμάτων, για χρονικό διάστημα έως τριών (3) το πολύ μηνών, γίνεται με απευθείας συμ­φωνία, ύστερα από απόφαση του δημάρχου ή του προέ­δρου της Κοινότητας.

 

3.  Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρ­μόζονται αναλόγως και στη μίσθωση κινητών πραγμά­των εκ μέρους των Δήμων και Κοινοτήτων.

 

4.  Δωρεές δημοτικών και κοινοτικών κινητών πραγμά­των, πλην χρηματικών παροχών, επιτρέπονται ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολι­κού αριθμού των μελών του, προς το Δημόσιο, Οργανι­σμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιχειρήσεις Οργανι­σμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, νομικά πρόσωπα δημοσί­ου δικαίου και οργανισμούς και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, για την εκπλήρωση σκοπού, που συνδέεται με την προαγωγή των τοπικών συμφερόντων ή την άμεση εξυ­πηρέτηση των κατοίκων της περιοχής.

 

5.  Σε περιπτώσεις που συγκύριοι κινητών πραγμάτων είναι περισσότεροι Δήμοι ή Κοινότητες, για τη διοίκηση, την εκμετάλλευση και την εκποίηση τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου.

 

6. Αντικείμενα που δεν έχουν καμία αξία καταστρέφο­νται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη επιτροπής, η οποία αποτελείται από τρεις συμβούλους που ορίζονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και από τους οποίους ο ένας προέρχεται από τη μειοψηφία. Αν κατά την κρίση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου για τη διατύπω­ση της γνώμης της επιτροπής απαιτούνται τεχνικές γνώ­σεις, τις οποίες δεν διαθέτει, η επιτροπή συγκροτείται από δύο συμβούλους και έναν τεχνικό υπάλληλο του Δή­μου ή της Κοινότητας. Αν δεν υπάρχει δημοτικός ή κοι­νοτικός τεχνικός υπάλληλος, το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ορίζει ως τρίτο μέλος της επιτροπής τεχνικό υπάλληλο από την Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινο­τήτων (Τ.Υ.Δ.Κ.) ή αν δεν υπάρχει από άλλη δημόσια υπηρεσία.

 

 

Αρθρο 200

Παραχώρηση περιουσιακών στοιχείων σε Δήμους και Κοινότητες

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

1.  Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Απο­κέντρωσης και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού, επι­τρέπεται να παραχωρηθούν ή να διατεθούν δωρεάν στους Δήμους ή στις Κοινότητες περιουσιακά στοιχεία οποιασδήποτε φύσεως, που ανήκουν στο Δημόσιο και σε δημόσια νομικά πρόσωπα, ύστερα από απόφαση του συλλογικού οργάνου που διοικεί το φορέα αυτόν.

 

2.  Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι και προϋ­ποθέσεις για την παραχώρηση ή τη διάθεση, καθώς και οι συνέπειες που συνεπάγεται η μη τήρηση τους.

 

 

Αρθρο 201

Δημοπρασίες

 

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζεται η διαδικασία για τη διεξαγω­γή των κάθε είδους δημοπρασιών, που αφορούν την εκ­ποίηση ή την εκμίσθωση ακινήτων ή κινητών πραγμάτων των Δήμων και Κοινοτήτων και την αγορά ή μίσθωση εκ μέρους των Δήμων και Κοινοτήτων ακινήτων που ανή­κουν σε τρίτους, οι όροι για τη συμμετοχή στις δημοπρα­σίες αυτές, τα σχετικά με τη διακήρυξη, τη δημοσίευση και την επικύρωση των αποτελεσμάτων των δημοπρα­σιών αυτών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

 

 

Αρθρο 202

 

Επιχορηγήσεις και βοηθήματα

 

1. Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου είναι δυνατή η παροχή χρηματικών επιχορηγήσεων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, περιλαμβανομέ­νων και των εκκλησιαστικών, σε αθλητικούς και πολιτι­στικούς συλλόγους, που έχουν την έδρα τους εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου ή της Κοινότητας, σε τοπι­κά παραρτήματα οργανώσεων πανελλήνιας δράσης, που αναπτύσσουν κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα, καθώς και σε πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώ­σεις εργαζομένων στους οικείους Δήμους ή Κοινότητες για την πραγματοποίηση κοινωνικών και πολιτιστικών εκ­δηλώσεων. Η απόφαση λαμβάνεται εφόσον έχει εγγρα­φεί σχετική πίστωση στον οικείο προϋπολογισμό για το σκοπό αυτόν, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα και μισό εκατοστό (1,5%) των τακτικών εσόδων του. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου δεν έχει εφαρμογή, εφόσον τα ποσά των χορηγούμενων ενι­σχύσεων από τους Δήμους και Κοινότητες προς τους παραπάνω φορείς προέρχονται από έκτακτες οικονομι­κές ενισχύσεις. Είναι επίσης δυνατή, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η επιχορήγηση συλλόγων μη κερδοσκο­πικού χαρακτήρα με πανελλήνια δράση, οι οποίοι έχουν ως σκοπό την παροχή βοήθειας και υποστήριξης, κάθε μορφής, σε παιδιά που είναι, ιδίως, θύματα εξάρτησης, κακοποίησης, παραμέλησης, οικονομικής εκμετάλλευ­σης και παράνομης διακίνησης, ανεξαρτήτως υπηκοότη­τας. Πρόσθετη προϋπόθεση για την επιχορήγηση αυτή αποτελεί η κατάρτιση σχετικού προγράμματος δράσεως του συλλόγου, για τον αντίστοιχο Δήμο ή Κοινότητα και η έγκριση του από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέ­ρειας.

 

2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, καθώς και για την αντι­μετώπιση έκτακτης και σοβαρής ανάγκης επιτρέπεται να χορηγούνται στους οικονομικά αδύνατους κατοίκους και πολύτεκνους είδη διαβιώσεως ή περιθάλψεως, κυρίως ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής, με απόφαση του δημοτικού και κοινοτικού συμβουλίου. Με τους ίδιους όρους επιτρέπεται να χορηγούνται χρηματικά βοηθήματα.

 

3.  Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του αριθμού των μελών του, είναι δυνατή η μείωση δημοτι­κών φόρων ή τελών μέχρι το πενήντα τοις εκατό (50%), ή η απαλλαγή από αυτούς για τους απόρους, τα άτομα με αναπηρίες και πολύτεκνους, όπως η ιδιότητα τους οριοθετείται αντίστοιχα από την κείμενη νομοθεσία.

 

 

Αρθρο 203

Επιχειρησιακό πρόγραμμα

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και για την εκπλή­ρωση της αποστολής τους, οι Δήμοι, οι Κοινότητες και οι Σύνδεσμοι εκπονούν επιχειρησιακά προγράμματα.

Το επιχειρησιακό πρόγραμμα περιέχει ένα συνεκτικό σύνολο αξόνων προτεραιότητας για δράσεις τοπικής ανάπτυξης και αποσκοπεί στην υλοποίηση του αναπτυ­ξιακού σχεδιασμού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοί­κησης.

 

 

Αρθρο 204

Εκπόνηση επιχειρησιακών προγραμμάτων – Υπόχρεοι

 

Υποχρέωση εκπόνησης επιχειρησιακών προγραμμά­των έχουν:

α) Οι Δήμοι με πληθυσμό άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) κατοίκων και Δήμοι πρωτευουσών νομών.

β) Οι Δήμοι που προέρχονται από εθελούσια συνένω­ση σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος.

γ) Οι Δήμοι, οι Κοινότητες και οι Σύνδεσμοι που καλύ­πτουν τις προϋποθέσεις, οι οποίες καθορίζονται με από­φαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και μετά από γνώμη της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας.

δ) Μπορούν επίσης να εκπονούν επιχειρησιακά προ­γράμματα και άλλοι Δήμοι ή Κοινότητες, για τα οποία ακολουθούνται οι διατάξεις του παρόντος.

Το επιχειρησιακό πρόγραμμα καταρτίζεται από το Δη­μοτικό Συμβούλιο και καλύπτει το σύνολο των δράσεων τοπικής ανάπτυξης, καθώς και οργάνωσης των υπηρε­σιών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Συμπεριλαμβάνει όλες τις δράσεις των δημοτικών ή κοινοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων, των δημοτικών ή κοινοτικών ανωνύμων εταιρειών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των δημοτικών ή κοινοτικών ιδρυμάτων τους, εφόσον οι σχετικές αποφάσεις των οργάνων διοίκησης τους έχουν εγκριθεί από το Δημοτικό Συμβούλιο.

 

 

Αρθρο 205

Χρόνος κατάρτισης των επιχειρησιακών προγραμμάτων

 

Η εκπόνηση του επιχειρησιακού προγράμματος πραγ­ματοποιείται μέσα στο πρώτο εξάμηνο της δημοτικής πε­ριόδου και μπορεί να αναθεωρείται κάθε διετία.

 

Αρθρο 206

Περιεχόμενο και δομή των επιχειρησιακών προγραμμάτων

 

1. Στο επιχειρησιακό πρόγραμμα καθορίζονται οι στρα­τηγικοί στόχοι, οι προτεραιότητες της τοπικής ανάπτυ­ξης, καθώς και η οργάνωση των υπηρεσιών των Οργανι­σμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των επιχειρήσεων τους, με παράλληλη εξειδίκευση των δράσεων της τε­τραετίας για την επίτευξη των στόχων αυτών.

 

2.  Η πρόβλεψη χρηματοδότησης όλων των δράσεων που περιλαμβάνονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα αναφέρεται σε υφιστάμενες πηγές χρηματοδότησης.

 

3.  Το επιχειρησιακό πρόγραμμα, μετά τον έλεγχο νο­μιμότητας για την τήρηση της διαδικασίας κατάρτισης του από την Περιφέρεια, εξειδικεύεται σε Ετήσιο Πρό­γραμμα Δράσης των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκη­σης και διακεκριμένα Ετήσια Προγράμματα Δράσης των δημοτικών ή κοινοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων, δη­μοτικών ή κοινοτικών ανωνύμων εταιρειών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των δημοτικών ή κοινο­τικών ιδρυμάτων τους. Αντίστοιχη ετήσια εξειδίκευση απαιτείται και για το επιχειρησιακό πρόγραμμα των Συνδέσμων.

 

4.  Μέρος του Ετήσιου Προγράμματος Δράσης είναι το ετήσιο τεχνικό πρόγραμμα του άρθρου 208.

Δράσεις υλοποιούνται μόνον εφόσον περιλαμβάνο­νται στο Ετήσιο Πρόγραμμα Δράσης και καλύπτονται από τον προϋπολογισμό.

 

5.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μετά από γνώμη της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας, καθο­ρίζονται ειδικότερα το περιεχόμενο, η δομή και ο τρόπος υποβολής των επιχειρησιακών προγραμμάτων στις Περι­φέρειες.

 

 

Αρθρο 207

Κατάρτιση και εκτέλεση των επιχειρησιακών προγραμμάτων

 

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζονται η διαδικασία κατάρτισης, παρακολούθησης και αξιολόγησης των επιχειρησιακών προγραμμάτων, καθώς και τα όργανα σύνταξης, ελέγ­χου και αξιολόγησης τους.

 

 

 

Αρθρο 208

Τεχνικό πρόγραμμα

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ-ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ Α’

ΕΡΓΑ – ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ – ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

 

1.  Τα Δημοτικά και Κοινοτικά Συμβούλια, καθώς και τα Διοικητικά Συμβούλια των Συνδέσμων οφείλουν, δύο (2) τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους, να αποφασίζουν για το ετήσιο τεχνικό πρόγραμ­μα που περιλαμβάνει με σειρά προτεραιότητας τα έργα που πρέπει να εκτελεστούν και που η δαπάνη τους πρέ­πει να αντιμετωπιστεί με τα κάθε είδους έσοδα του προ­ϋπολογισμού. Η δαπάνη για κάθε έργο υπολογίζεται κα­τά προσέγγιση, σύμφωνα με προκαταρκτικές εκθέσεις, προμελέτες, μελέτες ή άλλα στοιχεία.

 

2. α. Αν ο Δήμος ή η Κοινότητα απαρτίζεται από περισ­σότερα δημοτικά ή τοπικά διαμερίσματα ή οικισμούς, το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο οφείλει να περιλάβει στο ετήσιο τεχνικό πρόγραμμα τα έργα που πρέπει να εκτελεστούν για κάθε δημοτικό ή τοπικό διαμέρισμα ή οικισμό και να κάνει κατανομή των πιστώσεων που απαι­τούνται για την εκτέλεση των έργων του προγράμματος, ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα των αναγκών του πληθυσμού ή και με τα εισφερόμενα έσοδα. Δεν απαιτεί­ται κατανομή των πιστώσεων, όταν το έργο εξυπηρετεί όλα τα δημοτικά ή τοπικά διαμερίσματα ή όλους τους οι­κισμούς του Δήμου ή της Κοινότητας.

β. Από το σύνολο των πιστώσεων που καλύπτουν τις δαπάνες των έργων που περιλαμβάνονται στο ετήσιο τε­χνικό πρόγραμμα και δεν εξυπηρετούν όλα τα τοπικά διαμερίσματα, διατίθεται, αποκλειστικώς, για έργα που εκτελούνται στα τοπικά διαμερίσματα ποσοστό τουλάχι­στον τριάντα τοις εκατό (30%) των πιστώσεων εκείνων που θα διετίθεντο, αν η κατανομή αυτών γινόταν με πλη­θυσμιακά κριτήρια.

Τα Δημοτικά και Κοινοτικά Συμβούλια δύνανται με απόφαση τους να μεταθέτουν την εφαρμογή του ανωτέ­ρω ορίου πιστώσεων για το ετήσιο τεχνικό πρόγραμμα του επόμενου έτους. Στην περίπτωση αυτή η απαίτηση του ελάχιστου, ως άνω, ποσοστού, θα καλύπτεται στη βάση της διετίας.

 

3. Δεν επιτρέπεται η εκτέλεση έργου που δεν περιλαμ­βάνεται στο ετήσιο τεχνικό πρόγραμμα.

 

4.  Τροποποίηση του ετήσιου τεχνικού προγράμματος επιτρέπεται μόνο ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 209

 

Προμήθειες – Υπηρεσίες – Μελέτες

 

1. Οι προμήθειες των Δήμων, των Κοινοτήτων, των πά­σης φύσεως Συνδέσμων τους, των νομικών τους προσώ­πων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους διενεργού­νται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών των Ο.Τ.Α. (Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α), όπως ισχύει, με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του π.δ. 370/1995 (ΦΕΚ 199 Α’), όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί από το π.δ. 105/2000 (ΦΕΚ 100 Α’) και των αντίστοιχων του π.δ. 57/2000 (ΦΕΚ 45 Α’).

 

2.  Η παροχή των κάθε είδους υπηρεσιών προς τους φορείς της προηγούμενης παραγράφου, πλην αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α’), ρυθμίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκ­δίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερι­κών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονο­μίας και Οικονομικών.

 

3.  Με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής ή του κοι­νοτικού συμβουλίου επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί εκπόνησης μελετών, η απευθείας ανάθεση της εκπόνησης μελέτης του Δήμου ή Κοινότητας σε πτυχιούχο μελετη­τή ή μελετητικό γραφείο Α ή Β ‘τάξης πτυχίου, εφόσον η προεκτιμώμενη αμοιβή όλων των σταδίων της μελέτης δεν υπερβαίνει σε ποσοστό το τριάντα τοις εκατό (30%) του ανώτατου ορίου αμοιβής πτυχίου Α’ τάξης που κάθε φορά ισχύει για την αντίστοιχη κατηγορία μελέτης. Σε περίπτωση που, για οποιονδήποτε λόγο, προκύψει μεγα­λύτερη αμοιβή από αυτή που προεκτιμήθηκε και που έγι­νε αποδεκτή από τον ανάδοχο με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης, η επιπλέον διαφορά θεωρείται ποι­νική ρήτρα, σε βάρος του, για εσφαλμένη προεκτίμηση. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και από τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα, τα δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τους κά­θε είδους συνδέσμους Δήμων και Κοινοτήτων.

 

4.  Τα τεύχη δημόσιου διαγωνισμού ανάθεσης μελέτης ή υπηρεσίας θεωρούνται από την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου ή της Κοινότητας και, αν δεν υπάρχει ή αδυνατεί, από την Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ.). Οι μελέτες των έργων και υπηρεσιών, και πέ­ραν εκείνων των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3316/2005, θεωρούνται από την Τεχνι­κή Υπηρεσία του Δήμου ή της Κοινότητας και, αν δεν υπάρχει ή αδυνατεί, από την Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ.).

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζονται τα όρια προ­ϋπολογισμού των μελετών έργων και υπηρεσιών, πέραν των οποίων απαιτείται θεώρηση, ύστερα από γνώμη του περιφερειακού συμβουλίου δημοσίων έργων ή από την Τεχνική Υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημό­σιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου Δημοτικών και Κοινοτικών Εργων και θεώρηση Μελετών του ίδιου Υπουργείου.

Η εγκριτική απόφαση των μελετών, που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 3316/2005 εκδίδεται από την τεχνική υπηρεσία του Δήμου ή της Κοινότητας και, αν δεν υπάρχει ή αδυνατεί, από την Τε­χνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ.).

 

5.  Επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών και η διενέργεια προμηθειών από τους Δήμους και Κοινότητες, με βάση τις ρυθμίσεις του προεδρικού διατάγματος της παραγρά­φου 2 του παρόντος για λογαριασμό ιδρύματος ή άλλου νομικού προσώπου που έχουν συστήσει, μετά από σχετι­κή απόφαση του οικείου διοικητικού συμβουλίου με με­ταφορά και της αντίστοιχης πίστωσης στον προϋπολογι­σμό των φορέων αυτών.

 

6.  Κατά παρέκκλιση των πολεοδομικών διατάξεων, τε­χνικά έργα και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την ύδρευση και αποχέτευση Δήμων ή Κοινοτήτων, την άρ­δευση περιοχών τους, καθώς και την κατασκευή και λει­τουργία χώρων  υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α.), τα οποία προβλέπονται από τεχνικές μελέτες, δεν υπόκεινται στους όρους και περιορισμούς των διατάξεων αυτών και για την κατασκευή τους δεν απαιτείται η έκδοση άδειας από τις αρμόδιες αρχές. Όσα από τα τε­χνικά έργα και τις εγκαταστάσεις αυτές έχουν μεγάλο όγκο ή ύψος εκτελούνται ύστερα από γνωμοδότηση της αρμόδιας αρχιτεκτονικής επιτροπής.

 

7. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζεται το όριο προϋ­πολογισμού δαπάνης των καλλιτεχνικών έργων, που εκτελούνται με απευθείας ανάθεση από τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότητας ή τον πρόεδρο του διοικητι­κού συμβουλίου των φορέων της παραγράφου 1.

 

 

Αρθρο 210

Ελεγχος Ασφάλειας και Λειτουργίας των Εργων

 

1. Ο έλεγχος και η εποπτεία για την ασφάλεια και λει­τουργικότητα των δημοτικών και κοινοτικών έργων ασκείται από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες των Οργα­νισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και εφόσον δεν υπάρ­χουν από την Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ.) της οικείας Περιφέρειας.

 

2. Οι παραπάνω υπηρεσίες προτείνουν στον κύριο του έργου τα αναγκαία μέτρα, που πρέπει να ληφθούν, για την αποτροπή κινδύνων και σε περίπτωση βλαβών στα έργα, τις αναγκαίες εργασίες για την αποκατάσταση τους.

 

 

 

Αρθρο 211

 

Απαλλοτρίωση, δουλεία, εξαγορά επιχειρήσεων

 

ΤΜΗΜΑ Β’

ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

 

1. Επιτρέπεται να απαλλοτριωθούν αναγκαστικά υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων, για λόγους δημόσιας ωφέ­λειας, αστικά ή αγροτικά ακίνητα ή να συσταθεί δουλεία εις βάρος τους:

α) για τη διάνοιξη, τη διεύρυνση, τη διαμόρφωση και την κατασκευή δημοτικών και κοινοτικών οδών, καθώς και οδών που συνδέουν έναν Δήμο ή μία Κοινότητα με εθνική ή επαρχιακή οδό και συναφών τεχνικών έργων,

β) για την ύδρευση και την εκτέλεση των έργων, που αφορούν τη συγκέντρωση, τη μεταφορά, τη διανομή και την εξυγίανση του νερού και είναι αναγκαία για την ύδρευση,

γ) για την εκτέλεση έργων σχετικών με την άρδευση, την αποξήρανση, την αποστράγγιση, τη διευθέτηση ρευ­μάτων, που έχουν σκοπό τη βελτίωση της γεωργικής πα­ραγωγής ή τη διανομή της εκτάσεως που βελτιώνεται σε δημότες, που είναι ακτήμονες ή δεν έχουν επαρκή κλήρο,

δ) για τη δημιουργία ή την επέκταση πλατειών, κήπων, αλσών, δενδροστοιχιών, αθλητικών γηπέδων και άλλων κοινόχρηστων χώρων, με επιφύλαξη των διατάξεων που ρυθμίζουν την κήρυξη απαλλοτριώσεων για την εφαρμο­γή εγκεκριμένων σχεδίων πόλεως,

ε) για την εκτέλεση έργων σχετικών με την αποστράγ­γιση, τη διευθέτηση ρευμάτων, την αποχέτευση όμβριων ή ακάθαρτων υδάτων και κάθε είδους τεχνικών έργων, που έχουν σκοπό την εξυγίανση ή τον εξωραϊσμό,

στ) για τη λήψη και μεταφορά άμμου, λίθων και άλλου παρεμφερούς υλικού που χρησιμεύει για την εκτέλεση δημοτικών και κοινοτικών έργων,

69

ζ) για την ίδρυση ή την επέκταση κοιμητηρίου και κέ­ντρου αποτέφρωσης νεκρών,

η) για τη συντήρηση ή τη διαφύλαξη ακινήτων που έχουν ιστορική ή παραδοσιακή αξία,

θ) για την εναπόθεση απορριμμάτων,

ι) για την προστασία του φυσικού ή πολιτιστικού περι­βάλλοντος,

ια) για την κατασκευή κάθε δημοτικού ή κοινοτικού κτι­ριακού έργου και κάθε άλλου έργου που ο σκοπός του βρίσκεται μέσα στις αρμοδιότητες των Οργανισμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

 

2. Αναγνωρίζεται δικαίωμα προτιμήσεως υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων απέναντι σε άλλους δημόσιους φορείς, σε περίπτωση εξαγοράς επιχειρήσεων ή αναγκαστικής συμμετοχής σε αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ­θρου 106 παρ. 3 έως 5 του Συντάγματος.

 

 

Αρθρο 212

 

Κήρυξη της απαλλοτρίωσης και σύσταση δουλείας

 

1. Η κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή η σύσταση δουλείας ακινήτου, που βρίσκεται μέσα στη διοικητική περιφέρεια Δήμου ή Κοινότητας, γίνεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.

 

2.  Η απόφαση αυτή του δημοτικού ή κοινοτικού συμ­βουλίου πρέπει να περιέχει επί ποινή ακυρότητας σαφή προσδιορισμό του ακινήτου που απαλλοτριώνεται ή του δικαιώματος δουλείας που συνιστάται και της δημόσιας ωφέλειας, για την οποία γίνεται η απαλλοτρίωση ή η σύ­σταση δουλείας.

 

3.  Για την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αγρο­τικής έκτασης απαιτείται επιπλέον και γνώμη της αρμό­διας Υπηρεσίας Γεωργίας της οικείας Νομαρχιακής Αυ­τοδιοίκησης, στην περιοχή της οποίας βρίσκεται η έκτα­ση ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής. Η αρνητική γνώμη δεν παρακωλύει την κήρυξη της απαλλοτρίωσης. Για την κή­ρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δασικής έκτασης απαιτείται επιπλέον και γνώμη της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας. Για τη διατύπωση γνώμης τάσσεται προθε­σμία δύο (2) μηνών από την περιέλευση του σχετικού εγ­γράφου. Εάν εκπνεύσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η κήρυξη της απαλλοτρίωσης χωρεί νομίμως. Η τήρηση των διατυπώσεων αυτής της παραγράφου παραλείπεται, αν τα σχετικά ζητήματα έχουν ήδη αρμοδίως εξετασθεί στο πλαίσιο τήρησης των διαδικασιών του εδαφίου δ’ της παραγράφου 5 του παρόντος.

 

4.  Για την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης απαι­τείται, σε κάθε περίπτωση, ανακοίνωση της υπηρεσίας που προτείνει την απαλλοτρίωση, στην οποία να αναφέ­ρεται ο σκοπός της απαλλοτρίωσης και να προσδιορίζε­ται η απαλλοτριωτέα έκταση ή η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται αυτή. Με την ανακοίνωση καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να προβούν σε προσφορά ή υπόδειξη κατάλληλων για το σκοπό της απαλλοτρίωσης ακινήτων. Παράλληλα γίνεται τοιχοκόλληση της ανακοίνωσης στο κατάστημα του Δήμου ή της Κοινότητας στην περιφέ­ρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριωτέα ακίνητα. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πρακτικό από όργα­νο του Δήμου ή της Κοινότητας, το οποίο υποβάλλεται στην υπηρεσία που εξέδωσε την ανακοίνωση. Η δημο­σιοποίηση της ανακοίνωσης και η τοιχοκόλληση γίνονται έναν τουλάχιστον μήνα πριν τη δημοσίευση της απόφα­σης κήρυξης της απαλλοτρίωσης και η σχετική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίω­σης.

 

5.  Για να εκδοθεί η απόφαση που κηρύσσει την απαλ­λοτρίωση ή συνιστά τη δουλεία, απαιτούνται:

α) κτηματολογικό διάγραμμα που απεικονίζει την απαλλοτριωτέα έκταση ή την έκταση που επιβαρύνεται με τη δουλεία, καθώς και τις επί μέρους ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτήν,

β) κτηματολογικός πίνακας, στον οποίο εμφαίνονται οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες των ακινήτων, το εμβαδόν κάθε ακινήτου και τα κύρια προσδιοριστικά στοιχεία των κατα­σκευών που βρίσκονται σε αυτό και των λοιπών συστατι­κών του, καθώς και ο χαρακτηρισμός της έκτασης,

γ) μελέτη ή προμελέτη ή προκαταρκτική μελέτη του έργου που τυχόν πρόκειται να εκτελεστεί,

δ) τήρηση των διαδικασιών για τη χωροθέτηση του έργου, που προβλέπονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τους νόμους 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α’) και 3010/2002 (ΦΕΚ 91 Α’) και τις υπ’ αριθμ. 69269/5387/25.10.1990 (ΦΕΚ 678 Β’) και Η.Π. 15393/2332/5.8.2002 (ΦΕΚ 1022 Β’) κοινές αποφάσεις, όπως κάθε φορά ισχύουν, εφόσον το έργο για το οποίο θα κηρυχθεί απαλλοτρίωση περι­λαμβάνεται μεταξύ των αναφερόμενων στις διατάξεις αυτές,

ε) βεβαίωση του αρμόδιου οργάνου για την έκδοση της πράξης, το ύψος της δαπάνης και τον τρόπο κάλυ­ψης της, με μνεία του αντίστοιχου φορέα και κωδικού αριθμού εξόδου του οικείου προϋπολογισμού, από την εγγεγραμμένη πίστωση των οποίων πρόκειται να καλυ­φθεί η εν λόγω δαπάνη. Σε περίπτωση που δεν έχει εγ­γραφεί σχετική πίστωση στον προϋπολογισμό του οικεί­ου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή η εγγεγραμμέ­νη έχει εξαντληθεί ή είναι ανεπαρκής, αναγράφεται η σχετική απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου περί μεταφοράς πιστώσεως ή η πηγή από την οποία θα καλυφθεί η σχετική δαπάνη. Η βεβαίωση αυτή μνημο­νεύεται υποχρεωτικά στο προοίμιο της πράξης κήρυξης της απαλλοτρίωσης,

στ) εφαρμογή των σχετικών διατάξεων για το Εθνικό Κτηματολόγιο.

 

6.  Ο νομέας ή κάτοχος του ακινήτου που πρόκειται να απαλλοτριωθεί ή να επιβαρυνθεί με δουλεία υποχρεού­ται να επιτρέπει την εκτέλεση των προπαρασκευαστικών εργασιών για την καταμέτρηση και σύνταξη των πιο πά­νω διαγραμμάτων και μελετών. Η εκτέλεση των εργα­σιών αυτών πρέπει να μην εμποδίζει τη χρήση και κάρ­πωση του ακινήτου. Ο Δήμος ή η Κοινότητα υποχρεούται να αποκαταστήσει τις βλάβες ή φθορές που προκλήθη­καν από την εκτέλεση των παραπάνω προπαρασκευαστι­κών εργασιών.

 

7.  Η απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, με την οποία κηρύσσεται η απαλλοτρίωση ή συνιστάται η δουλεία, δημοσιεύεται, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την έκδοση της, σε μία ημερήσια εφημερίδα του νομού και κοινοποιείται στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ή σύσταση δουλείας, εφόσον είναι γνω­στός, με δημοτικό, κοινοτικό ή δημόσιο όργανο, που συ­ντάσσει αποδεικτικό κοινοποίησης.

Αν ο καθ’ ου είναι άγνωστος, η κοινοποίηση γίνεται κα­τά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

 

8.  Ο καθ’ ου έχει δικαίωμα προσφυγής στην επιτροπή της παραγράφου 5 του άρθρου 186 εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου.

 

9.  Αν η επιτροπή αποφανθεί ότι νόμιμα εκδόθηκε η απόφαση της παραγράφου 1, αυτή δημοσιεύεται αυτού­σια, με φροντίδα του Δήμου ή της Κοινότητας μία φορά σε μία ημερήσια εφημερίδα που εκδίδεται στο νομό. Αν δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα, η δημοσίευση γίνεται σε δύο εβδομαδιαίες ή δεκαπενθήμερες. Με τη δημοσί­ευση ή τις δημοσιεύσεις αυτές ολοκληρώνεται η διαδικα­σία κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή σύστασης δουλείας.

 

10.  Αν η επιτροπή ακυρώσει την απόφαση απαλλοτρί­ωσης ή σύστασης δουλείας, οι δημοσιεύσεις της προη­γούμενης παραγράφου γίνονται μόνο αν ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής από την αρμόδια προς τούτο αρχή.

 

11.  Αν κηρυχθεί απαλλοτρίωση ή γίνει σύσταση δου­λείας σε ακίνητο που βρίσκεται έξω από τη διοικητική περιφέρεια του Δήμου ή της Κοινότητας, η σχετική από­φαση επιδίδεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας στο Δήμο ή την Κοινότητα, στη διοικητική περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο. Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο του Δήμου αυτού ή της Κοινότητας υποχρεούται να γνωμοδοτήσει αιτιολο­γημένα μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός, η οποία αρχίζει από την επόμενη της επίδοσης του προη­γούμενου εδαφίου. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η διαδικασία της απαλλοτρίωσης ή της σύστασης δουλείας συνεχίζεται και χωρίς τη γνωμοδότηση αυτή και εφαρμόζονται οι διατάξεις των προηγούμενων παρα­γράφων 5, 6, 7 και 8.

 

12.  Οι διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν για τις ανα­γκαστικές απαλλοτριώσεις του Δημοσίου εφαρμόζονται και στις απαλλοτριώσεις ή τις συστάσεις δουλειών, υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων, εφόσον δεν είναι αντίθετες με τις διατάξεις του παρόντος.

 

 

Αρθρο 213

Λοιπές επεμβάσεις στην ιδιοκτησία

 

1.  Οι κύριοι ή κάτοχοι κτημάτων και οικοπέδων υπο­χρεούνται να ανέχονται τη διενέργεια δοκιμαστικών γε­ωτρήσεων και εκσκαφών μέσα σε αυτά από το Δήμο ή την Κοινότητα ή τις δημοτικές και κοινοτικές επιχειρή­σεις ύδρευσης και αποχέτευσης, όταν προβλέπεται τού­το από τεχνική ή γεωλογική μελέτη ή έκθεση για την ανεύρεση υδάτων, καθώς και την αξιοποίηση υφιστάμε­νων πηγών ή την τοποθέτηση σωλήνων ύδρευσης, άρ­δευσης και αποχέτευσης. Η μετατόπιση των σωλήνων ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης, που τοποθετού­νται, γίνεται ύστερα από αίτηση του κυρίου ή του κατό­χου του ακινήτου, με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτι­κού συμβουλίου, που εκδίδεται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες.

Στην περίπτωση αυτή η σχετική δαπάνη επιβαρύνει το Δήμο ή την Κοινότητα. Επίσης, οι κύριοι ή κάτοχοι ακινή­των υποχρεούνται να ανέχονται την τοποθέτηση ενδει­κτικών πινακίδων, για την κυκλοφορία και την ονοματο­θεσία οδών και πλατειών, καθώς και τη στήριξη φωτιστι­κών σωμάτων.

 

2. Αν προκληθεί ζημιά από τις ενέργειες αυτές, η οφει­λόμενη αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο που συ­ντάσσει η επιτροπή της παραγράφου 5 του άρθρου 186.

 

3.  Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινή­του αίτηση για αύξηση του ποσού της οφειλόμενης απο­ζημιώσεως. Η αίτηση αυτή πρέπει να ασκηθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, αφότου το πρωτόκολλο κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο με φροντίδα της Κοινότητας και εκδικάζεται με τη διαδικα­σία των ασφαλιστικών μέτρων.

 

 

Αρθρο 214

Συμμετοχή στις τοπικές υποθέσεις

 

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ

ΤΟΠΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

1. Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές προωθούν τη λαϊ­κή συμμετοχή στις τοπικές υποθέσεις, την ευαισθητοποί­ηση και οργάνωση των δημοτών και κατοίκων για την έρευνα, τον εντοπισμό, την καταγραφή και την επίλυση των τοπικών προβλημάτων και αναγκών των κατοίκων των τοπικών ή δημοτικών διαμερισμάτων και μεμονωμέ­νων συνοικιών κάθε Δήμου ή Κοινότητας.

 

2.  Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές διασφαλίζουν το δικαίωμα πρόσβασης όλων των δημοτών και κατοίκων, χωρίς διάκριση, στη χρήση των υπηρεσιών που παρέ­χουν, ανεξαρτήτως εθνικότητας, θρησκείας, φύλου, γλώσσας, φυλετικής ή κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκουν. Διασφαλίζουν επίσης την άσκηση του δικαιώ­ματος πρόσβασης των δημοτών και κατοίκων στην πλη­ροφόρηση και μεριμνούν για τη διαρκή βελτίωση της δια­φάνειας της δράσης τους και την ενδυνάμωση της κοι­νωνικής συνοχής.

Διαβουλεύονται με τους κατοίκους των περιοχών τους, τους συλλογικούς κοινωνικούς φορείς και τις εν­διαφερόμενες ομάδες πληθυσμού τόσο κατά την προερ­γασία εκπόνησης των προγραμμάτων δράσης και των κανονιστικών πράξεων, όσο και κατά τη λήψη αποφάσε­ων γενικού ενδιαφέροντος.

 

3.  Ειδικότερα, με ευθύνη των αρμόδιων οργάνων σε κάθε Δήμο και Κοινότητα μπορεί να:

α. καταρτίζεται Χάρτα, στην οποία καταγράφεται το πλαίσιο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των δη­μοτών και των κατοίκων με ειδικές προβλέψεις για τους νέους και τους πολίτες που αντιμετωπίζουν ειδικά προ­βλήματα·

β. καταρτίζεται οδηγός του δημότη, στον οποίο περι­γράφονται η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις πα­ροχής των υπηρεσιών τους και

γ. αξιοποιείται η Κοινωνία της Πληροφορίας, ο θεσμός της Κοινωνικής Εργασίας και οι αρχές του εθελοντι­σμού.

 

 

Αρθρο 215

Αναφορές και προτάσεις Πληροφόρηση δημοτών και κατοίκων

 

1.  Οι δημότες και οι κάτοικοι συμμετέχουν ενεργά στην προαγωγή των τοπικών υποθέσεων και στις δρα­στηριότητες του Δήμου ή της Κοινότητας.

 

2.  Οι δημότες και οι κάτοικοι μπορούν να καταθέτουν ατομικά ή συλλογικά στο Δήμο ή την Κοινότητα, στα το­πικά ή δημοτικά διαμερίσματα και στα νομικά τους πρό­σωπα δημοσίου δικαίου αναφορές και ερωτήσεις, για την ενημέρωση τους επί αποφάσεων που τους ενδιαφέρουν. Την ίδια δυνατότητα έχουν και ενώσεις προσώπων κάθε μορφής για ζητήματα γενικότερου τοπικού ενδιαφέρο­ντος.

Το αρμόδιο όργανο οφείλει να απαντά στις ανωτέρω αναφορές και ερωτήσεις, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών.

 

3. Οι δημότες και οι κάτοικοι μπορούν επίσης να κατα­θέτουν προτάσεις για την επίλυση διαφόρων ζητημάτων αρμοδιότητας του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου ή του συμβουλίου του τοπικού ή δημοτικού διαμερίσματος. Οι προτάσεις συζητούνται υποχρεωτικά στο οικείο συμ­βούλιο, εφόσον έχουν κατατεθεί από τουλάχιστον είκο­σι πέντε (25) άτομα και ενημερώνονται οι ενδιαφερόμε­νοι για τη σχετική απόφαση που λαμβάνεται.

 

4.  Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ή το συμβούλιο του δημοτικού ή τοπικού διαμερίσματος μπορεί με από­φαση του να καθορίζει τον τρόπο και τις διαδικασίες, με τις οποίες θα εξασφαλίζεται στους δημότες πλήρης πλη­ροφόρηση για τα κάθε είδους προβλήματα της περιφέ­ρειας του, καθώς και για τη δραστηριότητα του οικείου συμβουλίου και των αρμόδιων οργάνων του Δήμου ή της Κοινότητας, αναφορικά με την αντιμετώπιση και λύση των προβλημάτων αυτών.

 

 

Αρθρο 216

 

Τοπικά δημοψηφίσματα

 

1.  Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές, προκειμένου να λάβουν απόφαση για σοβαρά θέματα που ανήκουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων τους, μπορούν να διεξάγουν τοπικό δημοψήφισμα, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμί­σεις του παρόντος. Σε κάθε περίπτωση αντικείμενα τοπι­κών δημοψηφισμάτων δεν μπορούν να αποτελούν τα θέ­ματα εθνικής πολιτικής, καθώς και εκείνα που συνιστούν περιφερειακές και νομαρχιακές αρμοδιότητες.

 

2.  Το τοπικό δημοψήφισμα διεξάγεται μετά από από­φαση του οικείου συμβουλίου, που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των με­λών του με την οποία διαπιστώνεται η αναγκαιότητα διε­ξαγωγής αυτού και προσδιορίζεται το ερώτημα που πρό­κειται να τεθεί σε ψηφοφορία, η ημερομηνία διεξαγωγής του και το ύψος της δαπάνης που θα προκληθεί. Με την ίδια απόφαση το συμβούλιο ορίζει ειδική επιτροπή, η οποία αποτελείται από αιρετούς και υπαλλήλους, αρμό­δια για την οργάνωση διεξαγωγής του δημοψηφίσματος.

 

3.  Τοπικό δημοψήφισμα διεξάγεται, επίσης, μετά από αίτηση του ενός τρίτου (1/3) των δημοτών για την ένωση Δήμων και Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 3, καθώς και μετά από αίτηση του ενός τρίτου (1/3) των εκλογέων τοπικού διαμερίσματος για την προσάρτηση του σε άλλο Δήμο ή Κοινότητα. Στην αίτηση αναγράφεται το υπό ψη­φοφορία θέμα και τίθενται οι υπογραφές των δημοτών.

Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο του Δήμου ή της Κοινότητας μέσα σε έναν (1) μήνα από την υποβολή της αίτησης υποχρεούται να προβεί στην προκήρυξη του δη­μοψηφίσματος.

 

4.  Τα θέματα που τίθενται σε δημοψήφισμα κατά τις ανωτέρω παραγράφους θα πρέπει να διατυπώνονται με ερώτημα, το οποίο πρέπει να είναι κατά το δυνατόν σύ­ντομο και σαφές. Η προτίμηση του εκλογικού σώματος εκφράζεται με τη χρήση των όρων «ΝΑΙ» ή «ΟΧΙ».

 

5.  Δημοψήφισμα δεν μπορεί να διεξαχθεί για θέματα που αφορούν τον προϋπολογισμό του Δήμου ή της Κοι­νότητας ή την επιβολή τελών. Δεν επιτρέπεται να διεξα­χθεί δημοψήφισμα το τελευταίο έτος της δημοτικής πε­ριόδου, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 3 και 4. Επίσης δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, για την ανάδειξη των μελών του εθνικού ή του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Δημοψήφισμα για το ίδιο θέμα δεν μπορεί να διεξα­χθεί, πριν περάσει ένας χρόνος από τη διεξαγωγή του προηγούμενου δημοψηφίσματος.

 

6.  Δικαίωμα συμμετοχής στο τοπικό δημοψήφισμα έχουν οι έχοντες δικαίωμα ψήφου στις εκλογές για την ανάδειξη δημοτικών και κοινοτικών αρχών.

Έγκυρο θεωρείται το αποτέλεσμα του δημοψηφίσμα­τος, εφόσον συμμετείχε το πενήντα τοις εκατό (50%) των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, που διεξάγεται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, δεσμεύει το οικείο συμβούλιο στο πλαίσιο της απόφασης, που θα λάβει για το θέμα που διεξήχθη.

 

7.  Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη­σης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν τον έλεγχο νομιμό­τητας της διενέργειας του τοπικού δημοψηφίσματος από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, κατά το άρ­θρο 149, την προκήρυξη και τη διαδικασία διεξαγωγής της ψηφοφορίας, την εξαγωγή και δημοσίευση του απο­τελέσματος, τους όρους χρηματοδότησης των εμπλεκό­μενων πλευρών και προβολής των προβαλλόμενων θέ­σεων, καθώς και κάθε σχετικό θέμα.

 

 

Αρθρο 217

 

Απολογισμός πεπραγμένων Δημοτικής Αρχής

 

1.  Κάθε χρόνο γίνεται ο απολογισμός πεπραγμένων της δημοτικής αρχής, σε ειδική δημόσια συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, σε ό,τι αφορά την οικονομική κα­τάσταση, τη διοίκηση του Δήμου και την εφαρμογή του προγράμματος δημοτικής δράσης.

 

2.  Η ειδική δημόσια συνεδρίαση του δημοτικού συμ­βουλίου γίνεται μέχρι τέλος Ιουνίου και ανακοινώνεται πριν από δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες με κάθε πρόσφορο τρόπο. Σε αυτήν καλούνται οι κάτοικοι και όλοι οι φορείς της πόλης.

 

3. Το δημοτικό συμβούλιο επιλέγει τον προσφορότερο χώρο για τη διεξαγωγή της ανωτέρω συνεδρίασης.

 

4.  Κατά την ειδική δημόσια συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου τοποθετούνται όλες οι δημοτικές παρατά­ξεις και μπορούν να πάρουν το λόγο τα μέλη του δημοτι­κού συμβουλίου και τα μέλη των συμβουλίων των δημο­τικών και τοπικών διαμερισμάτων.

 

5.  Κάθε φορέας, δημότης, κάτοικος ή φορολογούμε­νος από το Δήμο έχει δικαίωμα να διατυπώσει παρατη­ρήσεις σχετικές με τον απολογισμό στη συνεδρίαση αυτή.

 

6. Σε περίπτωση που το χρονικό διάστημα που προβλέ­πει το παρόν άρθρο παρέλθει χωρίς να κινηθούν οι διαδι­κασίες για την πραγματοποίηση της ειδικής δημόσιας συνεδρίασης απολογισμού, μπορούν οι δημοτικές παρα­τάξεις ή οι δημοτικοί σύμβουλοι να προκαλέσουν τη συνε­δρίαση αυτή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 94.

 

 

Αρθρο 218

 

Απολογισμός Κοινοτικής Αρχής

 

Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στις Κοινότητες της Χώρας.

 

 

 

Αρθρο 219

Διεθνείς συνεργασίες

 

ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

 

1.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες συνεργάζονται με πρω­τοβάθμιους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης της αλλοδαπής, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και υπό την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας:

α. Σε διεθνές επίπεδο, για την προαγωγή της διαπερι­φερειακής και συνοριακής συνεργασίας και τη συμμετο­χή τους σε δίκτυα πόλεων και ενώσεων.

β. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για τη συμμετοχή τους σε δί­κτυα, προγράμματα και πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης.

 

2.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, στο πλαίσιο των ρυθμί­σεων της προηγούμενης παραγράφου, μπορούν να πραγματοποιούν πολιτιστικές και καλλιτεχνικές εκδηλώ­σεις και ανταλλαγές αποστολών για την αντιμετώπιση θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, καθώς και να συνά­πτουν συμφωνίες.

 

3.  Για τη συμβατότητα της δράσης των Δήμων και Κοι­νοτήτων με τις εθνικές πολιτικές, την εθνική και κοινοτι­κή νομοθεσία και σε σχέση με το εύρος των αρμοδιοτή­των τους απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής του άρθρου 4 παρ. 2β του ν. 3345/2005 (ΦΕΚ 135 Α’), όπως κάθε φορά ισχύει. Όταν συζητούνται θέ­ματα διεθνούς συνεργασίας Δήμων και Κοινοτήτων, ο εκπρόσωπος της Ε.Ν.Α.Ε. αντικαθίσταται από τον αντί­στοιχο της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε..

 

4.  Για την υλοποίηση των συνεργασιών των ανωτέρω παραγράφων, οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να τη­ρούν ειδικό λογαριασμό διαχείρισης των αναγκαίων πό­ρων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος τήρησης του ανω­τέρω λογαριασμού και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

 

5.  Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές εκπροσωπούνται στην αντιπροσωπευτική συνέλευση της Επιτροπής των Περιφερειών, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου.

 

6. α. Για τη γραμματειακή υποστήριξη δικτύου πόλεων και ενώσεων μπορεί να αποσπασθεί υπάλληλος Δήμου ή Κοινότητας που είναι μέλος αυτού.

β. Η απόσπαση γίνεται ύστερα από απόφαση του διοι­κούντος το δίκτυο οργάνου και σύμφωνης γνώμης του οικείου δημάρχου ή προέδρου της Κοινότητας, που είναι μέλη του δικτύου.

γ. Η διάρκεια της απόσπασης είναι διετής με δυνατό­τητα ισόχρονης παράτασης. Η μισθοδοσία του αποσπα­σμένου βαρύνει τον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

 

7.  Οι ανωτέρω ρυθμίσεις εφαρμόζονται αναλόγως και στους Συνδέσμους.

 

 

Αρθρο 220

 

Αδελφοποιήσεις

 

1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, στο πλαίσιο της ευρύτε­ρης συνεργασίας τους με αντίστοιχους οργανισμούς ξέ­νων χωρών, μπορούν να αναπτύσσουν τις κατά νόμο πρωτοβουλίες τους για θέματα που εμπίπτουν στις αρ­μοδιότητες τους και να προβαίνουν σε πράξεις αδελφο­ποίησης των πόλεων τους, με στόχο τη μεταξύ τους προαγωγή των οικονομικών, πολιτιστικών, μορφωτικών και κοινωνικών σχέσεων.

 

2.  Η αδελφοποίηση γίνεται με απόφαση του Δημοτι­κού ή Κοινοτικού Συμβουλίου και ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής της παραγράφου 3 του προηγού­μενου άρθρου.

 

3. Για τη μετακίνηση κάθε εκπροσώπου Δήμου ή Κοινό­τητας στο εξωτερικό για τις ανάγκες των αδελφοποιήσεων απαιτείται απόφαση του οικείου συμβουλίου, εφό­σον για την αδελφοποίηση έχει προηγηθεί η παροχή σύμφωνης γνώμης από την Επιτροπή της προηγούμενης παραγράφου.

 

4.  Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δη­μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οι­κονομικών και Εξωτερικών καθορίζονται ειδικά προ­γράμματα και πλαίσια δράσης για τις αδελφοποιήσεις των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ρυθμίζονται θέματα διαχείρισης των σχετικών δαπανών μετάβασης προσώπων στο εξωτερικό, καθώς και κάθε αναγκαία λε­πτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

 

5. Δήμος ή Κοινότητα μπορεί να προβαίνει σε πράξεις αδελφοποιήσεων και δημιουργίας δικτύων πόλεων με άλλους Δήμους ή Κοινότητες της Χώρας στο πλαίσιο ει­δικότερων συνεργασιών που έχουν ως στόχο τη μεταξύ τους προαγωγή των οικονομικών, πολιτιστικών, μορφω­τικών και κοινωνικών σχέσεων. Με απόφαση του Υπουρ­γού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρω­σης και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα θέ­ματα διαχείρισης των σχετικών δαπανών.

 

 

Αρθρο 221

Συμβάσεις στο πλαίσιο αδελφοποιήσεων

 

1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες στο πλαίσιο των αδελφοποιήσεων και υπό την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώ­σεων της Χώρας μπορούν να συνάπτουν αντίστοιχου πε­ριεχομένου συμβάσεις με τους αλλοδαπούς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τους οποίους έχουν αδελφοποιηθεί. Οι συμβάσεις αυτές καταρτίζονται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής της παρ. 3 του άρθρου 219.

 

2.  Ενώσεις δημοσίου συμφέροντος ορισμένης χρονι­κής διάρκειας μπορούν να συνιστώνται με σκοπό την από κοινού πραγματοποίηση δραστηριοτήτων που απαι­τούνται για το σχεδιασμό και τα προγράμματα της διαπε­ριφερειακής και διασυνοριακής συνεργασίας που αφο­ρούν τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης μπορούν να συμμετέχουν στις ανωτέρω Ενώσεις δημο­σίου συμφέροντος.

 

3. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης κρατών – με­λών της Ευρωπαϊκής Ενωσης μπορούν να συμμετέχουν σε Ενώσεις δημοσίου συμφέροντος, που συνιστώνται για ορισμένο χρόνο, για την άσκηση δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στην προαγωγή και πραγματοποίηση συνδυασμένων πολιτικών κοινωνικής και αστικής ανά­πτυξης.

 

Αρθρο 222

 

Συμβάσεις διαδημοτικής συνεργασίας

 

ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ

ΔΙΑΔΗΜΟΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ – ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ -ΣΥΜΠΡΑΞΕΙΣ

 

1.  Δήμοι και Κοινότητες του ίδιου νομού ή όμοροι Δή­μοι και Κοινότητες μπορούν να συνάπτουν μεταξύ τους συμβάσεις, με τις οποίες αναλαμβάνουν την άσκηση αρ­μοδιότητας για λογαριασμό τους ή την υποστήριξη της άσκησης της. Στις συμβάσεις αυτές μπορεί να συμμετέ­χει και νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου του αναλαμβά­νοντας την αρμοδιότητα Δήμου ή Κοινότητας ή Σύνδεσμος. Οι συμβάσεις αυτές καλούνται «συμβάσεις διαδη­μοτικής συνεργασίας».

 

2. Στις συμβάσεις διαδημοτικής συνεργασίας ορίζεται, ιδίως, ο τρόπος άσκησης της ανατιθέμενης αρμοδιότη­τας ή υποστήριξης της άσκησης της και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών, και ειδικότερα:

α) Ο σκοπός και η διάρκεια της σύμβασης.

β) Η διάθεση του προσωπικού των συμβαλλομένων ή η σύσταση πρόσθετων θέσεων προσωπικού ιδιωτικού δι­καίου ορισμένου χρόνου, με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε. Υ.) του αναλαμβάνοντας την άσκηση της αρμοδιότητας φορέα, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ 134 Α’).

γ) Η διάθεση μηχανολογικού εξοπλισμού, οχημάτων και άλλων τεχνικών μέσων ή ακινήτων και εγκαταστάσε­ων για την εξυπηρέτηση του σκοπού της σύμβασης.

δ) Τα ποσά χρηματοδότησης των επενδυτικών και των λειτουργικών δαπανών για την εφαρμογή της σύμβασης. Τα έσοδα αυτά μπορούν να προέρχονται από τέλη, δικαι­ώματα και εισφορές, τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πό­ρους (Κ.Α.Π.), τη Συλλογική Απόφαση Τοπικής Αυτοδιοί­κησης (Σ.Α.Τ.Α.) ή τα Αναπτυξιακά Προγράμματα της Το­πικής Αυτοδιοίκησης.

ε) Το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής της σύμβασης,

στ) Το όργανο παρακολούθησης της εφαρμογής της σύμβασης.

 

3. Οι προβλεπόμενες στη σύμβαση δαπάνες εγγράφο­νται ως υποχρεωτικές στους προϋπολογισμούς των συμ­βαλλόμενων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και αποδίδονται στον αναλαμβάνοντα την αρμοδιότητα φο­ρέα.

 

4.  Τα χρησιμοποιούμενα τεχνικά μέσα και εγκαταστά­σεις μπορεί να φέρουν ως διακριτικό τον τίτλο «Διαδημοτική Συνεργασία…………..» που συμπληρώνεται με τα ονόματα των συμβαλλόμενων φορέων ή με άλλο όνο­μα δηλωτικό της γεωγραφικής ενότητας των φορέων αυτών.

 

5.  Οι αποφάσεις των οικείων συμβουλίων για την έ­γκριση συμβάσεων διαδημοτικής συνεργασίας λαμβάνο­νται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των με­λών εκάστου.

 

6.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

 

 

Αρθρο 223

Συμβάσεις Συνεργασίας Φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

 

1. Δήμοι, Κοινότητες, Σύνδεσμοι, Νομαρχιακές Αυτο­διοικήσεις και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού μπο­ρούν να συνάπτουν μεταξύ τους συμβάσεις για την εκτέ­λεση έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Αντικείμενα των συμβάσεων μπορεί να είναι και η βεβαίωση και εί­σπραξη τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και προστίμων.

 

2. Οι συμβαλλόμενοι φορείς μπορεί να χρηματοδοτού­νται για την εκτέλεση των συμβάσεων και από τον Κρα­τικό Προϋπολογισμό ή το πρόγραμμα δημόσιων επενδύ­σεων ή τους προϋπολογισμούς άλλων φορέων του δημόσιου τομέα.

 

3.  Οι όροι και οι προϋποθέσεις της σύμβασης καθορί­ζονται με αποφάσεις των οικείων συμβουλίων, οι οποίες λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών.

 

4.  Δήμοι, Κοινότητες, σύνδεσμοι και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών μπορούν να αναθέτουν με τη διενέργεια διαγωνισμού σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή κοινοπραξίες την αξιο­ποίηση της ακίνητης περιουσίας τους, την εκτέλεση έρ­γων, την παροχή υπηρεσιών προς τον αναθέτοντα φο­ρέα ή προς τους δημότες και την εφαρμογή προγραμμά­των. Η ανάθεση του έργου ή της υπηρεσίας συνοδεύεται είτε με την καταβολή αμοιβής (δημόσια σύμβαση έργου ή υπηρεσίας) είτε με την παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης του έργου ή της υπηρεσίας είτε με το δι­καίωμα εκμετάλλευσης του έργου ή της υπηρεσίας σε συνδυασμό με την καταβολή αμοιβής (παραχώρηση δη­μόσιου έργου ή δημόσιας υπηρεσίας).

 

5.  Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη­σης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, μετά από γνώμη της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτή­των Ελλάδας, που παρέχεται μέσα σε τρεις (3) μήνες αφότου της ζητηθεί, προσδιορίζεται ειδικότερα το πεδίο εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου και τα σχε­τικά με τη διενέργεια του διαγωνισμού, ιδίως δε οι προϋ­ποθέσεις, οι όροι, η διαδικασία και τα όργανα διενέργειας του διαγωνισμού, οι όροι τους οποίους πρέπει να πληρούν οι ανάδοχοι, τα κριτήρια και η διαδικασία αξιο­λόγησης και επιλογής, το περιεχόμενο και η δημοσιότη­τα της προκήρυξης, η υποβολή και η εκδίκαση των εν­στάσεων, οι βασικοί όροι των συμβάσεων ανάθεσης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

 

 

Αρθρο 224

Συμπράξεις Δήμων και Κοινοτήτων με τον ιδιωτικό τομέα

 

Για την εκτέλεση έργων και την παροχή υπηρεσιών, οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνάπτουν συμβά­σεις με νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, σύμφωνα και με τους όρους και τη διαδικασία του ν. 3389/2005 (ΦΕΚ 232 Α’), όπως κάθε φορά ισχύει.

 

 

Αρθρο 225

 

Προγραμματικές συμβάσεις

 

1. α. Για τη μελέτη και εκτέλεση έργων και προγραμ­μάτων ανάπτυξης μιας περιοχής, καθώς και για την πα­ροχή υπηρεσιών κάθε είδους, οι Δήμοι και οι Κοινότητες, οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και τα Νομαρχιακά Δια­μερίσματα των Ενιαίων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, οι Σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι Τ.Ε.Δ.Κ., η Ε.Ν.Α.Ε., η Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα οποία συνιστούν ή στα οποία συμμετέχουν οι προαναφερόμενοι οργανισμοί και φορείς, οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα, καθώς και τα Ιδρύματα Τριτοβάθ­μιας Εκπαίδευσης, περιλαμβανομένων και των Τεχνολο­γικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, μπορούν να συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις με το Δημόσιο, μεταξύ τους ή και με φορείς του δημόσιου τομέα της παρ. 6 του άρ­θρου 1 του ν. 1256/1982, μεμονωμένα ή από κοινού.

Στις προγραμματικές συμβάσεις, που μετέχει το Δημό­σιο, μπορεί να εκπροσωπείται και από τον Γενικό Γραμ­ματέα της Περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η προ­γραμματική σύμβαση.

β. Στις προγραμματικές συμβάσεις επιτρέπεται και η συμμετοχή κοινωφελών δημοτικών και κοινοτικών επι­χειρήσεων, αναπτυξιακών ανωνύμων εταιρειών, επιχει­ρήσεων Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού, Κέντρων Επαγγελματι­κής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) με οποιαδήποτε νομική μορφή και αν λειτουργούν, επιχειρήσεων των Νομαρχιακών Αυ­τοδιοικήσεων, των Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης, επιμελητηρίων, επιστημονικών φορέων δημοσίου δικαί­ου, συνεταιρισμών, ενώσεων συνεταιρισμών και εργοδο­τικών και εργατοϋπαλληλικών ενώσεων.

Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομι­κών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορεί να επιτρέπεται και η συμμετοχή τραπεζών και πιστωτι­κών ιδρυμάτων.

γ. Η σύναψη προγραμματικών συμβάσεων μεταξύ των φορέων της περίπτωσης α’ και Κοινωφελών Ιδρυμάτων είναι δυνατή, μόνον, εφόσον αυτά διαθέτουν σχετική εμπειρία και το καταστατικό τους προβλέπει συνεργασία με τους φορείς αυτούς. Κατά την εκτέλεση των προ­γραμματικών συμβάσεων που συνάπτουν, θεωρούνται φορείς κατασκευής του έργου κατά την έννοια του άρ­θρου 3 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23 Α’), και εκτελούν τις συμβάσεις αυτές με τα προβλεπόμενα στις περιπτώσεις ε’, στ’ και ζ’ του ίδιου άρθρου όργανα και υπηρεσίες που συνιστούν με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων.

 

2.  α. Στις προγραμματικές συμβάσεις απαραίτητα ορί­ζονται το αντικείμενο της σύμβασης, ο σκοπός και το πε­ριεχόμενο των μελετών, των έργων, των προγραμμάτων ή των υπηρεσιών, ο προϋπολογισμός τους, τα δικαιώμα­τα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, το χρονο­διάγραμμα εκτέλεσης της σύμβασης, οι πόροι από τους οποίους θα καλυφθούν οι αναλαμβανόμενες οικονομικές υποχρεώσεις και η διάρκεια της σύμβασης. Επίσης ορί­ζεται το όργανο παρακολούθησης της εφαρμογής της και οι αρμοδιότητες του, καθώς και ρήτρες σε βάρος του συμβαλλόμενου που παραβαίνει τους όρους της προ­γραμματικής σύμβασης.

β. Με την προγραμματική σύμβαση επίσης ορίζεται ο συμβαλλόμενος, στον οποίο μπορεί να ανατεθεί η δια­χείριση, εκμετάλλευση και συντήρηση των έργων του προγράμματος μετά την ολοκλήρωση του, εφόσον προ­βλέπεται αντίστοιχο στάδιο.

γ. Σε περίπτωση κατά την οποία συμβαλλόμενος σε προγραμματική σύμβαση αναθέσει σε τρίτον τη διαχείρι­ση, εκμετάλλευση και συντήρηση των έργων αυτών, η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει τον κατά τη σύμβαση υπόχρεο συμβαλλόμενο.

 

3.  Οι συμβαλλόμενοι φορείς για την εκτέλεση των προγραμματικών συμβάσεων μπορεί να χρηματοδοτού­νται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων μέσω προγραμμάτων συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρω­παϊκή Ένωση ή προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται αμιγώς από εθνικούς πόρους, τον Τακτικό Προϋπολογι­σμό ή άλλα εθνικά ή περιφερειακά προγράμματα, καθώς και από τους προϋπολογισμούς των συμβαλλόμενων φο­ρέων. Είναι δυνατή η χρηματοδότηση των συμβαλλομέ­νων και από φορείς του δημόσιου τομέα που δεν μετέ­χουν στην προγραμματική σύμβαση.

 

4.  Για την εκτέλεση των προγραμματικών συμβάσεων και στο πλαίσιο των συμφωνούμενων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων οργανισμών και φο­ρέων, επιτρέπεται η απασχόληση προσωπικού του ενός συμβαλλομένου στον άλλον, καθώς και η παραχώρηση της χρήσης ακινήτων, εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και μέσων.

 

5.  Εφόσον τα προβλεπόμενα στην προγραμματική σύμβαση έργα, προγράμματα και υπηρεσίες είναι πολιτι­στικού χαρακτήρα, όπως η ανάδειξη, προστασία και συ­ντήρηση μνημείων, οι παρεμβάσεις σε διατηρητέα ή πα­ραδοσιακά κτίρια και οικισμούς, η διάσωση και διάδοση στοιχείων του πολιτισμού, η ανέγερση και λειτουργία χώρων πολιτισμικών λειτουργιών, η υποστήριξη δραστη­ριοτήτων και εκδηλώσεων που αφορούν την επιστήμη, τα γράμματα και τις τέχνες, συμμετέχει, ως συμβαλλό­μενος, το Υπουργείο Πολιτισμού. Η προγραμματική σύμ­βαση καλείται «προγραμματική σύμβαση πολιτισμικής ανάπτυξης» και το δυνάμενο να επιβληθεί, κατά τις σχε­τικές διατάξεις, τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα, για τη χρηματοδότηση έργων, εργασιών, προγραμμάτων και υπηρεσιών της προγραμματικής σύμβασης, καλείται «Πολιτιστικό Τέλος».

 

 

 

Αρθρο 226

 

Σύσταση ιδρύματος

 

ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ

ΙΔΡΥΜΑΤΑ – ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ -ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

 

Δημοτικά ή κοινοτικά ιδρύματα όπως, βρεφοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία, μουσεία ή άλλα επιστημο­νικά ιδρύματα, συνιστώνται, ως νομικά πρόσωπα δημοσί­ου δικαίου, ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινο­τικού συμβουλίου, με προεδρικό διάταγμα, που ορίζει το σκοπό, τα όργανα της διοίκησης, τους πόρους, την πε­ριουσία, που αφιερώνεται σε αυτό και το όνομα του ιδρύ­ματος.

Το προεδρικό διάταγμα εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέ­ντρωσης και του αρμόδιου καθ’ ύλην Υπουργού, αφού τηρηθούν και οι ειδικές, για κάθε κατηγορία ιδρυμάτων, διατάξεις.

 

 

Αρθρο 227

Διοίκηση

 

1. Τα δημοτικά ή κοινοτικά ιδρύματα διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο που απαρτίζεται από τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότητας ή άλλο αιρετό ή μη πρό­σωπο που ορίζεται από αυτούς ως πρόεδρος και από έξι (6)  έως δέκα (10) μέλη που εκλέγονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Ένα από τα μέλη αυτά εκλέγεται από το διοικητικό συμβούλιο ως αντιπρόεδρος του.

 

2.  Μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος εκλέγονται δύο τουλάχιστον δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμ­βουλοι, εκ των οποίων ο ένας ορίζεται από τη μειοψηφία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, ένας τουλάχι­στον σύμβουλος τοπικού διαμερίσματος στην περίπτωση που η έδρα του ιδρύματος βρίσκεται εντός αυτού, ένας εκπρόσωπος των εργαζομένων του ιδρύματος, εφόσον απασχολούνται περισσότεροι από δέκα (10) εργαζόμε­νοι. Ο ανωτέρω εκπρόσωπος προτείνεται από τη γενική συνέλευση των τακτικών υπαλλήλων εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τότε που θα αποσταλεί η σχετική πρόσκληση. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος εκλέγονται και πρόσωπα που έχουν ανά­λογη επαγγελματική ή κοινωνική δράση ή ειδικές γνώ­σεις ανάλογα με το σκοπό του ιδρύματος ή και πρόσωπα που είναι χρήστες των υπηρεσιών του ιδρύματος.

 

3.  Σε περίπτωση που η μειοψηφία δεν υποδείξει σύμ­βουλο ή εκείνος που έχει υποδειχθεί παραιτήθηκε χωρίς να αντικατασταθεί εκλέγεται σύμβουλος της πλειοψηφίας.

 

4 . Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου απαιτείται να είναι Έλληνες πολίτες ή πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένω­σης.

 

5.  Δεν επιτρέπεται να εκλεγούν ή να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου ιδιώτες που έχουν στερηθεί τη διαχείριση της περιουσίας τους με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή που έχουν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώ­ματα με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και για όσο διά­στημα διαρκεί η στέρηση αυτή, καθώς και όσοι έχουν κα­ταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ως αυ­τουργοί ή συμμέτοχοι σε κακούργημα ή σε κάποιο από τα πλημμελήματα που αναφέρονται στο άρθρο 146.

 

6. Τα υφιστάμενα διοικητικά συμβούλια των δημοτικών και κοινοτικών ιδρυμάτων θα συνεχίσουν να λειτουργούν με την ίδια σύνθεση έως ότου προσαρμοστούν οι συστα­τικές τους πράξεις προς τις διατάξεις του παρόντος και πάντως όχι πέραν της λήξης της θητείας των μελών τους.

 

 

Αρθρο 228

Συμμετοχή δωρητών στη διοίκηση

 

1. Δωρητές ιδρυμάτων, που έχουν επιφυλάξει το δικαί­ωμα να συμμετέχουν αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, είτε ως μέλη των διοικητικών συμβουλίων είτε να παρί­στανται στις συνεδριάσεις αυτών, ασκούν τα δικαιώματα αυτά, όπως ορίζεται κάθε φορά με το προεδρικό διάταγ­μα σύστασης. Στην περίπτωση αυτή το προεδρικό διά­ταγμα σύστασης του ιδρύματος εκδίδεται και με πρότα­ση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

 

2.  Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και όταν σε διάταξη τελευταίας βουλήσεως, με την οποία αφήνεται περιουσία σε ίδρυμα, έχουν επιφυλαχθεί ανά­λογα δικαιώματα υπέρ των εκτελεστών της διαθήκης ή άλλων προσώπων.

 

 

Αρθρο 229

Εκλογή και θητεία των μελών των διοικητικών συμβουλίων

 

1. Η εκλογή των μελών του διοικητικού συμβουλίου γί­νεται κάθε δύο χρόνια και λήγει σε κάθε περίπτωση με την εγκατάσταση των νέων μελών. Μέσα σε έναν μήνα από την εγκατάσταση των δημοτικών και κοινοτικών αρ­χών για την πρώτη διετία και έναν μήνα από τη λήξη της θητείας των μελών του διοικητικού συμβουλίου, το δη­μοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο συνεδριάζει και εκλέγει με φανερή ψηφοφορία και απόλυτη πλειοψηφία του συνο­λικού αριθμού των μελών του τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου κάθε ιδρύματος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζο­νται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 92 ή των άρθρων 90 και 109.

 

2.  Τα μη αιρετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου πριν την εγκατάσταση ορκίζονται ενώπιον του δημάρχου.

 

3.  Οι θέσεις μελών του διοικητικού συμβουλίου που μένουν κενές κατά τη διάρκεια της δημοτικής περιόδου καλύπτονται με μέλη που εκλέγει το δημοτικό ή κοινοτι­κό συμβούλιο μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, αφότου η θέση έμεινε κενή.

 

4.  Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορούν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, για σπουδαίο λόγο, σχετικό με τη λειτουργία του ιδρύματος, ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμ­βουλίου, που λαμβάνεται με την πλειοψηφία του συνό­λου των μελών του.

 

5.  Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 73 εφαρμόζονται αναλόγως και για την αναπλήρωση των μελών του διοικητικού συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 230

 

Έξοδα παράστασης – Αποζημίωση μελών

 

1.  Το αξίωμα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου είναι τιμητικό και άμισθο. Απαγορεύεται να παρέχεται αμοιβή στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου για οποια­δήποτε υπηρεσία τους προς το ίδρυμα. Μέλη του διοικη­τικού συμβουλίου που ανήκουν στο προσωπικό του, με οποιαδήποτε σχέση, εισπράττουν τις αποδοχές τους.

 

2.  Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονο­μικών, ύστερα από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας μπορεί να καθορίζονται έξοδα παράστασης στον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος, όταν ο οικονομι­κός απολογισμός του προηγούμενου έτους υπερβαίνει τα τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (300.000). Τα ανωτέρω έξοδα δεν μπορούν να υπερβαίνουν το πενήντα τοις εκατό (50%) των αντίστοιχων του οικείου δημάρχου ή προέδρου της Κοινότητας.

 

3.  Στον πρόεδρο, στα μέλη του διοικητικού συμβουλί­ου και της εκτελεστικής επιτροπής, εκτός από τον δή­μαρχο, τον αντιδήμαρχο, τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου και τον πρόεδρο της Κοινότητας, επιτρέπε­ται να καταβάλλεται αποζημίωση, για κάθε συνεδρίαση και μέχρι τρεις μηνιαίως, κατόπιν αποφάσεως του δημο­τικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Το ύψος της αποζημίω­σης, για κάθε συνεδρίαση, ανέρχεται στο ένα τοις εκατό (1%) των μηνιαίων εξόδων παράστασης του οικείου δη­μάρχου ή προέδρου της Κοινότητας. Εάν ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος λαμβάνουν έξοδα παράστασης δεν δι­καιούνται αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις συνε­δριάσεις του διοικητικού συμβουλίου και της εκτελεστι­κής επιτροπής.

 

 

Αρθρο 231

Αναπλήρωση του προέδρου – Απαρτία του διοικητικού συμβουλίου

 

1.  Αναπληρωτής του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου είναι ο αντιπρόεδρος του.

 

2.  Το διοικητικό συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία όταν τα παρόντα μέλη του είναι περισσότερα από τα απόντα. Στους παρόντες πρέπει να είναι ο πρόεδρος ή ο αντιπρόεδρος.

 

3.  Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 73 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.

 

 

Αρθρο 232

 

Εκτελεστική επιτροπή

 

Σε κάθε ίδρυμα υπάρχει τριμελής εκτελεστική επιτρο­πή που αποτελείται από τον πρόεδρο ή τον αντιπρόεδρο και δύο μέλη του διοικητικού συμβουλίου.

Τα τακτικά, καθώς και δύο αναπληρωματικά μέλη της εκτελεστικής επιτροπής, εκλέγονται από το διοικητικό συμβούλιο με σχετική πλειοψηφία και η θητεία τους είναι διετής. Η εκλογή γίνεται ευθύς μόλις το διοικητικό συμ­βούλιο συγκροτηθεί σε σώμα.

 

 

Αρθρο 233

 

Αρμοδιότητες

 

1. Το διοικητικό συμβούλιο, ο πρόεδρος του και η εκτελεστική επιτροπή έχουν, ως προς τη διοίκηση του ιδρύματος, τις αρμοδιότητες δημοτικού συμβουλίου, δημάρχου και δημαρχιακής επιτροπής, αντιστοίχως.

 

2.  Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου μπορεί με πράξη του που δημοσιεύεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 87 να μεταβιβάσει ορισμένες από τις αρμοδιότητες του σε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής ή στον γενικό διευθυντή, που τυχόν προβλέπεται από τον οργανισμό του ιδρύματος ή σε άλλο ανώτατο ή ανώ­τερο υπάλληλο του.

 

Αρθρο 234

Λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου και εποπτεία

 

1.  Τα θέματα, τα σχετικά με τις εργασίες του διοικητι­κού συμβουλίου, την πρόσκληση των μελών του και της εκτελεστικής επιτροπής σε συνεδρίαση, την απαιτούμενη για τη λήψη αποφάσεως πλειοψηφία, τον έλεγχο και την εκτελεστότητα των αποφάσεων του, το κώλυμα συμμετοχής στις συνεδριάσεις, την αστική και πειθαρχική ευθύνη των οργάνων διοίκησης του ρυθμίζονται με ανάλογη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αφο­ρούν το δημοτικό συμβούλιο, τη δημαρχιακή επιτροπή και τα μέλη τους.

 

2.  Οι κανονισμοί λειτουργίας των ιδρυμάτων και οι ορ­γανισμοί εσωτερικής υπηρεσίας καταρτίζονται από τα διοικητικά συμβούλια και εγκρίνονται από τα οικεία δη­μοτικά ή κοινοτικά συμβούλια.

 

3.  Για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που αφορούν τον προϋπολογισμό, τον απολογισμό, την εκ­ποίηση ή την ανταλλαγή ακινήτων ή την επιβάρυνση τους με εμπράγματα δικαιώματα, την αποδοχή κληρονομιών και δωρεών που περιέχουν όρο, ή κληροδοσιών, καθώς και τη συνομολόγηση δανείων, απαιτείται προηγούμενη έγκριση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Οι αποφάσεις υποβάλλονται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, αποστέλλονται μέσα δέκα (10) ημέρες, αφότου περιήλθε στο ίδρυμα η εγκριτική απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 235

 

Πόροι

 

Πόροι των ιδρυμάτων είναι ιδίως:

α) η ετήσια τακτική ή τυχόν έκτακτη επιχορήγηση του Δήμου ή της Κοινότητας,

β) κάθε είδους εισφορές, επιχορηγήσεις, δωρεές, κλη­ρονομιές και κληροδοσίες,

γ) εισπράξεις από το αντίτιμο των πραγμάτων ή των υπηρεσιών, που παρέχουν τα ιδρύματα,

δ) πρόσοδοι από τη δική τους περιουσία, καθώς και από τη συμμετοχή τους σε προγράμματα.

 

 

Αρθρο 236

 

Οικονομική διοίκηση

 

1.  Οι διατάξεις που ισχύουν για τους Δήμους και αφο­ρούν τον οργανισμό της εσωτερικής υπηρεσίας, τον προϋπολογισμό, το οικονομικό έτος, τον απολογισμό, την ταμειακή υπηρεσία, τη διαχείριση, τα δάνεια και την περιουσία, εφαρμόζονται και στα ιδρύματα.

 

2.  Εξαιρούνται από τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου τα ιδρύματα, που διέπονται από τους νόμους «περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών», για τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις των νόμων αυτών, εφόσον δεν τροποποιούνται από τον παρόντα.

 

3. Τα ιδρύματα, που παίρνουν επιχορήγηση από άλλες πηγές, την εγγράφουν χωριστά στα έσοδα του προϋπολογισμού. Αν η επιχορήγηση παρέχεται στα ιδρύματα για την εκπλήρωση ειδικού σκοπού, εγγράφεται αντί­στοιχη πίστωση για το σκοπό αυτόν ιδιαιτέρως στα έξοδα του προϋπολογισμού.

 

4.  Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζεται ο τρόπος της διαχείρισης φαρμάκων, τροφίμων και υλικού των ιδρυμάτων και ο έλεγχος της.

 

 

Αρθρο 237

Κατάργηση

 

1.  Τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα καταργούνται με τον ίδιο τρόπο που συστάθηκαν και η περιουσία τους περιέρχεται στο Δήμο ή στην Κοινότητα που τα σύστησε. Τις ιδιωτικές περιουσίες, που έχουν περιέλθει στο ίδρυμα με πράξεις εν ζωή ή αιτία θανάτου, εξακολουθεί να διαθέτει ο Δήμος ή η Κοινότητα αποκλειστικά για τον ειδικό σκοπό για τον οποίο αφιερώθηκαν, με την επιφύλαξη και των διατάξεων που αφορούν την επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση του περιουσιακού στοιχείου που έχει καταληφθεί ή δωρηθεί για τον ίδιο ή άλλον κοινωφελή σκοπό.

 

2.  Το προσωπικό που υπηρετεί στα ιδρύματα που κα­ταργούνται, εντάσσεται στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα κατά τις διατάξεις του άρθρου 318 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει.

 

Αρθρο 238

Ιδρύματα Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης που συνενώνονται

 

1.  Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης που προκύ­πτουν από συνένωση άλλων Οργανισμών Τοπικής Αυτο­διοίκησης υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη της λειτουργίας τους, σε όλα τα δικαιώματα και τις υπο­χρεώσεις των Δήμων ή Κοινοτήτων που καταργούνται με τη συνένωση ως προς τα δημοτικά ή κοινοτικά ιδρύ­ματα του άρθρου 226, που έχουν συσταθεί από τους συνενούμενους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

 

2.  Τα ανωτέρω δημοτικά ή κοινοτικά ιδρύματα περιέρ­χονται αυτοδικαίως στο νέο Οργανισμό Τοπικής Αυτο­διοίκησης από την έναρξη της λειτουργίας του.

 

3.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτού του άρθρου.

 

 

Αρθρο 239

Σύσταση δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου

 

1.  Τα δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσί­ου δικαίου συνιστώνται με απόφαση των οικείων δημοτι­κών ή κοινοτικών συμβουλίων. Σκοπός τους είναι η ορ­γάνωση και η λειτουργία ορισμένης δημοτικής ή κοινοτι­κής υπηρεσίας με γνώμονα την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών των κατοίκων, όπως η σύσταση κέντρων κοινωνικής προστασίας, πνευματικών ή αθλητικών κέ­ντρων, βιβλιοθηκών, μουσείων κ.ά..

 

2. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας διαπιστώνει τη νομιμότητα της σχετικής απόφασης του οικείου δημο­τικού ή κοινοτικού συμβουλίου και εκδίδει την πράξη σύ­στασης του νομικού προσώπου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

3.  Στην απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβου­λίου για τη σύσταση του νομικού προσώπου ορίζονται το όνομα, ο σκοπός, η περιουσία και οι πόροι.

 

 

Αρθρο 240

 

Διοίκηση νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου

 

1. Τα δημοτικά ή κοινοτικά νομικά πρόσωπα διοικού­νται από το διοικητικό συμβούλιο, που αποτελείται από πέντε έως δεκαπέντε μέλη, τα οποία μαζί με τους ανα­πληρωτές τους ορίζονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι ο δή­μαρχος ή ο πρόεδρος της κοινότητας, δημοτικοί ή κοινο­τικοί σύμβουλοι και δημότες ή κάτοικοι που είναι χρή­στες των υπηρεσιών του νομικού προσώπου ή που έχουν ανάλογη επαγγελματική ή κοινωνική δράση ή ειδικές γνώσεις, ανάλογα με το σκοπό του νομικού προσώπου, καθώς και ένας εκπρόσωπος των εργαζομένων του νομι­κού προσώπου, εφόσον αυτό απασχολεί περισσότερους από δέκα (10) εργαζομένους. Ο ανωτέρω εκπρόσωπος προτείνεται από τη γενική συνέλευση των τακτικών υπαλλήλων εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τότε που θα αποσταλεί η σχετική πρόσκληση. Ένα τουλάχιστον εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου ορίζεται από τη μειοψηφία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Εάν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου εί­ναι περισσότερα από πέντε (5), δύο (2) τουλάχιστον από αυτά ορίζονται από τη μειοψηφία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Σε περίπτωση που η μειοψηφία δεν ορίσει συμβούλους ή εκείνοι που έχουν οριστεί παραιτη­θούν, χωρίς να αντικατασταθούν, μετέχουν σύμβουλοι της πλειοψηφίας. Στις περιπτώσεις που το νομικό πρό­σωπο λειτουργεί στην περιφέρεια τοπικού διαμερίσμα­τος ένα μέλος προτείνεται από το οικείο συμβούλιο. Με­τά τον ορισμό των μελών το δημοτικό συμβούλιο εκλέγει από τα μέλη αυτά τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου. Στην περίπτωση που μέλος έχει ορισθεί, από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, ο δή­μαρχος ή ο πρόεδρος της Κοινότητας, αυτός αυτοδικαί­ως καθίσταται και πρόεδρος αντιστοίχως, του διοικητι­κού συμβουλίου.

Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου ορίζεται με την απόφαση του δημοτι­κού ή κοινοτικού συμβουλίου. Λήγει πάντοτε με την εγκατάσταση του νέου διοικητικού συμβουλίου. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορούν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με απόφαση δημοτι­κού συμβουλίου για σοβαρό λόγο που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους.

Τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου σε περίπτω­ση απουσίας ή κωλύματος αναπληρώνει ο αντιπρόεδρος. Το νομικό πρόσωπο εκπροσωπείται στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου και όταν αυτός κωλύεται ή απουσιάζει από τον αντιπρόεδρο.

 

2. Οι διατάξεις των άρθρων 227 παράγραφος 5, 234, 235 και των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 236 εφαρ­μόζονται και στα νομικά πρόσωπα αυτά. Τα θέματα, τα σχετικά με τη λειτουργία του νομικού προσώπου ρυθμί­ζονται με κανονισμούς που εγκρίνουν τα δημοτικά ή κοι­νοτικά συμβούλια. Τα νομικά πρόσωπα, αν δεν διαθέτουν ταμειακή υπηρεσία, εξυπηρετούνται από την ταμειακή υπηρεσία του οικείου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

 

 

Αρθρο 241

Συγχώνευση – Κατάργηση νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου

 

1. Η συγχώνευση δημοτικών ή κοινοτικών νομικών προσώπων σε ένα νομικό πρόσωπο, συναφούς σκοπού, γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέ­ρειας, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης για τη συγχώνευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το νέο νομικό πρόσωπο, στο οποίο συγχωνεύθηκαν τα άλλα, υποκαθίσταται αυτοδικαίως και χωρίς καμία άλλη διατύ­πωση, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα και τις υποχρεώ­σεις των συγχωνευθέντων νομικών προσώπων, εξομοιού­μενο με καθολικό διάδοχο.

Με απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμ­βουλίου καθορίζονται οι αναγκαίες θέσεις του προσωπι­κού που υπηρετεί στα παραπάνω δημοτικά ή κοινοτικά νομικά πρόσωπα, οι οποίες μεταφέρονται αυτοδικαίως στο νέο δημοτικό ή κοινοτικό νομικό πρόσωπο. Τυχόν πλεονάζουσες θέσεις μεταφέρονται με τον ίδιο τρόπο στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Στις θέσεις αυτές με την ίδια απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμ­βουλίου εντάσσεται, αυτοδικαίως, το προσωπικό με την ίδια σχέση με την οποία υπηρετούσε στα συγχωνευόμε­να νομικά πρόσωπα.

Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από το νέο νομικό πρόσωπο χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση για τη συ­νέχιση από αυτό.

 

2.α. Είναι δυνατόν επίσης δημοτικά ή κοινοτικά πρό­σωπα να συγχωνεύονται με δημοτικά ή κοινοτικά ιδρύ­ματα, εφόσον επιδιώκουν τον ίδιο ή παρεμφερή κοινω­φελή σκοπό. Περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 96 παρ. 1 του α.ν. 2039/1939 (ΦΕΚ455 Α’) εξακολουθεί και μετά τη συγχώνευση να αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, διακεκριμένο από την υπόλοιπη περιουσία, το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του ανωτέρω ανα­γκαστικού νόμου.

β. Η ανωτέρω συγχώνευση γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτι­κού συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από τη δημοσίευση της τα δημοτικά ή κοι­νοτικά ιδρύματα υποκαθίστανται αυτοδικαίως, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συγχωνευθέντων νομικών προσώπων. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τα ιδρύματα.

γ. Οι θέσεις του προσωπικού των απορροφώμενων δη­μοτικών ή κοινοτικών νομικών προσώπων μεταφέρονται αυτοδικαίως στα δημοτικά ή κοινοτικά ιδρύματα και εντάσσονται στους Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσί­ας τους. Η ένταξη γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος σε αντίστοιχη κενή οργανική θέση και ειδικότητα και, σε περίπτωση που δεν υπάρ­χουν, σε προσωποπαγή θέση. Το ανωτέρω προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από το μισθολογικό και ασφαλι­στικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης και πρό­νοιας που είχε πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού.

δ. Με την ίδια διαδικασία της περ. β’ της παρούσης, η κυριότητα και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας των νομι­κών προσώπων που συγχωνεύονται, περιέρχεται στα δη­μοτικά ή κοινοτικά ιδρύματα. Για καθένα από τα ακίνητα που περιέρχονται στην περιουσία του, το διοικητικό συμ­βούλιο καταρτίζει σχετική πράξη από την οποία προκύ­πτει η ταυτότητα του ακινήτου. Η πράξη αυτή αποτελεί μεταγραπτέο τίτλο και καταχωρίζεται ατελώς στα οικεία βιβλία των Υποθηκοφυλακείων. Οι ιδιωτικές περιουσίες που έχουν περιέλθει στα ανωτέρω ιδρύματα εξακολου­θούν και μετά τη συγχώνευση να διατίθενται αποκλειστι­κά για το σκοπό, για τον οποίο αφιερώθηκαν.

ε. Οι δαπάνες λειτουργίας και συντήρησης, καθώς και οι δαπάνες μισθοδοσίας του προσωπικού των δημοτικών ή κοινοτικών νομικών προσώπων, μετά τη συγχώνευση τους με δημοτικά ή κοινοτικά ιδρύματα και μέχρι το τέ­λος του οικονομικού έτους που πραγματοποιείται η συγ­χώνευση, βαρύνουν τους προϋπολογισμούς των ιδρυμά­των, στους οποίους μεταφέρονται οι πιστώσεις των απορροφώμενων Ν.Π.Δ.Δ. με απόφαση του οικείου δη­μοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Για τα επόμενα έτη οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στους προϋπολογισμούς των δημοτικών ή κοινοτικών ιδρυμάτων.

 

3. Νομικά πρόσωπα του άρθρου αυτού, που συστήθη­καν με οποιονδήποτε τρόπο, καταργούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από τη δημοσίευση της απόφασης κατάργησης, η τυχόν περιου­σία τους περιέρχεται αυτοδικαίως στο Δήμο ή την Κοινότητα, που τα σύστησε.

 

4. Νομικά πρόσωπα τα οποία μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος ή δύο έτη μετά τη δημοσίευση της συστατικής τους πράξης δεν έχουν συ­ντάξει προϋπολογισμό και απολογισμό για δύο διαδοχι­κά οικονομικά έτη, καταργούνται. Η σχετική πράξη κα­τάργησης εκδίδεται από τον Γενικό Γραμματέα της οικεί­ας Περιφέρειας.

 

5.Το προσωπικό που υπηρετεί στα νομικά πρόσωπα, που καταργούνται, εντάσσεται στον οικείο Δήμο ή Κοι­νότητα κατά τις διατάξεις του άρθρου 318 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει.

 

 

Αρθρο 242

 

Έξοδα παράστασης – Αποζημίωση μελών

 

1.  Στον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου επιτρέπεται να κατα­βάλλονται έξοδα παράστασης, ύστερα από απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, όταν ο οικο­νομικός απολογισμός του προηγούμενου έτους υπερβαί­νει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (300.000). Το ύψος των εξόδων παράστασης καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέ­ντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από γνώ­μη της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλά­δας. Τα ανωτέρω έξοδα δεν μπορούν να υπερβαίνουν το πενήντα τοις εκατό (50%) των αντίστοιχων του οικείου Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητας.

 

2. Στον πρόεδρο και στα μέλη του διοικητικού συμβου­λίου του νομικού προσώπου, εκτός από τον δήμαρχο, τον αντιδήμαρχο, τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου και τον πρόεδρο της Κοινότητας, επιτρέπεται να κατα­βάλλεται αποζημίωση για κάθε συνεδρίαση, και έως τρεις (3) συνεδριάσεις το μήνα, ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Το ύψος της αποζη­μίωσης για κάθε συνεδρίαση ανέρχεται στο ένα τοις εκα­τό (1%) των μηνιαίων εξόδων παράστασης των δημάρ­χων ή των προέδρων της Κοινότητας αντίστοιχα. Εάν ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος λαμβάνουν έξοδα παρά­στασης δεν δικαιούνται αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου.

 

 

Αρθρο 243

 

Σχολικές Επιτροπές

 

1. Σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα για τη στήριξη της διοικη­τικής λειτουργίας των σχολικών μονάδων, που βρίσκο­νται στα διοικητικά τους όρια, συνιστώνται νομικά πρό­σωπα δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Σχολικές Επι­τροπές», οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις του παρό­ντος και τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 1894/1990 (ΦΕΚ 110 Α’), όπως κάθε φορά ισχύει.

 

2.  Στη διοίκηση των σχολικών επιτροπών μετέχουν υποχρεωτικά οι διευθυντές των αντίστοιχων σχολικών μονάδων, ένας εκπρόσωπος των οικείων συλλόγων γο­νέων, εφόσον λειτουργούν αντίστοιχοι σύλλογοι και εκ­πρόσωπος των μαθητικών κοινοτήτων για τα σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Σε περίπτωση που το οικείο δημοτικό συμβούλιο δεν συγκροτεί σε εύλογο χρονικό διάστημα τη σχολική επι­τροπή δημόσιου σχολείου, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας απευθύνει σχετικό έγγραφο στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα, στο διοικητικό συμβούλιο συλλόγου γονέων και στην αντίστοιχη μαθητική κοινότητα για την υπόδειξη των εκπροσώπων τους εντός τακτής προθεσμίας. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας αυτής, ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Περιφέρειας συγκροτεί τη σχολική επιτροπή, ορίζοντας κατά την κρίση του ως μέλη αυτής, έναν δημότη, έναν από τους γονείς των μα­θητών του σχολείου και έναν μαθητή.

 

3.  Κάθε σχολική επιτροπή καλύπτει ένα ή περισσότερα δημόσια σχολεία της Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ανάλογα με τις τοπικές ανάγκες, όπως αυ­τές εκτιμώνται από τον αντίστοιχο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στις περιπτώσεις συστέγασης άλλων σχολικών μονάδων και Ι.Ε.Κ. σε διδακτήριο ή συγκρότη­μα συγκροτείται ενιαία σχολική επιτροπή, στην οποία συμμετέχει και ο Διευθυντής του Ι.Ε.Κ..

 

4.  Εργο κάθε σχολικής επιτροπής είναι η διαχείριση των πιστώσεων που της διατίθενται για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας των αντίστοιχων σχολείων (θέρ­μανσης, φωτισμού, ύδρευσης, τηλεφώνου, αποχέτευ­σης, αγοράς αναλώσιμων υλικών κ.λπ.), η αμοιβή καθαρι­στριών, η εκτέλεση έργων για την επισκευή και συντήρη­ση των αντίστοιχων σχολείων και του κάθε είδους εξο­πλισμού τους, η εισήγηση προς τις αντίστοιχες διευθύν­σεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για τον εφοδιασμό από τον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων των αντίστοιχων σχολείων με έπιπλα και εξοπλιστικά εί­δη και από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και θρησκευ­μάτων με βιβλία για τις αντίστοιχες σχολικές βιβλιοθή­κες, η διαχείριση των εσόδων από την ενδεχόμενη εκμε­τάλλευση των σχολικών κυλικείων, καθώς και η λήψη κά­θε άλλου μέτρου που κρίνεται αναγκαίο για τη στήριξη της διοικητικής λειτουργίας των σχολικών μονάδων.

 

5.  Η εκτέλεση έργων επισκευής και συντήρησης σχο­λικών κτιρίων από τις σχολικές επιτροπές διέπονται από την 13172/24.3.1995 (ΦΕΚ 217 Β’) απόφαση των Υπουρ­γών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρω­σης, Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων και Περιβάλ­λοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, όπως κάθε φορά ισχύει.

 

 

Αρθρο 244

 

Δημοτικά Λιμενικά Ταμεία

 

1. Λιμενικά Ταμεία που συνιστώνται, ως δημοτικά νομι­κά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’) λειτουργούν σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 239 επόμενα και τις ειδικότερες προβλέψεις του παρόντος.

 

2.  Στη διοίκηση των ανωτέρω νομικών προσώπων με­ταξύ των προσώπων που ορίζονται μέλη του διοικητικού συμβουλίου, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 240, περιλαμβάνεται υποχρεωτικά και ο προϊ­στάμενος της λιμενικής αρχής της έδρας του νομικού προσώπου και, όπου δεν υπάρχει τέτοια αρχή, στην έδρα, ο προϊστάμενος της πλησιέστερης προς αυτήν λι­μενικής αρχής.

 

3.  Ειδικά στην περίπτωση που η γεωγραφική περιοχή ευθύνης του λιμενικού ταμείου εκτείνεται στα όρια πε­ρισσοτέρων του ενός Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκη­σης (Ο.Τ.Α.), αυτό αποκτά διαδημοτικό χαρακτήρα. Ο αριθμός των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ορίζεται σε εννέα (9) στην περίπτωση που η γεωγραφική περιοχή του εκτείνεται στα όρια δύο Ο.Τ.Α., έντεκα (11) στα όρια τριών Ο.Τ.Α. και μέχρι δεκαπέντε (15) στα όρια περισσοτέρων των τριών Ο.Τ.Α..

Ο αριθμός των αιρετών εκπροσώπων καθενός από τους συμμετέχοντες Ο.Τ.Α. προσδιορίζεται από το ακέ­ραιο πηλίκο της διαίρεσης του αριθμού των μελών του διοικητικού συμβουλίου, δια του αριθμού των μετεχό­ντων Δήμων. Σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει υπόλοιπο προς συμπλήρωση του αριθμού των μελών, οι αντίστοιχες θέσεις του διοικητικού συμβουλίου κατανέ­μονται ανά μία στους συμμετέχοντες Ο.Τ.Α. με το μεγα­λύτερο πληθυσμό.

Σε περίπτωση, κατά την οποία προκύπτει αριθμός με­γαλύτερος των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ο αριθμός των αιρετών μειώνεται με αφαίρεση εκπροσώ­πων των πληθυσμιακά μικρότερων Ο.Τ.Α. και σε περί­πτωση νησιών με αφαίρεση κατά πρώτον των εκπροσώ­πων των πληθυσμιακά μικρότερων Ο.Τ.Α. του νησιού, στο οποίο βρίσκεται η έδρα του Δημοτικού Λιμενικού Τα­μείου.

Ο πρόεδρος των ανωτέρω νομικών προσώπων και τα μη αιρετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζονται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της έδρας του νομι­κού προσώπου.

 

4. Όπου στις σχετικές διατάξεις που διέπουν τα δημο­τικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, αναφέρεται δη­μοτικό συμβούλιο ή δήμαρχος, για τα νομικά πρόσωπα της ανωτέρω παραγράφου, νοείται το συμβούλιο και ο δήμαρχος της έδρας του νομικού προσώπου.

 

5. Στα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 3 είναι δυνα­τόν να προβλέπεται στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρε­σίας η λειτουργία αυτοτελών γραφείων εκτός της έδρας του νομικού προσώπου.

 

6.  Είναι δυνατή η μεταφορά της έδρας του νομικού προσώπου της παραγράφου 3 σε παραλιμένια περιοχή μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου και απόφα­ση των συμβουλίων των Ο.Τ.Α. που συμμετέχουν. Η με­ταφορά της έδρας γίνεται με τον ίδιο τρόπο που ορίστηκε.

 

7.  Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’), όπως κάθε φορά ισχύει.

 

 

Αρθρο 245

 

Σύσταση

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

 

1.  Δύο ή περισσότεροι Δήμοι ή Κοινότητες μπορούν, με απόφαση καθενός από τα δημοτικά ή κοινοτικά τους συμβούλια, να συστήσουν Σύνδεσμο Δήμων ή Κοινοτή­των ή Δήμων και Κοινοτήτων με ειδικό σκοπό την εκτέ­λεση έργων ή την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών ή την άσκηση αρμοδιοτήτων τους, καθώς και για το σχε­διασμό και την κατάρτιση προγραμμάτων και μεθόδων για την ανάπτυξη του ευρύτερου χώρου τους. Οι σύνδε­σμοι αυτοί αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Ο.Τ.Α. α’ βαθμού.

 

2.  Η απόφαση των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλί­ων, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών τους, περιέχει τον ειδικό σκοπό για τον οποίο ιδρύεται ο σύνδεσμος, τη χρονική διάρκεια και την έδρα του, καθώς και τις εισφορές που πρέπει να καταβάλλει κάθε χρόνο κάθε Δήμος ή κάθε Κοινότητα. Στην απόφαση σύστασης του Συνδέσμου αναφέρονται ρητά και οι υπηρεσίες, για τις οποίες επιβάλλονται τέλη.

 

3. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας, αφού ελέγ­ξει τη νομιμότητα των σχετικών αποφάσεων των δημοτι­κών ή κοινοτικών συμβουλίων που αφορούν τη σύσταση του Συνδέσμου, εκδίδει σχετική πράξη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια πράξη, σε περίπτωση που υπάρχει διαφωνία ανάμεσα στα συμ­βούλια, ορίζεται και η έδρα του Συνδέσμου.

 

4.  Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας μπορεί να γίνει υποχρεωτική για ένα Δήμο ή για μία Κοινότητα η συμμετοχή σε Σύνδεσμο του ίδιου νο­μού ή νησιού, που έχει συσταθεί, εφόσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Αν στο Σύνδεσμο μετέχουν τα δύο τρίτα (2/3) τουλάχιστον των Δήμων και των Κοινοτήτων του νομού ή του νησιού,

β) αν αποφασίσει τη συμμετοχή το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του και

γ) εφόσον εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον.

Η συμμετοχή νέου Δήμου ή Κοινότητας σε υφιστάμενο Σύνδεσμο ή η αποχώρηση από αυτό μέλους του επι­τρέπεται, αν το αποφασίσει το συμβούλιο του ενδιαφε­ρόμενου Δήμου ή της ενδιαφερόμενης Κοινότητας και αποδεχθεί την απόφαση το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου με απόφαση του που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του. Αν το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου δεν αποδέχεται χωρίς ειδική αιτιολογία τη συμμετοχή στο Σύνδεσμο ενός Δήμου ή μίας Κοινότητας, η συμμετοχή αποφασίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας αν οι ανάγκες των κατοίκων δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν διαφορετικά και δεν παρεμποδίζεται η εκπλήρωση του σκοπού του Συνδέσμου. Το ίδιο ισχύει και για την απο­χώρηση από το Σύνδεσμο ενός Δήμου ή μίας Κοινότητας.

 

5. Τα συμβούλια των Δήμων και Κοινοτήτων που μετέ­χουν στο Σύνδεσμο μπορούν, με απόφαση τους, που λαμβάνεται όπως ορίζουν οι παράγραφοι 1 και 3, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 8, να παρα­τείνουν τη διάρκεια και να μεταφέρουν την έδρα του συνδέσμου, καθώς και να αναπροσαρμόσουν τις εισφο­ρές των μελών του πέρα από τα όρια της συστατικής πράξης.

 

6.  Για τη σύσταση Συνδέσμου Ο.Τ.Α. που υπάγονται στην περιφέρεια περισσότερων όμορων νομών, για τη συμμετοχή ή αποχώρηση μέλους από το Σύνδεσμο αυ­τόν, την παράταση της διάρκειας, την αναπροσαρμογή των εισφορών των μελών του Συνδέσμου προς αυτόν με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 και τον καθορισμό ή τη μεταφορά της έδρας του Συνδέσμου εκδίδεται πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, στα διοικητικά όρια του οποίου ευρίσκεται η έδρα του Συνδέσμου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Την εποπτεία του Συνδέσμου αυτού ασκεί ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας, στα διοικητικά όρια του οποίου ευρίσκεται η έδρα του.

 

7.  Για τη σύσταση Συνδέσμου Ο.Τ.Α. που έχουν κοινά ενδιαφέροντα και που υπάγονται στα διοικητικά όρια πε­ρισσότερων μη όμορων νομών, για τη συμμετοχή ή αποχώρηση μέλους από το Σύνδεσμο αυτόν, για την παρά­ταση της διάρκειας του Συνδέσμου αυτού, για τον καθο­ρισμό ή τη μεταφορά της έδρας του και για την αναπροσαρμογή της εισφοράς των μελών του προς αυτόν, εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

Την εποπτεία του Συνδέσμου αυτού ασκεί ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας, στα διοικητικά όρια του οποίου βρίσκεται η έδρα του.

 

8. Η αναπροσαρμογή της εισφοράς Δήμων ή Κοινοτή­των, οι οποίοι είναι μέλη Συνδέσμου, στον οποίο συμμε­τέχουν άνω των τριών (3) Ο.Τ.Α., γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου που λαμβά­νεται με πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) του συνό­λου των μελών του και απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας. Η πληρωμή των εισφορών αυ­τών γίνεται χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη έκδοση χρηματικού εντάλματος, από τους δημοτικούς και κοινο­τικούς ταμίες στην αρχή του οικονομικού έτους.

 

 

Αρθρο 246

 

Διοίκηση

 

1.  Ο Σύνδεσμος διοικείται από το διοικητικό συμβού­λιο, την εκτελεστική επιτροπή και τον πρόεδρο του.

 

2. Το διοικητικό συμβούλιο συγκροτείται από αιρετούς αντιπροσώπους του κάθε Δήμου ή της κάθε Κοινότητας, που εκλέγονται από τα δημοτικά και κοινοτικά συμβού­λια τους, ανάλογα με τον πληθυσμό τους, με βάση τον πληθυσμό του μικρότερου Δήμου ή της μικρότερης Κοι­νότητας, που εκπροσωπείται με έναν αντιπρόσωπο. Ο αριθμός των αντιπροσώπων του καθενός από τους λοι­πούς Δήμους και Κοινότητες, που μετέχουν στο Σύνδε­σμο, βρίσκεται με τη διαίρεση του πληθυσμού του δια του πληθυσμού του μικρότερου από αυτούς. Αν τυχόν απομένει κλάσμα μεγαλύτερο από μισή μονάδα, υπολο­γίζεται ως μονάδα.

 

3.  Αν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέ­σμου, σύμφωνα με τον υπολογισμό της προηγούμενης παραγράφου είναι περισσότερα από είκοσι πέντε (25), κάθε δημοτικό και κοινοτικό συμβούλιο εκλέγει αντιπρο­σώπους για το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου ως εξής:

ι. Δήμοι ή Κοινότητες με πληθυσμό από έναν (1) έως δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους εκλέγουν έναν (1) αντιπρόσωπο,

ιι. από δέκα χιλιάδες έναν (10.001) έως τριάντα χιλιά­δες (30.000) εκλέγουν δύο (2) αντιπροσώπους,

iii. από τριάντα χιλιάδες έναν (30.001) έως εκατό χιλιά­δες (100.000), τρεις (3) αντιπροσώπους,

ιν. από εκατό χιλιάδες έναν (100.001) έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000), τέσσερις (4) αντιπροσώπους και

ν. από τριακόσιες χιλιάδες έναν (300.001) και άνω, πέ­ντε (5) αντιπροσώπους.

 

4. Αν, με τον υπολογισμό που προβλέπει η προηγούμε­νη παράγραφος, ο αριθμός των μελών του διοικητικού συμβουλίου υπερβαίνει τα εβδομήντα πέντε (75), κάθε δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο εκλέγει αντιπροσώπους για το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου ως εξής:

ι. Δήμοι ή Κοινότητες έως τριάντα χιλιάδες (30.000) κα­τοίκους εκλέγουν έναν (1) αντιπρόσωπο,

ιι. από τριάντα χιλιάδες έναν (30.001) κατοίκους και μέχρι ογδόντα χιλιάδες (80.000) εκλέγουν δύο (2) αντι­προσώπους,

iii. από ογδόντα χιλιάδες έναν (80.001) κατοίκους και μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) εκλέγουν τρεις (3) αντιπροσώπους,

ιν. από εκατόν πενήντα χιλιάδες έναν (150.001) κατοί­κους και μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) εκλέγουν τέσσερις (4) αντιπροσώπους,

ν. από τριακόσιες χιλιάδες έναν (300.001) κατοίκους και μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) εκλέγουν πέ­ντε (5) αντιπροσώπους και

νι. από πεντακόσιες χιλιάδες έναν (500.001) και άνω εκλέγουν έξι (6) αντιπροσώπους.

 

5. Σε συνδέσμους δύο (2) έως και τεσσάρων (4) Δήμων ή Κοινοτήτων, αν ο αριθμός των αντιπροσώπων, σύμφω­να με τον υπολογισμό που προβλέπει η παράγραφος 2, είναι μεγαλύτερος από είκοσι πέντε (25) ή μικρότερος από πέντε (5), το διοικητικό συμβούλιο συγκροτείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3.

Αν τυχόν, και κατά τον υπολογισμό που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 3, ο αριθμός των αντιπροσώπων είναι μικρότερος από πέντε (5), το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου συγκροτείται πάλι από πέντε (5) αντιπροσώπους. Για να συμπληρωθούν οι κενές θέσεις ορίζεται από ένας αντιπρόσωπος των Δήμων που έχουν το μεγαλύτερο πληθυσμό κατά σειρά. Σε Συνδέσμους δύο Δήμων ή Κοινοτήτων, αν δεν συμπληρώνεται ο αριθμός πέντε (5) αντιπροσώπων ούτε με τον υπολογισμό αυτόν, το συμβούλιο του Συνδέσμου συγκροτείται από δύο (2) αντιπροσώπους του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει το μικρότερο πληθυσμό και από τρεις (3) αντιπροσώπους του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει το μεγαλύτερο πληθυσμό.

 

6.  Για όλη τη διάρκεια της δημοτικής ή κοινοτικής πε­ριόδου, τα δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια εκλέγουν ως αντιπροσώπους τους στο διοικητικό συμβούλιο του Συν­δέσμου μέλη τους ή τον δήμαρχο. Στην περίπτωση που ένα δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο εκλέγει περισσότε­ρους από δύο (2) εκπροσώπους, ένας (1) από αυτούς εκλέγεται από τη μειοψηφία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Η εκλογή γίνεται μέσα σε έναν (1) μήνα από την εγκατάσταση των δημοτικών ή κοινοτικών αρ­χών.

Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 23 η εκλογή γί­νεται μέσα σε δέκα (10) μέρες από την εγκατάσταση των δημοτικών ή κοινοτικών αρχών. Η θητεία των αντιπρο­σώπων λήγει πάντοτε με την εγκατάσταση του νέου διοικητικού συμβουλίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 1, πλην του πρώ­του εδαφίου και της παραγράφου 3 του άρθρου.

Σε Συνδέσμους που συνιστώνται μετά την εγκατάστα­ση των δημοτικών και κοινοτικών αρχών, οι αντιπρόσω­ποι εκλέγονται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη σύσταση του Συνδέσμου. Αν ο Δήμος ή η Κοινότητα δεν ορίσουν αντιπροσώπους στο διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου, ώσπου να γίνει η εκλογή, η οποία δεν μπο­ρεί να γίνει σε χρονικό διάστημα πέραν των τριών (3) μη­νών από τη σύσταση του Συνδέσμου, μετέχει στο διοικη­τικό συμβούλιο του συνδέσμου ο δήμαρχος ή ο πρόε­δρος της Κοινότητας και, αν οι αντιπρόσωποι του ίδιου Δήμου ή της ίδιας Κοινότητας είναι περισσότεροι, μετέ­χουν σύμβουλοι του επιτυχόντος Συνδυασμού, κατά τη σειρά της εκλογής τους.

 

7. Το διοικητικό συμβούλιο συγκαλείται στην έδρα του Συνδέσμου, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την εκλογή των αντιπροσώπων, ύστερα από πρόσκληση του αντι­προσώπου του Δήμου ή της Κοινότητας της έδρας του Συνδέσμου. Αν υπάρχουν περισσότεροι αντιπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας της έδρας του Συνδέσμου, το διοικητικό συμβούλιο συγκαλείται με πρόσκληση του δημάρχου, εφόσον αυτός είναι αντιπρόσωπος, ή του δημοτικού ή κοινοτικού συμβούλου, που είναι αντιπρόσωπος και έλαβε τις περισσότερες ψήφους και σε περίπτω­ση ισοψηφίας εκείνου που είναι γραμμένος πρώτος, κα­τά σειρά, στην απόφαση του δικαστηρίου για την ανακή­ρυξη των επιτυχόντων. Στην ίδια συνεδρίαση το συμβού­λιο εκλέγει από τα μέλη του τον πρόεδρο και τον αντι­πρόεδρο του και τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής για διετή θητεία.

Αν κανένας από τους αντιπροσώπους της έδρας του Συνδέσμου δεν συγκαλέσει το διοικητικό συμβούλιο μέ­σα στην παραπάνω προθεσμία, η πρόσκληση γίνεται από τον αντιπρόσωπο του Δήμου ή Κοινότητας μέλους του Συνδέσμου που έχει το μεγαλύτερο πληθυσμό μετά από αυτόν της έδρας.

Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγρά­φου, σχετικά με τον αντιπρόσωπο που θα υπογράψει την πρόσκληση, εφαρμόζονται ανάλογα και στην παραπάνω περίπτωση.

Στη συνεδρίαση προεδρεύει αυτός που συγκάλεσε το διοικητικό συμβούλιο και, αν δεν παρίσταται, άλλος αντι­πρόσωπος του ίδιου Δήμου και Κοινότητας κατά τη σειρά που είναι γραμμένοι στην απόφαση του δικαστηρίου, ή ο αντιπρόσωπος του μεγαλύτερου σε πληθυσμό, μετά τον Ο.Τ.Α. της έδρας του Συνδέσμου, Δήμου ή Κοινότητας, από αυτούς που οι αντιπρόσωποι τους παρίστανται στη συνεδρίαση, σύμφωνα με τη σειρά που είναι γραμμένοι στην απόφαση του δικαστηρίου.

Οι διατάξεις του άρθρου 104 εφαρμόζονται ανάλογα.

Για τη διεξαγωγή της εκλογής, που προβλέπει η παρά­γραφος αυτή, το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου έχει νόμιμη συγκρότηση, εφόσον έχει ορισθεί αριθμός αντιπροσώπων ίσος με τα τρία πέμπτα (3/5) του συνολι­κού αριθμού των μελών του και έχουν παρέλθει οι προ­θεσμίες της παραγράφου 6 του παρόντος. Η απαρτία υπολογίζεται με βάση το συνολικό αριθμό των μελών.

 

8.  Η εκτελεστική επιτροπή αποτελείται από τον πρόε­δρο του συμβουλίου του Συνδέσμου, ως πρόεδρο, και δύο (2) μέλη, σε συμβούλια έως και είκοσι πέντε (25) με­λών. Σε συμβούλια από είκοσι έξι (26) έως εβδομήντα πέντε (75) μέλη, η εκτελεστική επιτροπή αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα (4) μέλη και, σε πολυμελέστερα συμβούλια, από τον πρόεδρο και έξι (6) μέλη. Από τα μέλη αυτά το ένα (1) εκλέγεται αντιπρόεδρος. Στις τριμελείς εκτελεστικές επιτροπές, εκλέγεται και ένα (1) αναπληρωματικό μέλος, στις πενταμελείς δύο (2) και στις επταμελείς τρία (3). Η εκλογή των μελών της εκτε­λεστικής επιτροπής γίνεται κάθε δύο (2) χρόνια, σύμφω­να με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγρά­φου 7, και η θητεία τους λήγει με την εγκατάσταση των νέων μελών της. Τα μέλη του διοικητικού Συμβουλίου και της εκτελεστικής επιτροπής μπορούν να αντικατα­σταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους για σοβαρό λόγο σχετικά με τη λειτουργία του συνδέσμου με από­φαση του οικείου συμβουλίου, που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των μελών του.

 

9.  Το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου εφόσον έχει περισσότερα από είκοσι πέντε (25) μέλη έχει απαρ­τία, όταν παρίσταται το ένα τρίτο (1/3) του συνολικού αριθμού των μελών του.

 

10.  Η παραίτηση από τα αξιώματα του προέδρου και του αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου του Συν­δέσμου, καθώς και του μέλους της εκτελεστικής επιτρο­πής του Συνδέσμου υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου και γίνεται οριστική αφότου το διοι­κητικό συμβούλιο την αποδεχθεί. Για το σκοπό αυτόν το διοικητικό συμβούλιο προσκαλείται σε συνεδρίαση κατά την οποία, μετά την αποδοχή των παραιτήσεων, προβαί­νει στην εκλογή νέων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 7.

Σε κάθε περίπτωση η παραίτηση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή μετά την παρέλευση ενός μήνα από την ημε­ρομηνία κατάθεσης της σχετικής αίτησης στο γενικό πρωτόκολλο της υπηρεσίας.

 

11. Η συμμετοχή νέου Δήμου ή Κοινότητας σε υφιστά­μενο Σύνδεσμο είναι δυνατή διαρκούσης της δημοτικής και κοινοτικής περιόδου. Η εκπροσώπηση του στα όργα­να διοίκησης του Συνδέσμου γίνεται από την έναρξη της νέας δημοτικής και κοινοτικής περιόδου.

 

 

Αρθρο 247

Αρμοδιότητες και λειτουργίες των οργάνων του Συνδέσμου

 

 

1. Το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου έχει τις αρ­μοδιότητες του δημοτικού συμβουλίου και ο πρόεδρος του τις αρμοδιότητες του δημάρχου και του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου. Οι σχετικές διατάξεις που αφορούν τους Δήμους εφαρμόζονται αναλόγως ως προς τη διοίκηση του Συνδέσμου.

Η εκτελεστική επιτροπή έχει τις αρμοδιότητες της δη­μαρχιακής επιτροπής και όσες αρμοδιότητες της αναθέ­τει το ίδιο το συμβούλιο.

Δεν μεταβιβάζονται στην εκτελεστική επιτροπή οι αρ­μοδιότητες, που προβλέπονται για τη διάλυση του Συν­δέσμου.

 

2.  Επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση αστικών ή αγροτικών ακινήτων ή η σύσταση δουλείας σε βάρος τους, υπέρ Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων για δημό­σια ωφέλεια. Οι διατάξεις που αφορούν την απαλλοτρίω­ση υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων εφαρμόζονται ανάλογα.

 

3.  Οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη λειτουργία του δη­μοτικού συμβουλίου και της δημαρχιακής επιτροπής, τον έλεγχο και την εκτελεστότητα των αποφάσεων εφαρμό­ζονται ανάλογα και για τα συλλογικά όργανα των Συνδέ­σμων.

 

4.  Οι διατάξεις που αναφέρονται στην αστική και πει­θαρχική ευθύνη των αιρετών οργάνων, στις υποχρεώ­σεις των δημοτικών συμβούλων και στο κώλυμα συμμε­τοχής στη συνεδρίαση εφαρμόζονται ανάλογα και για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και της εκτελεστικής επιτροπής του Συνδέσμου.

 

5.  Στην περίπτωση που Σύνδεσμος δεν διαθέτει τα­μειακή υπηρεσία, δύναται να εξυπηρετείται από την αντί­στοιχη υπηρεσία του Ο.Τ.Α. της έδρας του και εάν δεν υπάρχει, την ταμειακή υπηρεσία άλλου Ο.Τ.Α. μέλους του.

Σε αυτή την περίπτωση στον Ο.Τ.Α. καταβάλλεται οι­κονομική αποζημίωση από το Σύνδεσμο, το ύψος της οποίας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζε­ται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία εγκρί­νεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο.

 

6.  Ο πρόεδρος του Συνδέσμου μπορεί με απόφαση του, η οποία δημοσιεύεται στον ειδικό χώρο των ανακοι­νώσεων του Συνδέσμου, να μεταβιβάζει αρμοδιότητες του στον αντιπρόεδρο.

 

7.  Όταν ο πρόεδρος του Συνδέσμου απουσιάζει ή κω­λύεται, τα καθήκοντα του ασκεί ο αντιπρόεδρος και όταν απουσιάζει ή κωλύεται και αυτός, το μέλος της εκτελε­στικής επιτροπής που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους.

 

8. Το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου Ο.Τ.Α., που υπάγεται σε περισσότερους νομούς, μπορεί να συνεδριά­ζει και στην έδρα οποιουδήποτε Ο.Τ.Α. μέλους, αν αυτό το αποφασίσει το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής.

 

 

Αρθρο 248

 

Έξοδα παράστασης και κίνησης

 

1. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου εισπράττει έξοδα παρά­στασης, που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, εφόσον ο απολογισμός του προηγούμενου έτους του Συνδέσμου υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (300.000 ευρώ).

Εφόσον ο απολογισμός του Συνδέσμου υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (1.000.000 ευρώ), έξοδα παράστασης εισπράττει και ο αντιπρόεδρος.

Τα έξοδα αυτά ανέρχονται στο ήμισυ των εξόδων πα­ράστασης του προέδρου του Συνδέσμου.

 

2.  Για τις μετακινήσεις, που πραγματοποιούν ο πρόε­δρος και τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου έξω από την έδρα τους για την εκτέλεση υπηρεσίας, μπορούν να καταβάλλονται οδοιπορικά έξοδα και ημερήσια απο­ζημίωση, που καθορίζονται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

 

3. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και της εκτελε­στικής επιτροπής του Συνδέσμου, εκτός από τον πρόε­δρο, τα οποία μετέχουν στις συνεδριάσεις των συλλογι­κών αυτών οργάνων δικαιούνται αποζημίωση για κάθε συνεδρίαση και για τρεις το πολύ συνεδριάσεις το μήνα για το καθένα από τα συλλογικά αυτά όργανα. Το ύψος της αποζημίωσης για κάθε συνεδρίαση ανέρχεται στο ένα τοις εκατό (1%) των εξόδων παράστασης που λαμ­βάνει ο πρόεδρος και σε αντίθετη περίπτωση των εξό­δων παράστασης, που λαμβάνει ο δήμαρχος ή ο πρόε­δρος της Κοινότητας της έδρας του Συνδέσμου.

 

 

Αρθρο 249

 

Πόροι

 

1.  Πόροι του Συνδέσμου είναι:

α) Οι πρόσοδοι από την περιουσία του,

β) οι ετήσιες εισφορές των Δήμων και Κοινοτήτων,

γ) δωρεές, επιχορηγήσεις και εισφορές που παρέχει το Δημόσιο ή άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οργανι­σμοί,

δ) οι πρόσοδοι από τους φόρους, τα τέλη και τα δικαι­ώματα που επιβάλλονται υπέρ του Συνδέσμου, και

ε) κάθε άλλη πηγή.

 

2.  Σε περίπτωση μη καταβολής των εισφορών της πα­ραγράφου 1 από τα μέλη του Συνδέσμου, έως το τέλος του πρώτου εξαμήνου κάθε έτους, αυτές παρακρατού­νται από τους κεντρικούς αυτοτελείς πόρους με απόφα­ση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου και αποδίδονται, απευθείας, σε αυτόν.

 

3.  Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Συν­δέσμου επιβάλλονται τέλη για τις παρεχόμενες αντί­στοιχες υπηρεσίες, σε βάρος των κατοίκων των Ο.Τ.Α. που είναι μέλη του Συνδέσμου, εφόσον τούτο προβλέπε­ται στην απόφαση σύστασης του. Το ύψος των τελών καθορίζεται με κριτήριο τις δαπάνες του Συνδέσμου, για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, όπως ειδικότερα προσδιορίζονται με την απόφαση του διοικητικού τους συμβουλίου, η οποία κοινοποιείται στις ταμειακές υπηρε­σίες των μελών του ή, ελλείψει αυτών, στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.).

Οι ανωτέρω υπηρεσίες παρακρατούν υποχρεωτικά και αποδίδουν απευθείας στο Σύνδεσμο το ποσό που του αναλογεί από τα έσοδα των αντίστοιχων τελών.

 

 

Αρθρο 250

 

Λύση

 

1.  Ο Σύνδεσμος λύεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνολικού αριθμού των μελών του:

α) Όταν έχει εκπληρωθεί ο σκοπός του ή

β) όταν λήξει το χρονικό διάστημα για το οποίο έχει συσταθεί.

 

2.  Ο Σύνδεσμος λύεται, επίσης, αν τα δύο τρίτα (2/3) των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων των Δήμων και των Κοινοτήτων που μετέχουν στο Σύνδεσμο, αποφασί­σουν τη λύση, επειδή διαπιστώνεται αδυναμία για την εκπλήρωση του σκοπού του. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας εκδίδει τη σχετική απόφαση, που δημοσιεύ­εται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο Σύνδεσμος λύεται και εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν συγκροτηθεί τα όργανα του για διάστημα πε­ρισσότερο από ένα (1) χρόνο.

Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας διαπιστώνει τη συνδρομή των ανωτέρω και εκδίδει σχετική απόφαση για τη λύση του Συνδέσμου.

Με την ίδια απόφαση ρυθμίζονται, κατ’ εξαίρεση της επόμενης παραγράφου, θέματα σχετικά με την κατανο­μή του ενεργητικού και των υποχρεώσεων του Συνδέ­σμου που λύεται, καθώς και κάθε άλλη έννομη σχέση, ανάλογα με το ύψος της ετήσιας εισφοράς κάθε Δήμου ή Κοινότητας που συμμετέχει. Τυχόν επιχορήγηση του Συνδέσμου, που λύεται, για εξόφληση οφειλών του προς τρίτους, περιέρχεται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέ­ρειας, ο οποίος και προβαίνει, απευθείας, σε αυτήν.

 

3.  Τα θέματα που αφορούν την κατανομή του ενεργη­τικού και των υποχρεώσεων ενός Συνδέσμου που διαλύ­εται, καθώς και κάθε άλλη έννομη σχέση του ρυθμίζο­νται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, ανάλογα με το ύψος της ετήσιας εισφοράς κάθε Δήμου ή Κοινό­τητας που συμμετέχει.

 

4.  Το προσωπικό που τυχόν υπηρετεί στους Συνδέσμους, που διαλύονται, μεταφέρεται αυτοδικαίως και κα­τανέμεται με την ίδια σχέση εργασίας που είχε, με από­φαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας στους Ο.Τ.Α., που αποτελούσαν το Σύνδεσμο ανάλογα με τον πληθυσμό τους ή τις οικονομικές τους δυνατότητες βάσει των προϋπολογισμών των τριών (3) τελευταίων ετών.

 

 

Αρθρο 251

Σύνδεσμοι Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης που συνενώνονται

 

1. Στην περίπτωση που οι Δήμοι ή Κοινότητες που συ­νενώνονται και αποτελούν έναν νέο Δήμο συμμετέχουν όλοι τους ή μερικοί από αυτούς σε Σύνδεσμο Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο Σύνδεσμος αυτός, εφό­σον η περιοχή αρμοδιότητας του είναι ίδια ή μικρότερη της εδαφικής περιφέρειας του νέου Ο.Τ.Α., καταργείται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας του νέου Δή­μου ή Κοινότητας. Την εκτέλεση του σκοπού, για τον οποίο, είχε συσταθεί ο Σύνδεσμος, αναλαμβάνει αυτοδι­καίως και συνεχίζει ο νέος Δήμος ή Κοινότητα, ο οποίος υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Συνδέσμου ως καθολικός διάδοχος. Το προσωπικό και η περιουσία του Συνδέσμου περιέρχονται αυτοδικαί­ως στο νέο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης από την έναρξη της λειτουργίας του.

 

2.  Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που προκύ­πτουν από συνένωση ή καταργούνται και συνενώνονται σε περισσότερους από έναν νέους Ο.Τ.Α., υπεισέρχο­νται αυτοδικαίως, από την έναρξη της λειτουργίας τους, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Δήμων ή Κοινοτήτων που καταργούνται με τη συνένωση και συμ­μετέχουν στους Συνδέσμους κάθε κατηγορίας που με­τείχαν οι καταργηθέντες.

 

3.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

 

 

 

Αρθρο 252

 

Ορισμοί – διακρίσεις

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότε­ρες ρυθμίσεις. Οι επιτρεπόμενες μορφές των επιχειρή­σεων αυτών είναι οι εξής:

α. Δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις,

β. Ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α..

 

2.  Δήμος ή Κοινότητα μπορεί να συνιστά δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, συναφών με αντίστοιχου περιεχομένου αρμοδιότητες αυτών, σύμφω­να με τις προβλέψεις του άρθρου 254 παράγραφος 1.

 

3.  Οι ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. συνιστώνται είτε μό­νον από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες εί­τε με Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ή και άλλους φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή τρίτους, σύμφωνα με τις παρα­κάτω διακρίσεις. Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφω­να με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.

α. Οι ανώνυμες εταιρείες που συνιστώνται από περισ­σότερους Δήμους ή Κοινότητες είτε με Νομαρχιακές Αυ­τοδιοικήσεις ή και άλλους φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκη­σης θεωρούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., εφόσον τα νομικά αυτά πρόσωπα διαθέτουν την πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου. Το υπόλοιπο εταιρικό κεφάλαιο μπορεί να κατέχεται από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Στην εταιρεία της μορφής αυτής είναι δυνατή η συμμετοχή του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ..

β. Οι ανώνυμες εταιρείες, στο εταιρικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχουν μόνον Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού ή και άλλοι φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο την επιστημονική και τεχνική υποστήριξη των Ο.Τ.Α. και των ενώσεων τους ή και της αποκεντρωμένης κρατικής διοίκησης, την προώθηση της επιχειρηματικής, οικονομικής και γενικότερα βιώσιμης ανάπτυξης του Δήμου ή της Κοινότητας, καθώς και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων προστασίας του περιβάλλο­ντος, τη συμμετοχή τους σε αντίστοιχα προγράμματα ή την εφαρμογή σχετικών πολιτικών σε διαδημοτικό ή σε ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, αποτελούν αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α..

Στην ανώνυμη εταιρεία αυτής της μορφής είναι δυνα­τή η συμμετοχή και φορέων του δημόσιου τομέα, συνε­ταιρισμών και ενώσεων αυτών, επιστημονικών φορέων, επιμελητηρίων, φορέων συλλογικών κοινωνικών ή οικο­νομικών συμφερόντων, καθώς και τραπεζών και πιστωτι­κών ιδρυμάτων. Στην περίπτωση αυτή οι Ο.Τ.Α. και οι λοιποί φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατέχουν την πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου.

γ. Για την αξιοποίηση της ακίνητης δημοτικής ή κοινο­τικής περιουσίας ή την εκμετάλλευση κοινόχρηστων χώ­ρων είναι δυνατή η σύσταση ανώνυμης εταιρείας μόνον από έναν Δήμο ή μία Κοινότητα, η οποία καλείται δημοτι­κή ή κοινοτική ανώνυμη εταιρεία.

 

4.  Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού.

 

5.  Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

 

6.  Οι Δήμοι και οι Κοινότητες δεν επιτρέπεται να συνι­στούν ή συμμετέχουν σε καμία άλλη εταιρεία ή κοινο­πραξία οποιασδήποτε μορφής, πέραν αυτών που περι­λαμβάνονται στο παρόν άρθρο. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τη συμμετοχή τους σε ανώνυμη εταιρεία, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 265 παρ. 2 του παρόντος, ή σε άλλα εταιρικά σχήματα, τα οποία ει­δικοί κανόνες προβλέπουν για την εφαρμογή εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων.

 

7.  Ιδρύματα και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαί­ου των Δήμων και Κοινοτήτων δεν επιτρέπεται να συνι­στούν ή να συμμετέχουν σε οποιασδήποτε μορφής επι­χείρηση Ο.Τ.Α..

 

8.  Η ευθύνη Δήμου ή Κοινότητας που συμμετέχει σε επιχείρηση Ο.Τ.Α. περιορίζεται κατά το τμήμα της συμ­μετοχής του στο κεφάλαιο της επιχείρησης.

 

9. Ως φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης του παρόντος μέ­ρους νοούνται η Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., η Ε.Ν.Α.Ε., οι Τοπικές Ενώ­σεις Δήμων και Κοινοτήτων, οι Σύνδεσμοι και οι ανώνυ­μες εταιρείες Ο.Τ.Α..

 

 

Αρθρο 253

 

Κανόνες σύστασης

 

1.  Η σύσταση ή η συμμετοχή σε επιχείρηση οποιασδή­ποτε μορφής γίνεται μετά από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την από­λυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Στην από­φαση αυτή καθορίζονται η επωνυμία, η κατηγορία, ο σκοπός, η διάρκεια, η έδρα της επιχείρησης, το κεφά­λαιο, η διοίκηση, οι πόροι και κάθε άλλο στοιχείο ανα­γκαίο κατά την κρίση του δημοτικού ή κοινοτικού συμ­βουλίου.

 

2.  Της ανωτέρω αποφάσεως προηγείται η εκπόνηση σχετικής οικονομοτεχνικής μελέτης βιωσιμότητας. Η ίδια υποχρέωση υφίσταται και σε κάθε περίπτωση αύξη­σης του κεφαλαίου ή της εισφοράς του Ο.Τ.Α. στην επι­χείρηση.

 

3.  Η εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων που εισφέ­ρονται από Δήμο ή Κοινότητα σε επιχείρηση Ο.Τ.Α. ενεργείται από την επιτροπή του άρθρου 9 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Οι εκθέσεις εκτίμησης δημοσιεύ­ονται στο Τεύχος Β’ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.

 

4.  Στις αποφάσεις των Ο.Τ.Α. ή των φορέων Τοπικής Αυτοδιοίκησης για τη σύσταση ή συμμετοχή σε επιχείρη­ση Ο.Τ.Α. περιλαμβάνεται η ειδικότερη κατηγορία επιχεί­ρησης, στην οποία αυτή εντάσσεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 252. Η αναφορά της ιδιαίτερης κατηγορίας επιχείρησης γίνεται υποχρεωτικά και στο κα­ταστατικό αυτής, καθώς επίσης και σε όλα τα έγγραφα που η επιχείρηση απευθύνει προς τρίτους.

 

5.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., είναι δυνατόν να καθορίζονται ειδικότεροι όροι ή προϋποθέσεις που αφορούν το περιεχόμενο της αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου για σύσταση ή για συμμετοχή σε επιχείρηση, τα αναγκαία στοιχεία της οικονομοτεχνικής μελέτης, η διαδικασία ελέγχου αυτής, καθώς και κάθε άλλο ειδικό ζήτημα ανα­γκαίο για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

 

 

 

Αρθρο 254

 

Σύσταση

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ Α’

ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

 

1.  Δήμος ή Κοινότητα μπορεί να συστήσει δημοτική ή κοινοτική κοινωφελή επιχείρηση με σκοπό την οργάνω­ση λειτουργιών ή δραστηριοτήτων και την παροχή υπη­ρεσιών συναφών ή συνδεόμενων με τις αρμοδιότητες τους, που αναφέρονται στους τομείς της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, της παιδείας, του πολιτι­σμού, του αθλητισμού και του περιβάλλοντος, με εξαίρε­ση την καθαριότητα των κοινόχρηστων χώρων και την αποκομιδή των απορριμμάτων, τη δημιουργία και συντή­ρηση πρασίνου και τη λειτουργία κοιμητηρίων και κέ­ντρων αποτέφρωσης νεκρών.

Σκοπός των ανωτέρω επιχειρήσεων μπορεί να είναι επίσης η οργάνωση δημοτικής συγκοινωνίας, καθώς και η εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογίας για την ανάπτυξη της περιοχής τους.

 

2.  Είναι δυνατή από την κοινωφελή επιχείρηση η πα­ράλληλη επιδίωξη περισσότερων σκοπών, κατά τα ανω­τέρω, οι οποίοι είναι μεταξύ τους συναφείς και σε κάθε περίπτωση δεν έχουν εμπορικό ή βιομηχανικό χαρακτή­ρα. Δεν επιτρέπεται η συμμετοχή κοινωφελούς επιχείρη­σης σε άλλες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α..

 

3.  Αντικείμενο δραστηριότητας της κοινωφελούς επι­χείρησης δεν μπορούν να αποτελέσουν, καθ’ οιανδήποτε μορφή, οι παραχωρηθείσες στους Ο.Τ.Α. κρατικές αρμο­διότητες, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 75 παρ. II του παρόντος.

 

4.  Η σύσταση κοινωφελούς επιχείρησης γίνεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας που δη­μοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της απόφασης του δημοτικού ή κοινοτι­κού συμβουλίου και αποτελεί το καταστατικό της επιχεί­ρησης και σε περίπτωση σύστασης εμπραγμάτων δικαιω­μάτων, μεταγραπτέο τίτλο στο υποθηκοφυλακείο.

 

 

Αρθρο 255

 

Διοίκηση

 

1. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικη­τικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Από τα μέ­λη αυτά τουλάχιστον τρεις (3) είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας, ένας (1) είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων στην επιχείρηση, αν αυτή απασχολεί περισσότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, υποδει­κνυόμενος από τη γενική συνέλευση αυτών, και ένας (1) είναι εκπρόσωπος κοινωνικού φορέα της περιοχής. Τα υπόλοιπα μέλη είναι δημότες ή κάτοικοι του Δήμου ή της Κοινότητας που έχουν πείρα ή γνώσεις σχετικές με το αντικείμενο της επιχείρησης. Στην περίπτωση των αιρε­τών μελών τουλάχιστον ένα μέλος εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία.

 

2.  Η θητεία του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί τη θητεία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εκτός αν στην πράξη σύστασης της επιχείρησης προβλέπεται μι­κρότερη θητεία. Σε κάθε περίπτωση η θητεία του λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά την εγκατάσταση του νέου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

3.  Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατόν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που τα όρισε, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του. Για την αντικατάσταση του εκπροσώπου των εργα­ζομένων και του κοινωνικού φορέα της περιοχής απαι­τείται η σύμφωνη γνώμη του οργάνου που τους πρότεινε.

 

4. Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ορίζει από τα μέ­λη του διοικητικού συμβουλίου τον πρόεδρο και τον αντι­πρόεδρο του. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προσλαμβάνεται διευθυντής μετά από σχετική προκήρυξη. Στον κανονισμό προσωπικού καθορί­ζονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ο διευθυντής της επιχείρησης. Ως διευθυντής δεν μπορεί να ορισθεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης ή του δημο­τικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

 

5.  Στον πρόεδρο ή στον αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, ανάλογα με τις υπηρεσίες που παρέχει στην επιχείρηση, μπορεί να καταβάλλεται αποζημίωση, η οποία ορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου ύστερα από πρόταση του διοικητικού συμ­βουλίου της επιχείρησης. Με την ίδια διαδικασία μπορεί να καταβάλλεται αποζημίωση στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του. Για τον καθορισμό των αποζημιώσεων της παραγρά­φου αυτής λαμβάνεται οπωσδήποτε υπόψη η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης κατά την προηγούμενη δια­χειριστική περίοδο.

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται τα ανώτερα χρηματικά όρια των ως άνω αποζημιώσεων.

 

 

Αρθρο 256

 

Έγκριση αποφάσεων

 

1.  Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επι­χείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμ­βούλιο, αν αυτές αφορούν:

α) Την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων.

β) Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματο δικαίωμα.

γ) Τη διάθεση των καθαρών κερδών ή τη διενέργεια επενδύσεων.

δ) Την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης.

ε) Τη συγχώνευση ή τη λύση της επιχείρησης,

στ) Τη σύναψη δανείων και

ζ) Την έγκριση των κανονισμών του επομένου άρθρου.

 

2.  Για τη νόμιμη λήψη ή έγκριση των ανωτέρω αποφά­σεων απαιτείται η πλειοψηφία του συνόλου των μελών του αντίστοιχου συμβουλίου.

 

3.  Η έγκριση παρέχεται μέσα σε ένα (1) μήνα από τότε που κοινοποιήθηκε η απόφαση στο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, θεω­ρείται ότι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου έχει εγκριθεί.

 

 

Αρθρο 257

 

Κανονισμοί – Συμβάσεις

 

1. Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς:

α. Εσωτερικό κανονισμό υπηρεσιών, με τον οποίο κα­θορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότη­τες των υπηρεσιών της επιχείρησης, οι θέσεις του προ­σωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυ­τού.

β. Κανονισμό προσωπικού, ο οποίος καθορίζει την υπη­ρεσιακή κατάσταση αυτού, τα προσόντα πρόσληψης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, καθώς και τις πειθαρχι­κές του ευθύνες.

γ. Κανονισμό οικονομικής διαχείρισης.

Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχεί­ρησης μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί, οι οποίοι κρίνονται απαραίτητοι για τη λειτουργία αυτής.

 

2.  Η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης των έργων, υπηρε­σιών, μελετών και προμηθειών των κοινωφελών επιχει­ρήσεων, καθώς και η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έρ­γου διενεργείται σύμφωνα με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις που ισχύουν για τους Ο.Τ.Α..

Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να συντάσσει αντί­στοιχους κανονισμούς στο πλαίσιο των ανωτέρω κανό­νων.

 

 

Αρθρο 258

Προσωπικό

 

1.  Το προσωπικό των κοινωφελών επιχειρήσεων συν­δέεται με αυτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και προσλαμβάνεται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν για την πρόσληψη του προσωπικού των Ο.Τ.Α. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

 

2.  Είναι δυνατή, μετά από σχετική αίτηση, η απόσπαση υπαλλήλων Ο.Τ.Α. προς κοινωφελή επιχείρηση του για δύο (2) έτη, που μπορούν να παραταθούν για ισόχρονο διάστημα, εφόσον η σχετική ανάγκη θεμελιώνεται επαρ­κώς. Η απόσπαση διενεργείται με απόφαση του δημάρ­χου ή του προέδρου της Κοινότητας κατόπιν σχετικού αιτήματος του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης.

 

3.  Ομοίως, είναι δυνατή η απόσπαση υπαλλήλων, υπό τους αυτούς χρονικούς περιορισμούς της προηγούμενης παραγράφου, από μία κοινωφελή επιχείρηση προς άλλη κοινωφελή επιχείρηση του ίδιου Ο.Τ.Α., καθώς και προς δημοτική ή κοινοτική ανώνυμη εταιρεία του άρθρου 266, με απόφαση των οικείων διοικητικών συμβουλίων και έγκρι­ση του δημάρχου ή προέδρου της Κοινότητας.

 

4.  Οι αποδοχές των αποσπώμενων υπαλλήλων κατα­βάλλονται από την επιχείρηση προς την οποία γίνεται η απόσπαση.

 

 

 

Αρθρο 259

 

Χρηματοδότηση

 

ΤΜΗΜΑ Β’

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

 

1.  Η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρημα­τοδοτείται από τον οικείο Ο.Τ.Α. για τις δραστηριότητες και τις παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Προϋπόθεση προς τούτο απο­τελεί η κατάθεση από την επιχείρηση διετούς προγράμ­ματος δράσης αυτής, στο οποίο οπωσδήποτε αναφέρο­νται οι δραστηριότητες και οι υπηρεσίες, η οικονομική δαπάνη αυτών και η ενδεχόμενη χρηματοδότηση τους από τυχόν τέλη της παραγράφου 3 ή άλλους πόρους, κα­θώς και οι ειδικότεροι όροι άσκησης της.

Τα στοιχεία του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και εκείνα που συναφώς προκρίνουν ο Ο.Τ.Α. και η κοινωφε­λής επιχείρηση, μεταξύ των οποίων οπωσδήποτε τα δι­καιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, καθώς και ρή­τρες σε περίπτωση παραβάσεως συμφωνηθέντων όρων, αποτελούν το περιεχόμενο συμβάσεως, η οποία συνά­πτεται μεταξύ τους.

 

2.  Για τη χρηματοδότηση της προηγούμενης παραγρά­φου  ισχύουν  οι  διατάξεις  του   Κώδικα  Φ.Π.Α.   (ν. 2859/2000, ΦΕΚ 248 Α’), όπως ισχύει και δεν επιτρέπε­ται να χρησιμοποιηθεί από την επιχείρηση για άλλους σκοπούς, εκτός αυτών που αναφέρονται στο πρόγραμμα δράσης, ούτε να αποτελέσει αντικείμενο χρηματοδότη­σης προς άλλη επιχείρηση Ο.Τ.Α..

 

3.  Εφόσον η δραστηριότητα της επιχείρησης συνδέε­ται με την παροχή υπηρεσιών, είναι δυνατή, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, η είσπραξη εύλογης αποζημίωσης από τους αποδέκτες αυτών για κάλυψη μέ­ρους του κόστους των προσφερόμενων υπηρεσιών. Η σχετική απόφαση υπόκειται στην προηγούμενη έγκριση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.

 

4.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., μπορεί να προσδιορίζονται τα βα­σικά στοιχεία που περιέχει το πρόγραμμα δράσης αυτού του άρθρου, ο τρόπος καθορισμού του ύψους της χρημα­τοδότησης, οι προϋποθέσεις αναθεώρησης του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

 

5.  Αύξηση κεφαλαίου κοινωφελούς επιχείρησης δεν επιτρέπεται πριν την πάροδο τετραετίας από τη σύσταση της. Το κεφάλαιο που προέρχεται από αύξηση κεφαλαί­ου αφορά μόνον σε επενδυτικό πρόγραμμα ή σε επέκτα­ση των σκοπών της επιχείρησης, αποκλειόμενης απολύ­τως της χρησιμοποίησης του για την κάλυψη λειτουργι­κών δαπανών της.

 

6.  Ο οικείος Ο.Τ.Α. με απόφαση του συμβουλίου του είναι δυνατόν να παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα προς την επιχείρηση, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο για την επιτέλεση των σκοπών της, τη χρήση εγκαταστάσεων, εξοπλισμού ή άλλων μέσων. Η για ορισμένο χρόνο πε­ραιτέρω παραχώρηση αυτών προς άλλη κοινωφελή επι­χείρηση του ιδίου Ο.Τ.Α. επιτρέπεται, αν τούτο εγκρίνε­ται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και εφόσον η τελευταία αναλαμβάνει τις δαπάνες συντήρησης τους.

 

7.  Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις μπορούν να συμμετέ­χουν σε προγραμματικές συμβάσεις.

 

 

Αρθρο 260

 

Διαχείριση

 

1.  Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξό­δων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση.

 

2. Το οικονομικό έτος της διαχείρισης των επιχειρήσε­ων συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος.

 

3.  Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχειρήσεως από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπο­λογισμού του οικείου Ο.Τ.Α..

 

4.  Έως το τέλος Απριλίου του επόμενου της διαχειρι­στικής περιόδου έτους το διοικητικό συμβούλιο της επι­χείρησης υποβάλλει στο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο τον ισολογισμό και τα αποτελέσματα χρήσεως μαζί με σχετική έκθεση των ελεγκτών του άρθρου 261, καθώς και έκθεση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, ότι τηρήθηκαν οι σχετικές προβλέψεις της νομοθεσίας και των κανονισμών της επιχείρησης. Στις ως άνω εκθέ­σεις περιλαμβάνεται ειδική αναφορά σχετικά με την εκτέλεση του προγράμματος δράσης του άρθρου 259 του παρόντος. Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή, αποφασίζει με πράξη του για την έγκριση ή μη του ισολογισμού, διατυπώνο­ντας σχετικά και τις παρατηρήσεις του επ’ αυτού.

 

5. Ο Δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων.

 

6.  Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις έχουν την υποχρέωση τήρησης βιβλίων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων Γ’ κατηγορίας κατά την ισχύουσα νομοθεσία.

 

7. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχεί­ρησης, που εγκρίνεται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμ­βούλιο, τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από τη διαχεί­ριση, μετά την έγκριση των ετήσιων οικονομικών κατα­στάσεων, την αφαίρεση των αποσβέσεων και τη δη­μιουργία του απαραίτητου αποθεματικού, μπορεί να δια­τίθενται για τη βελτίωση ή την επέκταση των εγκαταστά­σεων της επιχείρησης ή να διατίθενται στο Δήμο ή στην Κοινότητα για την εκτέλεση κοινωφελών έργων.

Μετά από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου η εκτέλεση των κοινωφελών έργων της προηγού­μενης παραγράφου μπορεί να γίνει από την ίδια την επι­χείρηση, για λογαριασμό του Δήμου ή της Κοινότητας ή να διατεθούν τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης για την παροχή υπηρεσιών προς το Δήμο ή την Κοινότητα ή την παροχή υπηρεσιών προς τους δημότες.

 

8. Με την ίδια διαδικασία το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, εκτιμώντας τους στόχους, την αποδοτικό­τητα και την παραγωγικότητα της, μπορεί να κρατήσει μέχρι δώδεκα τοις εκατό (12%) από τα καθαρά κέρδη, σε ιδιαίτερο λογαριασμό για την παροχή κινήτρων στους εργαζόμενους, με τη μορφή πρόσθετης αμοιβής. Τα κρι­τήρια και η διαδικασία καταβολής των αμοιβών αυτών και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται στον κανονι­σμό προσωπικού της επιχείρησης.

 

 

Αρθρο 261

 

Διαχειριστικός έλεγχος

 

1.  Ο τακτικός διαχειριστικός έλεγχος των επιχειρήσε­ων γίνεται από δύο ελεγκτές, που επιλέγονται και διορί­ζονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο στην αρ­χή κάθε οικονομικού έτους. Με την ίδια απόφαση ορίζε­ται και η αμοιβή τους. Ως ελεγκτές ορίζονται ορκωτοί ελεγκτές ή πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα να οριστούν ελεγκτές σε ανώνυμη εταιρεία. Ο ορισμός ορκωτών ελεγκτών είναι υποχρεωτικός στον έλεγχο επιχείρησης που έχει ετήσιο κύκλο εργασιών μεγαλύτερο από ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000 ευρώ) ευρώ.

 

2.  Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέ­ρειας, μπορεί να διενεργείται έκτακτος διαχειριστικός έλεγχος της επιχείρησης από ελεγκτές της προηγούμε­νης παραγράφου που ορίζονται από τον ίδιο. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και το ύψος της αμοιβής τους, η οποία βαρύνει την επιχείρηση. Έκτακτος διαχειριστικός έλεγ­χος μπορεί επίσης να διενεργείται από ελεγκτές της προηγούμενης παραγράφου με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να διενεργείται έκτακτος διαχειριστικός έλεγχος και από Οικονομικούς Επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών μετά από αίτημα του Υπουργού Εσωτε­ρικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ή του οι­κείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας.

 

3.  Για την ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχείρησης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατά­ξεις του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών.

 

4.  Σοβαρή παράβαση των καθηκόντων εκ μέρους των αιρετών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι δυνα­τόν να συνιστά και πειθαρχικό αδίκημα κατά τις διατά­ξεις του άρθρου 142 του παρόντος.

 

 

 

Αρθρο 262

 

Λύση

 

ΤΜΗΜΑ Γ’

ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

 

1. Δημοτική ή κοινοτική κοινωφελής επιχείρηση μπο­ρεί να λυθεί πριν την πάροδο της διάρκειας της με από­φαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και πράξη του Γενικού Γραμματέα της Πε­ριφέρειας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ­νήσεως. Με την ίδια διαδικασία λύεται η επιχείρηση υποχρεωτικά, εάν καταστεί ανενεργός για χρονικό διάστημα άνω των δύο (2) ετών.

 

2.  Τη λύση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής. Μετά την εκκαθάριση της επιχείρησης, όσα πε­ριουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει.

 

3.  Η εκκαθάριση γίνεται μόνον από ορκωτούς ελεγκτές που ορίζονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο.

 

 

Αρθρο 263

 

Συγχώνευση

 

1.  Δύο ή περισσότερες κοινωφελείς επιχειρήσεις του ίδιου Δήμου ή Κοινότητας είναι δυνατόν να συγχωνευ­θούν με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.

 

2.  Με την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου, η οποία λαμβάνεται μετά από εκτίμηση του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας των συγχωνευόμενων επι­χειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κ.ν. 2190/1920, και την εκπόνηση σχετικής οικονομοτεχνικής μελέτης, λύονται χωρίς εκκαθάριση οι συγχωνευόμενες επιχειρή­σεις και συστήνεται νέα κοινωφελής επιχείρηση. Η από­φαση αυτή περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 253 παρά­γραφος 1 και δημοσιεύεται κατά τον τρόπο που ορίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 254.

 

3. Από τη σύσταση της η νέα επιχείρηση υπεισέρχεται αυτοδικαίως, ως καθολικός διάδοχος, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των καταργούμενων επιχειρήσεων.

 

4.  Για τη μεταβίβαση ή εισφορά των περιουσιακών στοιχείων των συγχωνευόμενων επιχειρήσεων, για κάθε πράξη ή συμφωνία που αφορά εισφορά ή μεταβίβαση στοιχείων παθητικού ή ενεργητικού ή άλλων δικαιωμά­των και υποχρεώσεων και κάθε εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος, καθώς και για κάθε άλλη συμφωνία ή πρά­ξη που αφορά τη σύσταση της νέας επιχείρησης ισχύουν οι απαλλαγές του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α’, 24.8.1993).

 

5.  Το προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας αο­ρίστου χρόνου των επιχειρήσεων που συγχωνεύθηκαν μεταφέρεται σε αντίστοιχες θέσεις της νέας επιχείρη­σης.

Πλεονάζον προσωπικό απολύεται με απόφαση του οι­κείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου μετά από πρό­ταση του διοικητικού συμβουλίου της νέας επιχείρησης. Η αποζημίωση του απολυόμενου προσωπικού βαρύνει τον οικείο Ο.Τ.Α..

 

 

Αρθρο 264

Εξουσιοδοτήσεις – Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων

 

ΤΕΛΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ

 

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζονται:

α) Τα κωλύματα και τα ασυμβίβαστα για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα σχετικά με τη διαδικασία διο­ρισμού, τη θητεία και την αντικατάσταση τους.

β) Τα θέματα που αφορούν τη σύγκληση και λειτουρ­γία του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, την απαρτία και τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και τις αρ­μοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου, του προέδρου και του διευθυντή της επιχείρησης.

γ) Τα σχετικά με τη συγχώνευση, λύση και εκκαθάριση της επιχείρησης.

δ) Ειδικότερα θέματα σχετικά με τη διαχείριση ή το διαχειριστικό έλεγχο, καθώς και κάθε ειδικό θέμα, σχετι­κό με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 254 έως 263.

 

 

Αρθρο 265

Σύσταση – Λειτουργία

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ Ο.Τ.Α.

 

1.  Δήμοι ή Κοινότητες, μόνοι ή με Νομαρχιακές Αυτο­διοικήσεις ή και άλλους φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή τρίτους, δύνανται να συνιστούν ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπο­ρικής και φορολογικής νομοθεσίας και τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων.

α. Οι Δήμοι, οι Κοινότητες, οι Νομαρχιακές Αυτοδιοι­κήσεις και οι λοιποί φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης δια­τηρούν πάντοτε κοινές μη προνομιούχες μετοχές, που αντιπροσωπεύουν αθροιστικά την πλειοψηφία του μετο­χικού κεφαλαίου. Κατά το υπόλοιπο μπορεί να συμμετέ­χουν το Δημόσιο και φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

β. Όλες οι μετοχές είναι ονομαστικές και δεν εισάγο­νται στο Χρηματιστήριο Αξιών. Οι κοινές μετοχές είναι δεσμευμένες ονομαστικές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 3 του κ.ν. 2190/1920, και οι προ­νομιούχες χωρίς δικαίωμα ψήφου.

γ. Αν η επιχείρηση λυθεί, οι Ο.Τ.Α. που συμμετέχουν σε αυτή έχουν δικαίωμα προτίμησης για την αγορά της εκποιούμενης περιουσίας.

 

2. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες επιτρέπεται να συμμετέ­χουν σε άλλες ανώνυμες εταιρείες πέραν αυτών του πα­ρόντος άρθρου. Προς τούτο απαιτείται απόφαση του οι­κείου συμβουλίου με την απόλυτη πλειοψηφία του συνο­λικού αριθμού των μελών του. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες και οι ανώνυμες εταιρίες της παραγράφου 1 δεν επιτρέ­πεται να συμμετέχουν σε ποδοσφαιρικές, τραπεζικές και ασφαλιστικές ανώνυμες εταιρίες.

 

3.  Οι ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν επιχορηγούνται άμεσα ή έμ­μεσα από Ο.Τ.Α.. Κατ’ εξαίρεση, είναι επιτρεπτή η επιχο­ρήγηση από Ο.Τ.Α. νησιωτικών περιοχών ανώνυμης εται­ρείας ή ναυτικής εταιρείας του ν. 959/1979, που αυτοί έχουν συστήσει ή συμμετέχουν κατά πλειοψηφία στο εταιρικό τους κεφάλαιο για τη διεξαγωγή θαλάσσιων συ­γκοινωνιών και μεταφορών, καθώς επίσης και στις περι­πτώσεις για τις οποίες υφίσταται ειδική νομοθετική ρύθ­μιση.

 

4.  Οι ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α., με εξαίρεση τις ανα­πτυξιακές ανώνυμες εταιρείες, δεν συμμετέχουν σε προγραμματικές συμβάσεις.

 

5. Δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπράγ­ματου βάρους επί ακίνητης περιουσίας που έχει εισφερθεί από Δήμο ή Κοινότητα σε ανώνυμη εταιρεία, την οποία έχει συστήσει ή στην οποία συμμετέχει για την εξυπηρέτηση του καταστατικού της σκοπού, χωρίς την προηγούμενη έγκριση του οικείου δημοτικού ή κοινοτι­κού συμβουλίου.

 

6.  Το προσωπικό των ανωνύμων εταιρειών Ο.Τ.Α. προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις προεδρικού διατάγματος, το οποίο εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Απα­σχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και μετά από γνώ­μη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., η οποία παρέχεται εντός αποκλειστι­κής προθεσμίας ενός (1) μηνός αφότου ζητηθεί.

 

7.  Η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης έργων, προμη­θειών, μελετών και υπηρεσιών από τις ανώνυμες εταιρεί­ες Ο.Τ.Α. διενεργείται βάσει κανονισμού, ο οποίος κα­ταρτίζεται από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Σε αυτόν περιλαμβάνονται ρυθμίσεις σχετικές με τα αρμό­δια όργανα της εταιρείας, τις προϋποθέσεις και τους όρους ανάθεσης ανάλογα με την εφαρμοζόμενη διαδι­κασία (ανοικτός, κλειστός διαγωνισμός, ανάθεση με δια­πραγμάτευση) και τα κριτήρια και τη διαδικασία αξιολό­γησης και επιλογής, ούτως ώστε να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας και αντικειμενικότητας, όπως αυ­τές συνάγονται από την ισχύουσα νομοθεσία.

Για τις αναθέσεις της παραγράφου αυτής, των οποίων ο προϋπολογισμός υπερβαίνει τα όρια που προβλέπουν οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές οδηγίες, εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτών.

 

8.  Οι ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. συγχωνεύονται, δια­σπώνται ή λύονται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει.

Λύονται υποχρεωτικώς, αν για τρεις συνεχείς εταιρι­κές χρήσεις μετά διετία από την ίδρυση τους είναι ζημιο­γόνες ή, αν για ισάριθμες φορές εντός δεκαετίας τα ίδια αυτών κεφάλαια, όπως προσδιορίζονται στο υπόδειγμα ισολογισμού που προβλέπεται από το άρθρο 42γ του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, γίνουν κατώτερα του πενήντα τοις εκατό (50%) του μετοχικού κεφαλαίου.

Στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 47 του κ.ν. 2190/1920, τυχόν αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου που καταβάλλεται από τους Ο.Τ.Α. δεν μπορεί να υπερβαί­νει ποσοστό μεγαλύτερο του ενός δεύτερου (1/2) αυτού.

 

 

Αρθρο 266

 

Δημοτικές και κοινοτικές ανώνυμες εταιρείες

 

1.  Για την αξιοποίηση της δημοτικής ή κοινοτικής ακί­νητης περιουσίας ή για την εκμετάλλευση κοινόχρηστων χώρων είναι δυνατή η σύσταση ανώνυμης εταιρείας μό­νο από ένα Δήμο ή μία Κοινότητα, οι οποίοι και εισφέ­ρουν το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου.

 

2.  Οι δημοτικές ή κοινοτικές ανώνυμες εταιρείες διοι­κούνται από διοικητικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται από το δημο­τικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Τα οριζόμενα μέλη του διοι­κητικού συμβουλίου, που είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας, δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ένα τρίτο (1/3) του συνολικού αριθμού των μελών του διοικητικού συμβουλίου, εκ των οποίων τουλάχιστον ένα εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας δεν μπορεί να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου προερχόμενο από τους αιρετούς εκπροσώπους του δημοτικού ή κοινο­τικού συμβουλίου. Για την πρόσληψη Γενικού Διευθυντή, εφόσον δεν έχει ορισθεί Διευθύνων Σύμβουλος, ισχύουν κατ’ αναλογία οι ρυθμίσεις του άρθρου 255 παράγραφος 4 του παρόντος.

 

3. Στην εταιρεία αυτής της μορφής είναι δυνατή η συμ­μετοχή του Δημοσίου ή άλλων φυσικών ή νομικών προ­σώπων από εκείνα που ορίζονται στο άρθρο 252 παράγράφος 3α του παρόντος, εφαρμοζομένων στην περί­πτωση αυτή των διατάξεων για τις ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α..

 

4.  Η πρόσληψη προσωπικού, η σύναψη συμβάσεων μί­σθωσης έργου, καθώς και η σύναψη συμβάσεων ανάθε­σης έργων, προμηθειών, μελετών και υπηρεσιών από τις δημοτικές ή κοινοτικές ανώνυμες εταιρείες διενεργού­νται βάσει των αντίστοιχων κανόνων που ισχύουν για τις δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις.

 

5.  Κατά τα λοιπά, οι εταιρείες του άρθρου αυτού διέ­πονται από τις ρυθμίσεις των ανωνύμων εταιρειών Ο.Τ.Α. και τον κ.ν. 2190/1920.

 

 

 

Αρθρο 267

 

Κανόνες λειτουργίας

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ Ο.Τ.Α. ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

 

1.  Οι υφιστάμενες αστικές εταιρείες μη κερδοσκοπι­κού χαρακτήρα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρ­θρου 22 παρ. 9 του ν. 3274/2004 συνεχίζουν να λειτουρ­γούν μέχρι τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται στη συ­στατική τους πράξη, διεπόμενες και από τους εξής κανό­νες:

α) Ο διαχειριστικός έλεγχος της εταιρείας και η ευθύ­νη των μελών του οργάνου διοίκησης έναντι αυτής διέ­πονται, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, από τις διατάξεις που ισχύουν για τις δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επι­χειρήσεις. Έκτακτο διαχειριστικό έλεγχο μπορεί να ζη­τήσει οποιοσδήποτε εταίρος.

β) Η ευθύνη των εταίρων περιορίζεται μέχρι του ύψους της εισφοράς τους.

γ) Η πρόσληψη προσωπικού, η σύναψη συμβάσεων μι­σθώσεως έργου, καθώς και η σύναψη συμβάσεων ανάθε­σης έργων, προμηθειών, μελετών και υπηρεσιών από τις αστικές εταιρείες Ο.Τ.Α. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα διενεργούνται βάσει των αντίστοιχων κανόνων που ισχύουν για τις δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επι­χειρήσεις.

δ) Τηρούν λογιστικά βιβλία Γ’ κατηγορίας με τη διπλο­γραφική μέθοδο για την οικονομική διοίκηση και τη δια­χείριση της περιουσίας τους από την πρώτη διαχειριστι­κή περίοδο που αρχίζει μετά τη δημοσίευση του παρό­ντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σε περίπτωση που τα βιβλία αυτά τηρούνται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κ.Β.Σ. υποκαθιστούν την οριζόμενη από τον Κώδικα αυτόν υποχρέωση τήρησης βιβλίων Β’ και Γ’ κατηγορίας.

 

2.  Εφεξής, η σύσταση από Δήμους ή Κοινότητες ή άλ­λους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αστικής εταιρεί­ας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, μόνο εφό­σον τούτο προβλέπεται ρητά από ειδική νομοθετική ρύθ­μιση ή από το κανονιστικό πλαίσιο εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων.

 

3.  Η συμμετοχή αστικών εταιρειών Ο.Τ.Α. μη κερδο­σκοπικού χαρακτήρα σε προγραμματικές συμβάσεις, εκτός ρητής αντιθέτου νομοθετικής ρυθμίσεως, δεν επι­τρέπεται.

 

4.  Εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος, υφιστάμενες αστικές εταιρείες μη κερδοσκοπικού χαρα­κτήρα υποχρεούνται να κοινοποιήσουν στη διεύθυνση Τοπικής Αυτοδιοίκησης της οικείας Περιφέρειας κυρωμένο αντίγραφο της συστατικής τους πράξης. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν και για κάθε τροποποίηση αυτής.

 

 

 

Αρθρο 268

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ο.Τ.Α.

 

1.  Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου επιτρέπεται η απευθείας ανάθεση σε κοινωφελείς επιχειρήσεις ή σε αναπτυξιακές ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. ή σε επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού, παροχής υπηρεσιών συναφών ή συνδεόμενων με το αντικείμενο της δραστηριότητας τους, αν ο προϋπολογισμός του αντικειμένου της ανάθεσης δεν υπερβαίνει το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ (45.000 ευρώ), και υπό την προϋπόθεση ότι οι υπηρεσίες θα παρασχεθούν από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Η συνολική αξία των αναθέσεων Δήμου ή Κοινότητας προς μία επιχείρηση δεν μπορεί να υπερβαίνει ετησίως το ποσό των εκατό πενήντα χιλιά­δων ευρώ (150.000ευρώ ). Οι διατάξεις αυτής της παραγρά­φου εφαρμόζονται αναλόγως και για τις αναθέσεις στις επιχειρήσεις του πρώτου εδαφίου από τα ιδρύματα, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Ο.Τ.Α. και τους συνδέσμους αυτών. Στα ανωτέρω ποσά δεν περιλαμβά­νεται ο Φ.Π.Α..

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης είναι δυνατόν να αναπρο­σαρμόζονται τα ποσά της παραγράφου αυτής και να ρυθ­μίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρ­μογή της.

 

2. Η ανάθεση ειδικότερα εκπόνησης μελέτης προς επι­χείρηση Ο.Τ.Α. επιτρέπεται μόνο, αν αυτή έχει προσωπι­κό ή συνεργάτες αντιστοίχου τίτλου σπουδών ή ειδικό­τητας.

 

3. Δήμοι που προκύπτουν από συνένωση άλλων Ο.Τ.Α. υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας τους, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κα­ταργούμενων Ο.Τ.Α., τα οποία προκύπτουν από τη σύ­σταση ή τη συμμετοχή τους σε επιχείρηση Ο.Τ.Α..

 

4.  α) Δημιουργείται Μητρώο Επιχειρήσεων Ο.Τ.Α., το οποίο περιλαμβάνει στοιχεία που αφορούν τη σύσταση και λειτουργία των επιχειρήσεων Ο.Τ.Α. του παρόντος νόμου. Τα ανωτέρω στοιχεία κοινοποιούνται από τις επι­χειρήσεις Ο.Τ.Α. στην οικεία Περιφέρεια, η οποία τηρεί σχετική βάση δεδομένων, γνωστοποιούνται δε μετά από έλεγχο της πληρότητας τους στο Υπουργείο Εσωτερι­κών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

β) Με βάση τα στοιχεία του Μητρώου η οικεία Περιφέ­ρεια εκδίδει κάθε χρόνο βεβαίωση, η οποία περιέχει τα στοιχεία κάθε επιχείρησης Ο.Τ.Α. που είναι καταχωρημέ­νη στο ανωτέρω Μητρώο. Η βεβαίωση αυτή συνυποβάλ­λεται στην οικεία Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) μαζί με τη φορολογική δήλωση της επιχείρησης.

γ) Επιχείρηση Ο.Τ.Α. δεν επιτρέπεται να συμμετάσχει σε δημόσιο διαγωνισμό ή να εισπράξει οποιοδήποτε χρη­ματικό ποσό από Ο.Τ.Α. ή φορέα του δημόσιου τομέα, αν δεν υποβάλλει μαζί με τα αναγκαία κατά περίπτωση δι­καιολογητικά τη βεβαίωση της προηγούμενης παραγρά­φου.

δ) Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., ορίζονται τα ειδικότερα στοιχεία που γνωστοποιούν οι επιχειρήσεις, ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής των στοιχείων και έκδοσης της αντίστοι­χης βεβαίωσης, η διαδικασία δημιουργίας και συντήρη­σης του Μητρώου, ο χρόνος έναρξης εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, καθώς και κάθε ειδικό θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή τους. Στα κοινοποιούμενα στοιχεία περιλαμβάνονται οπωσδήποτε οι προσλήψεις προσωπικού που οι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. διε­νεργούν, καθώς και οι συμβάσεις μίσθωσης έργου και ανάθεσης ή ανάληψης έργων, προμηθειών, μελετών και υπηρεσιών που αυτές συνάπτουν.

 

5. Τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) που συστήνονται από Δήμο ή Κοινότητα και πιστοποιούνται ως τέτοια κατά την οικεία νομοθεσία, έχουν τη μορφή της κοινωφελούς δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης ή της ανώνυμης εταιρείας Ο.Τ.Α.. Οι διατάξεις της παρα­γράφου 1 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση της απευθείας αναθέσεως παροχής υπηρεσιών από Δήμο ή Κοινότητα προς Κ.Ε.Κ., το οποίο έχουν συστήσει ή συμμετέχουν σε αυτό.

 

6.  Η παροχή νομικών υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. είναι αυτοτελής, μη εξαρτώμενη από την ύπαρξη ή μη αντίστοιχης υπηρεσίας του οικείου Ο.Τ.Α..

 

 

 

Αρθρο 269

Συγχώνευση – Μετατροπή – Λύση Επιχειρήσεων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ο.Τ.Α.

 

1.  Από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως τις 31.12.2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν προ­σαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του πα­ρόντος νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση.

 

2.  Υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις του άρθρου 277 του π.δ. 410/1995 του ίδιου Δήμου ή Κοινότητας είναι δυνατόν να συγχωνευθούν έως 31.12.2007 κατά τα ορι­ζόμενα στο άρθρο 263.

 

3.  Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλί­ου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, με βάση τις υφιστάμενες ανά­γκες του οικείου Ο.Τ.Α. και των νομικών του προσώπων, είναι δυνατόν να μεταφερθεί πλεονάζον προσωπικό των συγχωνευόμενων επιχειρήσεων ανεξαρτήτως ειδικότη­τας και χωρίς αίτηση του, σε αντίστοιχες υπηρεσίες αυ­τού ή των νομικών του προσώπων. Το προσωπικό αυτό πρέπει να απασχολείτο στις επιχειρήσεις με σχέση ερ­γασίας αορίστου χρόνου μέχρι 31.12.2005.

 

4.  Το μεταφερόμενο προσωπικό σε Δήμο ή Κοινότητα ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών καταλαμ­βάνει, είτε κενές οργανικές θέσεις είτε με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου συνιστώμενες προ­σωρινές προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δι­καίου, αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, διέπεται δε ως προς τους όρους και το ύψος της αμοιβής της ερ­γασίας του από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ισχύουν εκάστοτε για το προσωπικό των Ο.Τ.Α., λαμβα­νομένης υπόψη της προϋπηρεσίας τους.

 

5.  Η απόφαση μεταφοράς του προσωπικού εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη σύσταση της νέας επιχεί­ρησης, η δε πράξη σύστασης προσωρινών προσωποπα­γών θέσεων εκδίδεται από το αρμόδιο προς διορισμό όρ­γανο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

6.  Η αποζημίωση του απολυόμενου προσωπικού βαρύ­νει τον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

 

7.  Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και σε περίπτωση λύσης ή διάσπασης αμιγούς επιχείρησης του άρθρου 277 του π.δ. 410/1995, η οποία λαμβάνει χώ­ρα εντός του χρόνου που αναφέρεται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς επίσης και στην περίπτωση που η προσαρμογή των καταστατικών σκοπών επιχείρη­σης αυτής της μορφής προς τις προβλέψεις των διατά­ξεων του άρθρου 254 του παρόντος συνεπάγεται, σύμ­φωνα με την οικονομοτεχνική μελέτη, μείωση του ανα­γκαίου αριθμού προσωπικού για τη λειτουργία της.

 

8.  Υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις του άρθρου 277 του π.δ. 410/1995 είναι δυνατόν, έως τις 31.12.2007 και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 263 παράγραφος 2, να μετατραπούν, ως προς τους εμπορικούς ή βιομηχανι­κούς σκοπούς που επιδιώκουν, χωρίς στάδιο εκκαθάρι­σης, σε ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. ή σε δημοτικές ή κοι­νοτικές ανώνυμες εταιρείες, με ανάλογη εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου 67 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920.

Η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ή στοιχείων ενεργητικού και παθητικού στη νέα εταιρεία, καθώς και κάθε πράξη ή συμφωνία που αφορά τη σύσταση αυτής απολαύει των απαλλαγών που προβλέπει ο ν. 2166/1993. Εφόσον η νέα εταιρεία είναι δημοτική ή κοινοτική ανώ­νυμη εταιρεία, είναι δυνατή η μεταφορά σε αυτήν προ­σωπικού της αμιγούς επιχείρησης με απόφαση του δημο­τικού ή κοινοτικού συμβουλίου, με ανάλογη εφαρμογή των ρυθμίσεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

 

9. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος δεν επιτρέπε­ται η σύσταση διαδημοτικών ή διακοινοτικών επιχειρήσε­ων του άρθρου 285 του π.δ. 410/1995. Υφιστάμενες επι­χειρήσεις αυτής της μορφής συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται στη συστατι­κή τους πράξη, διεπόμενες από την οικεία νομοθεσία. Σε περίπτωση λύσης αυτών, εφαρμόζονται αναλόγως οι ρυθμίσεις των παραγράφων 3 έως 6 του παρόντος άρ­θρου. Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και στην περίπτωση λύσης υφιστάμενων ανωνύμων εται­ρειών του π.δ. 410/1995, καθώς και αστικών μη κερδο­σκοπικών εταιρειών, των οποίων εταίροι είναι αποκλει­στικά Ο.Τ.Α. ή και νομικά τους πρόσωπα. Στην περίπτω­ση αυτή δεν επιτρέπεται η σύσταση νέας επιχείρησης Ο.Τ.Α. από τους αυτούς εταίρους με την ίδια νομική μορ­φή και με τους αυτούς καταστατικούς σκοπούς.

 

10.  α. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος δεν επι­τρέπεται η σύσταση κατασκευαστικών επιχειρήσεων από Δήμους ή Κοινότητες. Οι υφιστάμενες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. αυτής της μορφής λειτουργούν μέχρι τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται στη συστατική τους πράξη, με­τατρεπόμενες, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις της οικείας νομοθεσίας, εντός του χρόνου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, είτε σε ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. είτε σε δημοτικές ή κοινοτικές ανώνυ­μες εταιρείες, υπέχοντας τις υποχρεώσεις των αντίστοι­χων εργοληπτικών επιχειρήσεων.

β. Σε επιχείρηση της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν ο Ο.Τ.Α. που την έχει συστήσει ή συμμετέχει σε αυτή να αναθέσει με απόφαση του οικείου συμβουλίου απευθείας την κατασκευή έργου ή τις εργασίες συντήρη­σης έργου, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 268.

 

11.  Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζεται η διαδικα­σία λήψης και εφαρμογής της απόφασης προσαρμογής του καταστατικού επιχείρησης κατά τις διατάξεις του άρ­θρου αυτού, τα σχετικά με τη λύση και εκκαθάριση των επιχειρήσεων που δεν προσαρμόζονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

 

 

Αρθρο 270

 

Γενικές μεταβατικές ρυθμίσεις

 

1.  Επιχειρήσεις των παραγράφων 1 και 2 του προηγού­μενου άρθρου εξακολουθούν μέχρι τη συγχώνευση, λύ­ση ή μετατροπή τους να διέπονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του π.δ. 410/1995.

 

2.  Το Μητρώο Επιχειρήσεων του άρθρου 25 παρ. 12 του ν. 2539/1997 (ΦΕΚ 244 Α’) ενσωματώνεται στο αντί­στοιχο μητρώο του άρθρου 268 παράγραφος 4 του πα­ρόντος από την έναρξη εφαρμογής του.

 

3.  Προγραμματικές συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται μέχρι την έναρξη εφαρμογής του παρόντος και στις οποίες συμμετέχουν και ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α., ισχύουν μέχρι οριστικής εκτελέσεως του αντικειμένου τους.

 

4.  Οι αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 36 του π.δ. 410/1995, σε δημοτικές επιχειρή­σεις ασκούνται μέχρι την προσαρμογή του καταστατικού τους στις διατάξεις του παρόντος.

 

5.  Αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, στις οποίες είχε ανατεθεί σύμφωνα με το καταστατικό τους η παροχή υπηρεσιών για την καθαριότητα των κοινόχρη­στων χώρων και την αποκομιδή των απορριμμάτων, συ­νεχίζουν να λειτουργούν έως τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται στη συστατική τους πράξη, χωρίς δυνατό­τητα ανανέωσης και εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες ιδρύθηκαν, καθώς και από τους όρους του καταστατικού τους. Οι παράγραφοι 3, 4, 5, και 6 του άρθρου 269 εφαρμόζονται αναλόγως και για το προσωπικό των ανωτέρω επιχειρήσεων μετά τη λήξη του χρόνου λειτουργίας τους.

 

 

 

Αρθρο 271

Ισχύς κανονιστικών ρυθμίσεων -Λοιπές μεταβατικές ρυθμίσεις

 

ΜΕΡΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟ

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ Α’

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

1.  Προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, κατ’ εξουσιοδότηση προγενέστερων διατάξεων, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση των προβλεπόμενων, από τον παρόντα Κώδικα, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς το περιεχόμενο του.

 

2.  Μέχρι την έναρξη ισχύος του Κώδικα Δημοτολογί­ων, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 3274/2004 (ΦΕΚ 195 Α’), καθώς και μέχρι την έκδοση των υπουργι­κών αποφάσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο Γ’ του ανωτέρω νόμου, για την κατάρτιση και τήρηση του Εθνι­κού Δημοτολογίου, η κατάρτιση και τήρηση των υφιστά­μενων δημοτολογίων, ο τύπος αυτών, τα δικαιολογητικά και η διαδικασία υποβολής τους για την εγγραφή, διαγραφή, διόρθωση, μεταβολή ή προσθήκη στοιχείων που λείπουν, καθώς και η διαδικασία ανασύνταξης τους λόγω καταστροφής ή απώλειας, εξακολουθεί να διέπεται από τις ρυθμίσεις του π.δ. 497/1991 (ΦΕΚ 180 Α’), όπως ισχύ­ει, καθώς και από τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. Φ. 42301 / 12168/1995 (ΦΕΚ 608 Β’) απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

 

3.  Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται από την παράγραφο 10 του άρθρου 80 του παρόντος, εξακολουθεί να ισχύει το π.δ. 180/1979 (ΦΕΚ 46 Α’).

 

4.  Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, που προβλέπεται από το άρθρο 76 παράγραφος 3β, εξα­κολουθεί να ισχύει το π. δ. 23/2002 (ΦΕΚ 19 Α’) καθώς και η διάταξη του άρθρου 35 παράγραφος 12 του ν. 3274/ 2004 (ΦΕΚ 195 Α’).

 

5.  Η επιτροπή του άρθρου 177 του π.δ. 410/1995 (ΦΕΚ 231 Α’), όπως ισχύει, εξακολουθεί να λειτουργεί με την ίδια σύνθεση, επί ένα τρίμηνο και μετά την έναρξη ισχύ­ος του παρόντος, προς έκδοση των αποφάσεων της επί των εκκρεμών υποθέσεων.

 

6.  Υφιστάμενοι Αναπτυξιακοί Σύνδεσμοι συνεχίζουν να λειτουργούν έως τη λήξη του χρόνου που προβλέπε­ται στη συστατική τους πράξη, χωρίς δυνατότητα ανανέ­ωσης, και εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις, με τις οποίες ιδρύθηκαν, καθώς και από τους όρους του καταστατικού τους. Η παράγραφος 4 του άρθρου 250 εφαρμόζεται και για το προσωπικό των ανωτέρω Συνδέσμων.

 

7.  Στο πλαίσιο των διεθνών συνεργασιών των Δήμων και Κοινοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 219, εξακολουθούν να λειτουργούν, με οποιαδήποτε μορφή κι αν είχαν συ­σταθεί, δίκτυα πόλεων και ενώσεων.

 

 

Αρθρο 272

 

Διαχείριση βοσκοτόπων

 

Τις περιουσίες, που ανήκαν πριν από το νόμο ΔΝΖ’ σε τέως Δήμους και προέρχονται από ιδιωτικές βοσκές, που η χρήση τους είχε αφεθεί από τους ιδιοκτήτες στην κοι­νή χρήση, διαχειρίζεται το δημοτικό ή κοινοτικό συμβού­λιο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαχείριση δημοτικής ή κοινοτικής περιουσίας.

Ειδικότερα, στους Δήμους ή στις Κοινότητες, που οι κάτοικοι τους μετακινούνται ομαδικά έξω από τη διοικη­τική περιφέρεια τους και στον ίδιο τόπο, για διαχείμαση ή παραθερισμό, τις ανωτέρω βοσκές διαχειρίζεται ο Δή­μος ή η Κοινότητα, στην περιφέρεια του οποίου γίνεται η διαχείμαση ή ο παραθερισμός, και όχι ο Δήμος ή η Κοι­νότητα, στην Περιφέρεια του οποίου βρίσκονται οι βο­σκές.

 

 

Αρθρο 273

 

Υπηρεσίες – Επίλυση διαφορών

 

1.  Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 2 του άρθρου 209 οι κάθε είδους υπηρεσί­ες, εκτός από τις υπηρεσίες που παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α’), διενεργού­νται σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 28/1980 (ΦΕΚ 11 Α’), με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του π.δ. 346/1998 (ΦΕΚ 230 Α’), ως ισχύει.

 

2. Οι τυχόν διαφωνίες που προκύπτουν κατά την παροχή των υπηρεσιών της προηγούμενης παραγράφου επι­λύονται, ως ακολούθως:

α) Για κάθε πράξη της επιβλέπουσας υπηρεσίας, για την οποία ο ανάδοχος κρίνει ότι είναι βλαπτική των συμ­φερόντων του, δικαιούται να υποβάλει ένσταση στο δη­μοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ή στο διοικητικό συμβού­λιο του Συνδέσμου του Δημοτικού και Κοινοτικού Ιδρύ­ματος, των λοιπών δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των δημοτικών και κοινοτι­κών επιχειρήσεων των νόμων 1069/1980 (ΦΕΚ 191 Α’) και 890/1979 (ΦΕΚ 80 Α’), υποχρεωτικά μέσω της επι­βλέπουσας υπηρεσίας, η οποία τη διαβιβάζει σε αυτό, μαζί με τις παρατηρήσεις της, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες. Η ένσταση του αναδόχου ασκείται μέσα σε ανα­τρεπτική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, αφότου ο ανάδοχος έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης πράξης ή από την επίδοση της με αποδεικτικό. Στην περίπτωση θε­ώρησης Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέ­ων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) ή Συγκριτικού Πίνακα (Σ.Π.) από την τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η κατά τα ανω­τέρω υποβολή της ένστασης του αναδόχου προς το συμ­βούλιο γίνεται μετά την επίδοση σε αυτόν από την επι­βλέπουσα υπηρεσία με αποδεικτικό, του θεωρημένου από την τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. ή Σ.Π.. Η ένσταση στην περίπτωση αυτή υποβάλλεται υπο­χρεωτικά μέσω της τεχνικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία τη διαβιβάζει στο αρμόδιο για τη λήψη απόφασης συμβούλιο και στην επιβλέπουσα υπηρεσία, μαζί με τις παρατηρήσεις της. Το συμβούλιο οφείλει να αποφασίσει επί της ενστάσεως μέσα σε δύο (2) μήνες από την ημε­ρομηνία που περιέρχεται σε αυτό.

β) Εάν ο ανάδοχος διαφωνεί προς την απόφαση του συμβουλίου ή περάσουν δύο (2) μήνες από την κατάθεση της ένστασης, χωρίς να έχει ληφθεί η απόφαση αυτή, μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας προς τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, μέσα σε ανατρεπτική προθε­σμία τριών (3) μηνών από την επίδοση της απόφασης με αποδεικτικό ή την παρέλευση άπρακτης της δίμηνης προθεσμίας μέσα στην οποία έπρεπε να αποφανθεί το συμβούλιο. Η έκδοση ή η κοινοποίηση απόφασης του συμβουλίου επί της ενστάσεως μετά την πάροδο του δι­μήνου δεν μεταθέτει την έναρξη της ανωτέρω προθεσμί­ας για την άσκηση αίτησης θεραπείας, κατά τις επόμενες διατάξεις. Αίτηση θεραπείας μπορεί επίσης να ασκήσει ο ανάδοχος και όταν το συμβούλιο, μέσα στην ίδια ανα­τρεπτική προθεσμία δύο (2) μηνών, δεν αποφαίνεται σε πράξη της επιβλέπουσας υπηρεσίας, που προβλέπεται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για την παροχή υπηρεσιών και υπόκεινται στην έγκριση του. Ομοίως, ο ανάδοχος δικαιούται να ασκήσει αίτηση θεραπείας για βλάβη των συμφερόντων του, που προκύπτει το πρώτον από απόφαση του συμβουλίου, καθώς και στην περίπτω­ση της κήρυξης του ως έκπτωτου από αυτό.

γ) Ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας αποφαίνεται επί της αιτήσεως θεραπείας, μετά από γνώμη του περιφε­ρειακού συμβουλίου δημόσιων έργων, μέσα σε ανατρε­πτική προθεσμία τριών (3) μηνών από την υποβολή σε αυτόν της αίτησης θεραπείας.

Η διαφορά συζητείται στο ανωτέρω συμβούλιο, αφού πρώτα κληθούν υποχρεωτικά ο ανάδοχος και εκπρόσω­πος του εργοδότη. Το συμβούλιο αυτό γνωμοδοτεί αιτιολογημένα από άποψη νομιμότητας και ουσίας, ακόμη και εάν δεν παραστούν αυτοί που έχουν κληθεί. Αρμόδια υπηρεσία για τη σχετική έγγραφη εισήγηση προς το οι­κείο συμβούλιο είναι η επιβλέπουσα υπηρεσία.

δ) Αν ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας δεν εκδώσει την απόφαση της μέσα στην καθορισμένη προθεσμία των τριών (3) μηνών ή κάποιος από τους συμβαλλόμε­νους δεν αποδεχθεί την απόφαση της, για την επίλυση της διαφοράς που δημιουργείται, αποφαίνεται το αρμό­διο κατά περίπτωση Εφετείο στην Περιφέρεια του οποί­ου εκτελείται η προμήθεια ή παρέχονται οι υπηρεσίες. Το Εφετείο δικάζει ύστερα από προσφυγή που ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών, αφότου κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα η απόφαση του Γενι­κού Γραμματέα Περιφέρειας ή πέρασε άπρακτη η προθε­σμία για την έκδοση της σχετικής απόφασης.

Πριν υποβληθεί η διαφορά των συμβαλλομένων στο Εφετείο, πρέπει να έχει εξαντληθεί η ανωτέρω διοικητι­κή διαδικασία.

Κάθε αξίωση του αναδόχου υπηρεσιών κατά του εργο­δότη ή αντίθετα του εργοδότη κατά του αναδόχου, όταν η τελευταία αυτή δεν στηρίζεται σε απόφαση της αρμό­διας αρχής και για τις οποίες έγινε προσφυγή στο Εφε­τείο, παραγράφεται εάν κατά το διάστημα της επιδικίας παρήλθε διετία χωρίς να διακοπεί η παραγραφή. Για τις αξιώσεις των αναδόχων, που γεννήθηκαν νόμιμα και αναγνωρίσθηκαν με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του β.δ. της 17ης Μαΐου/15ης Ιουνίου 1959 «Περί Οικονομικής Διοικήσεως και Λογιστικού Δήμων και Κοινοτήτων (ΦΕΚ 145 Α’ και 197 Α’)», όπως αυτό κάθε φορά ισχύει.

 

3.  Μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 209 ισχύουν τα χρηματικά όρια της παρ. 3 του άρθρου 268 του π.δ. 410/1995 (ΦΕΚ 231 Α’), όπως τροποποιήθη­καν με την παρ. 6 του άρθρου 18 του ν. 3320/2005 (ΦΕΚ 48 Α’).

 

4.  Μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της παρ. 7 του άρθρου 209 ισχύει το χρηματικό όριο της παρ. 3 περίπτωσης γ’ του άρθρου 266 του π.δ. 410/1995 (ΦΕΚ 231 Α’).

 

 

Αρθρο 274

 

Σχολική περιουσία

 

1.  Η απόφαση του Νομάρχη που προβλέπεται από το άρθρο 5 του ν. 1894/1990 (ΦΕΚ 110 Α’) για τη μεταβίβα­ση της ακίνητης περιουσίας των δημόσιων σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στους Δήμους ή στις Κοινότητες εκδίδεται εντός αποκλειστι­κής προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η ανωτέρω απόφαση εκδίδεται από τον οικείο γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

 

2.  Η μεταγραφή των αποφάσεων της προηγούμενης παραγράφου γίνεται, σε όσες περιπτώσεις δεν έχει συ­ντελεσθεί, στα οικεία υποθηκοφυλακεία, ατελώς, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) έτους από τη δημο­σίευση του παρόντος.

 

 

Αρθρο 275

Πληθυσμός

 

ΤΜΗΜΑ Β’

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, όπου γίνεται αναφορά στον πληθυσμό, νοείται ο πραγματικός πληθυσμός, όπως εμφανίζεται στους επίσημους πίνακες των αποτελεσμάτων της τελευταίας απογραφής του πληθυσμού, που έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

 

Αρθρο 276

 

Φορολογικές απαλλαγές και ατέλειες

 

1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτι­κά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι Σύνδεσμοι Δήμων και Κοι­νοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμι­γείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης-Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι Τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημό­σιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φό­ρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδή­ποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. – Α.Ε., από κρα­τήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων. Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.

Απαλλαγές που προβλέπονται υπέρ του Δημοσίου από το παράβολο για άσκηση ένδικων μέσων, για την εισφο­ρά υπέρ του ταμείου χρηματοδότησης δικαστικών κτιρί­ων, για το δικαστικό ένσημο αντιγράφων και για τα δικαι­ώματα υπέρ των έμμισθων υποθηκοφυλάκων, ισχύουν και για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και λοιπά νομικά πρό­σωπα, τους Συνδέσμους Δήμων και Κοινοτήτων, τις Το­πικές Ενώσεις και την Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινο­τήτων Ελλάδας.

 

2.  Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσε­ων κατά των Ο.Τ.Α. καταργείται.

 

3.  Ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής των Ο.Τ.Α. ανέρχεται στο ποσοστό που ορίζεται για τις αντίστοιχες οφειλές του Δημοσίου.

 

 

Αρθρο 277

Διατήρηση διατάξεων που προβλέπουν την παραχώρηση ακινήτου σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης

 

 

Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν την παραχώρηση, εκ μέρους του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων, ακινήτων στους Δήμους, στις Κοινότητες, στα ιδρύματα και στα άλλα νομικά πρόσωπα των Δήμων και Κοινοτή­των διατηρούν την ισχύ τους.

 

 

Αρθρο 278

 

Αναπροσαρμογή χρηματικών ορίων και ποσών

 

Τα χρηματικά όρια και ποσά, που ορίζονται στον παρό­ντα Κώδικα και στις κατ’ εξουσιοδότηση του εκδιδόμενες πράξεις, μπορούν να αυξομειώνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, που δημο­σιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

 

Αρθρο 279

 

Βεβαίωση μόνιμης κατοικίας

 

Η ιδιότητα μόνιμου κατοίκου, όπου αυτή απαιτείται, βεβαιώνεται από τον Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο της Κοινό­τητας. Η οικεία βεβαίωση χορηγείται εφόσον προκύπτει πραγματική εγκατάσταση στο Δήμο ή στην Κοινότητα, που αποδεικνύεται με την υποβολή από τον ενδιαφερό­μενο απόδειξης λογαριασμού Δ.Ε.Κ.Ο. ή αντιγράφου εκ­καθαριστικού της οικείας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρε­σίας (Δ.Ο.Υ.). Εάν, αιτιολογημένως, η ιδιότητα του μόνι­μου κατοίκου δεν μπορεί να αποδειχθεί από τα ανωτέρω δικαιολογητικά, αποδεικνύεται από τον ενδιαφερόμενο με κάθε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. Η υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου δεν μπορεί να χρησιμο­ποιηθεί ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Σε κάθε περίπτω­ση ο Δήμαρχος δύναται να αρνηθεί τη χορήγηση της βε­βαίωσης με παράθεση ειδικής αιτιολογίας.

 

 

Αρθρο 280

 

Δικαστικές ενέργειες νομικών προσώπων

 

Η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 103 του πα­ρόντος εφαρμόζεται και στις αντίστοιχες αποφάσεις, που λαμβάνονται από τα διοικητικά συμβούλια των ιδρυ­μάτων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των Δήμων και Κοινοτήτων.

 

 

Αρθρο 281

 

Αμοιβή πληρεξουσίων δικηγόρων

 

1. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από Δή­μο ή Κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά. Η αμοι­βή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστη­ρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής κα­τάστασης του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει διορίσει το δικηγόρο.

 

2.  Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως το πε­νήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων που ορίζο­νται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων.

 

3.  Για την εξώδικη ή δικαστική αντιμετώπιση νομικών ζητημάτων, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία ή σπου­δαιότητα και απαιτούν εξειδικευμένη νομική γνώση ή εμπειρία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με απόφα­ση του δημοτικού ή του κοινοτικού συμβουλίου κατά πα­ρέκκλιση των προηγούμενων παραγράφων. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των μελών τους.

 

Αρθρο 282

 

Αποζημιώσεις μελών επιτροπών και συμβουλίων

 

Ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο Γραμματέας όλων των συμ­βουλίων και επιτροπών που συνιστώνται, κατ’ εφαρμογή του παρόντος, παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ώρες που δεν είναι εργάσιμες. Στους ανωτέρω χορηγείται αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α’), όπως κάθε φορά ισχύουν.

 

 

Αρθρο 283

Οδοιπορικά έξοδα αποζημίωσης μελών της επιτροπής ορίων – Αμοιβή μελών Συμβουλίου Τοπωνυμιών

 

1. Στα μέλη της Επιτροπής του άρθρου 11 χορηγούνται οδοιπορικά έξοδα και έξοδα μετακίνησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 3 Α’), όπως κάθε φορά ισχύει. Η αποζημίωση, κατά συνεδρίαση, καθορίζε­ται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δη­μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.

 

2. Τα οδοιπορικά έξοδα, τα έξοδα μετακίνησης, οι απο­ζημιώσεις και οι δαπάνες λειτουργίας της επιτροπής ορί­ων επιβαρύνουν τους ενδιαφερόμενους Δήμους και Κοι­νότητες και κατανέμονται μεταξύ τους με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας.

 

3.  Η αμοιβή των μελών του συμβουλίου του άρθρου 7 και των επιτροπών των άρθρων 6 και 8 του παρόντος, καθώς και των εισηγητών και των γραμματέων αυτών καθορίζεται, κατά συνεδρίαση, με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.

Αρθρο 284

Γενικές διατάξεις για τις επιδόσεις, κοινοποιήσεις και δημοσιεύσεις

 

1.  Οι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις πράξεων των δημοτι­κών ή κοινοτικών αρχών που προβλέπονται από τον Κώ­δικα γίνονται από όργανα της Δημοτικής Αστυνομίας ή της αρμόδιας δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας με επί­δοση ή με το ταχυδρομείο με απόδειξη ή με τηλεγράφη­μα με απόδειξη.

 

2.  Οι δημοσιεύσεις, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, γίνονται με τοιχοκόλληση σε ειδικό πίνακα του δημοτι­κού ή κοινοτικού καταστήματος, που είναι προορισμένος για αυτόν το σκοπό. Για τις δημοσιεύσεις αυτές συντάσ­σεται αποδεικτικό ενώπιον δύο μαρτύρων.

 

 

Αρθρο 285

 

Ενημερότητα οφειλών

 

Προϋπόθεση για τη χορήγηση οποιασδήποτε μορφής αδειών από Δήμους και Κοινότητες είναι η μη ύπαρξη, εις βάρους του ενδιαφερομένου, βεβαιωμένων ληξιπρό­θεσμων οφειλών προς αυτούς, με εξαίρεση τις περιπτώ­σεις εκκρεμοδικίας και του διακανονισμού καταβολής αυτών, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία.

 

 

Αρθρο 286

 

Ασφάλιση περιουσιακών στοιχείων

 

Οι Δήμοι, οι Κοινότητες και τα νομικά τους πρόσωπα μπορούν να ασφαλίζουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, καθώς και την αστική τους ευθύνη.

 

 

Αρθρο 287

 

Παραπομπή σε ειδικούς νόμους

 

1. Όπου στις διατάξεις του παρόντος γίνεται παραπο­μπή σε ειδικούς νόμους και σε πράξεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση αυτών, αυτή αναφέρεται σε κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση, συμπλήρωση ή αντικατά­σταση τούτων.

 

2.  Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, καθώς και ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.

 

 

Αρθρο δεύτερο

 

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με το άρθρο τέταρτο και με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 273, καθώς και των ειδικών ρυθμίσεων του παρόντος, καταργείται το π.δ. 410/1995 (ΦΕΚ 231 Α’), καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη αντίθετου περιεχομένου.

 

 

Αρθρο τρίτο

 

Οι δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του έτους 2006 θα διεξαχθούν την πρώτη Κυριακή μετά την δεκάτη του μηνός Οκτωβρίου 2006.

Κατά τις ίδιες εκλογές δεν ισχύει το κώλυμα εκλογιμότητας του άρθρου 29 παράγραφος 1 περίπτωση δ’ του παρόντος.

Κατά τις ανωτέρω εκλογές, όπου στις διατάξεις του παρόντος, με εξαίρεση εκείνη της παραγράφου 6 του άρθρου 32, καθώς και στις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών, αναφέρεται ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας, αρ­μόδιο όργανο για τη διεξαγωγή τους είναι ο οικείος Νομάρχης.

 

 

Αρθρο τέταρτο

 

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από 1.1.2007, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 2, 5, 19 έως και 74, 77 και 78, 80, 81, 83 έως και 85, 88, 117, 127, 140, 141 έως και 147, 161, 163, 164, 176, 177, 202 και 219 έως και 221, 252 έως 270, η ισχύς των οποίων, υπό την επιφύλαξη του προηγούμενου άρθρου, αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Τα σχόλια έχουν κλείσει.